Σινεμά: Μετά τη νέα ταινία του Αθερίδη, σίγουρα θα είστε πιο προσεκτικοί με το κινητό σας
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Σινεμά: Μετά τη νέα ταινία του Αθερίδη, σίγουρα θα είστε πιο προσεκτικοί με το κινητό σας

Μια ελληνική ταινία, αυτή του Θοδωρή Αθερίδη, κινούμενα σχέδια λόγω ημερών και φυσικά το  «Star Wars», με τη θεαματική δράση και τους ανυπέρβλητους χαρακτήρες φιλοδοξούν να γεμίσουν τις κινηματογραφικές αίθουσες ως την παραμονή των Χριστουγέννων. 

Το Κοινόβιο
(Kollektivet) 
Σκηνοθεσία: Thomas Vinterberg
Παίζουν: Trine Dyrholm  Ulrich Thomsen, Fares Fares , Julie Agnete Vang, Lars Ranthe 

Ο βετεράνος του δόγματος 95 Τόμας Βίντερμπεργκ επιστρέφει με μια ταινία, εμπνευσμένη από τις παιδικές του αναμνήσεις, αφού κι ο ίδιος έζησε  για μια περίοδο σε ένα κοινόβιο. Άνθρωποι που πίνουν, καπνίζουν αρειμανίως και κάνουν έρωτα έχουν στοιχειώσει φαίνεται τον σκηνοθέτη, που αποφασίζει να μετατρέψει το προσωπικό του βίωμα σε μια ταινία,  που ουσιαστικά μιλώντας για το τέλος μια εποχής , περιγράφει τη σύγχρονη κοινωνία.

Στην Κοπεγχάγη της δεκαετίας του ’70 ένα μεσήλικο ζευγάρι, ο Έρικ και η Άννα, απόλυτα ενταγμένοι στο σύστημα και απολαμβάνοντας τι παροχές του- εκείνη είναι γνωστή παρουσιάστρια ειδήσεων κι εκείνος καθηγητής αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο- κληρονομούν το μεγάλο σπίτι του πατέρα του πρώτου. Με προτροπή της συζύγου, αποφασίζουν να κάνουν ένα αντικομφορμιστικό πείραμα και να δημιουργήσουν το δικό τους κοινόβιο. Σταδιακά μαζεύονται οι συγκάτοικοι, όλοι ενδιαφέρουσες περιπτώσεις. Ανάμεσά τους κι ένα παιδί που πάσχει από καρδιακά προβλήματα κι όλο λέει ότι θα πεθάνει στα εννιά του. Η ιδιότυπη συμβίωση στην αρχή έχει έναν ειδυλλιακό χαρακτήρα και διέπεται από άκρως δημοκρατικές αρχές. Όλοι μαζί συναποφασίζουν για τα μεγάλα θέματα διά ψηφοφορίας και κυρίως περνάνε καλά. Ένα ζωντανό και θορυβώδες σπίτι που έρχεται σε αντίθεση με την γκρίζα καθημερινότητα στη δανέζικη πρωτεύουσα. 

Όμως οι ισορροπίες θα ανατραπούν όταν ο Έρικ ερωτεύεται μια νεαρή φοιτήτριά του. Στην αρχή η Άννα δέχεται πολιτισμένα το γεγονός και  προτείνει η ίδια στον άπιστο σύζυγο να φέρει την νεαρή του ερωμένη στο σπίτι. Με την έλευση της  ξανθιάς καλλονής, που ο Βίντερμπεργκ σκοπίμως την βάζει να μοιάζει με ηρωίδα γαλλικής ταινίας, η ατμόσφαιρα αλλάζει κι αρχίζει ο εφιάλτης.

Οι νέες αξίες συγκρούονται όχι μόνο με παραδοσιακούς κώδικες, αλλά και με την ίδια την ανθρώπινη φύση και ο Δανός σκηνοθέτης σχολιάζει μια ολόκληρη γενιά που πίστεψε σε κάποια ιδανικά μάλλον ανεφάρμοστα. Η κατάσταση βγαίνει εκτός ελέγχου και  τα πρόσωπα αρχίζουν να υιοθετούν συμπεριφορές της σύγχρονης δικής μας κοινωνίας. Μένουν απαθείς σταδιακά  στο δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους, ουσιαστικά αδιάφοροι κι όχι ψύχραιμοι, ενώ η Άννα, συντρίβεται κάτω από το βάρος της νέας κατάστασης, που μόνη της δημιούργησε.

Ο  Βίντερμπεργκ δεν κινείται στα γνωστά του μονοπάτια, αλλά μοιάζει να θέλει να προσεγγίσει ένα πιο ευρύ κοινό. Το βασικό του μέλημα όμως, μια βαθιά κατάδυση στους χαρακτήρες του δράματος, έχει τα πρωτεία κι εδώ. Έχοντας στο καστ δυο από τους  ηθοποιούς της  «Οικογενειακής γιορτής », την Τρίνε  Ντίρχολμ και τον  Ούλριχ Τόμσεν, πετυχαίνει πολύ δυνατές ερμηνείες. Η  Ντίρχολ, η οποία τιμήθηκε και με την Αργυρή Άρκτο στο φεστιβάλ Βερολίνου, φτιάχνει ένα συγκλονιστικό πορτρέτο μιας γυναίκας που ο κόσμος της συντρίβεται  και  καταθέτει μια ερμηνεία  ψυχής, που σπάνια βλέπουμε  πια, με  ξεσπάσματα και οριακές συμπεριφορές, αποδεικνύοντας ότι η συγκίνηση δεν είναι μπανάλ.  Είναι τόσο δυνατή η Ντρίχολμ που  οι υπόλοιποι χαρακτήρες μένουν κάπως στη σκιά, αν και υποστηρίζονται από καλούς ηθοποιούς.

Ο Βίντερμπεργκ μοιάζει να αναζητάει τις ρίζες της  σημερινής  κρίσης στον ιδεαλισμό των 70’ς,  που ανατράπηκε από την ίδια  γενιά που τον ευαγγελίστηκε, αλλά αυτό το ξέρουμε  ήδη, οπότε δεν κομίζει γλαύκας εις Αθήνας. Παρ’ όλα αυτά το « Κοινόβιο», είναι δημιουργία ενός μεγάλου σκηνοθέτη που τολμάει και παίζει με το μελόδραμα σε μια εποχή που προσπαθεί να εξοστρακίσει το συναίσθημα  και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό.

Ο Αϊ – Βασίλης είναι πολλή λέρα
(Bad Santa 2)
Σκηνοθεσία: Mark Waters
Παίζουν: Billy Bob Thornton, Christina Hendricks, Kathy Bates, Brett Kelly, Ryan Hansen, Cristina Rosato, Tony Cox. 

Με μια μικρή καθυστέρηση – δεκατρία χρόνια μετά- ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον επιστρέφει στο ρόλο του Γουίλι Σόουκ, ενός μισάνθρωπου,  αλκοολικού απατεώνα που ντύνεται Αϊ Βασίλης  για να ληστεύει καταστήματα. Η πρώτη ταινία έσπασε τα ταμεία και φαίνεται πως οι παραγωγοί στοχεύουν κι αυτά τα Χριστούγεννα  σε μια μεγάλη εμπορική επιτυχία, επενδύοντας στο ότι όλοι κάπου βαθιά μέσα  μας σιχαινόμαστε αυτή την υστερία χαράς, που καταλαμβάνει την ανθρωπότητα  στις γιορτές.  

Αυτός ο απίστευτος αντι-ήρωας, που λέει ό,τι του κατέβει στα παιδάκια και δεν  έχει ούτε ιερό ούτε όσιο, ίσως τελικά εκφράζει αυτό που λίγο ή πολύ όλοι θα θέλαμε να πούμε: Έλεος με το Christmas spirit. Τη σκηνοθεσία αυτή τη φορά αναλαμβάνει ο Μαρκ Γουότερς, αλλά  η αλήθεια είναι πως απέχει από την  ατμόσφαιρα  της πρώτης και πολλές φορές γίνεται σκέτος χαβαλές.

Αυτή τη φορά ο Γουίλι, απογοητευμένος από την κατιούσα που έχει πάρει η ζωή του για άλλη μια φορά, αποφασίζει να αυτοκτονήσει για άλλη μια φορά, αλλά σώζεται στο τσακ από  τον μικρό του φίλο, τον Θέρμαν Μέρμαν, τον μόνο που καταφέρνει να του ξυπνήσει μια κάποια ευαισθησία.  Επανακάμπτει δριμύτερος μεν,  αλλά μη έχοντας άλλη επιλογή,  δέχεται να συνεταιριστεί και πάλι με τον Μάρκους(Τόνι Κοξ),  για να  κατακλέψουν έναν φιλανθρωπικό οργανισμό την Παραμονή των Χριστουγέννων.  Πηγαίνει λοιπόν στο Σικάγο- αργότερα θα τον ακολουθήσει  και ο  Θέρμαν - και θα βάλει τη στολή του Αϊ Βασίλη, προκειμένου να εισχωρήσει στα άδυτα της οργάνωσης και να μάθει τα κατατόπια. Διευθύντρια και φυσικά θύμα της dirty γοητείας του είναι  η  Νταϊάν (Κριστίνα Χέντρικς), που ο σύζυγός της  και την απατάει και βάζει χέρι στο ταμείο.   

Το χειρότερο είναι πως ο Γουίλι  αυτή  τη φορά πρέπει να συνεργαστεί με το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο στον κόσμο μετά τον πατέρα του, τη μητέρα του. Η Κάθι Μπέιτς, που δηλώνει μεγάλη φαν  της πρώτης ταινίας, αναλαμβάνει το ρόλο με εμφάνιση πανκ, φουλ στα τατουάζ και  κυνισμό που σπάει κόκκαλα, δίνοντας τελικά μια εξήγηση για  τον χαρακτήρα του  Γουίλι, με τον οποίο ποτέ δεν ασχολήθηκε ουσιαστικά  και ποτέ δεν του έδωσε αγάπη. Αυτός φυσικά τη σιχαίνεται, αλλά τελικά αποφασίζει να την εμπιστευτεί και το μεγάλο σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή.

Η ταινία έχει πολλές αστείες στιγμές, αν και κάποιες φορές φαίνεται να το παρατραβάει, προκειμένου να εκβιάσει το γέλιο μας, αλλά  η μικρή της διάρκεια λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας και δεν βαριέσαι. Βέβαια  δεν αποφεύγονται  κάποια αστειάκια σχολικού επιπέδου, όπως οι εμμονές με τα γυναικεία οπίσθια, ενώ και το σενάριο έχει κάποια κενά, ιδίως σε ό,τι αφορά στη ληστεία και τα όσα ακολουθούν. 

Ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον έχει στα χέρια του έναν  ρόλο που του πάει γάντι:  πάντα κατεστραμμένος, αθυρόστομος, αλλά και με κάποιες αναλαμπές ανθρωπιάς,  διατηρεί το γνωστό στυλ του Γουίλι. Η Μπέιτς χτίζει έναν χαρακτήρα που έχει ενδιαφέρον, αν και τραβηγμένο από τα μαλλιά, αλλά είναι έμπειρη  ώστε να μην πέσει σε υπερβολές.  Η Χέντριγκς δεν κάνει και πολλά, άλλωστε είναι περιορισμένη και από το σενάριο, που υπογράφουν αυτή τη φορά οι Τζόνι Ροζενθάλ και Σόνια Κρος.Ο Μπρετ Κέλι στο ρόλο του μικρού προστατευόμενου δίνει μια  χριστουγεννιάτικη νότα  στο παρακμιακό περιβάλλον του Γουίλι και ο Τόνι Κοξ  διατηρεί τον χαρακτήρα που είχε και στην πρώτη ταινία, χωρίς όμως να επιμένει στην εγκληματική πλευρά του, αν και θα έπρεπε, γιατί   μην ξεχνάμε πως αυτος τράβηξε όπλο στο συνεταιράκι του. 
Συμπέρασμα: Αν έχετε δει την πρώτη ταινία, κρατήστε μικρό καλάθι. Αν όχι θα γελάσετε, αλλά μέχρι εκεί. 

Όταν ξέσπασε η βία
 (Dogs/ Caini)
Σκηνοθεσία & Σενάριο: Μπόγκταν Μίριτσα
Παίζουν: Ντράγκος Μπούτσουρμ, Γκεόργκε Βίζου, Βλαντ Ιβάνοφ, Ράλουτσα Απρόντου

Αποσπώντας το βραβείο της FIPRESCI ( Διεθνής Ομοσπονδία κριτικών κινηματογράφου στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών), αυτό το δυνατό ρουμάνικο θρίλερ έρχεται να μας συστήσει έναν σκηνοθέτη με ιδιαίτερη ματιά. Αν και ο Μπόγκταν Μίριτσα έχει δουλέψει χρόνια στη διαφήμιση, εδώ  με έντονες επιρροές από ταινίες,  όπως  το  «Κάποτε στην Ανατολία» του Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν,  ή το «Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδερφών Κοέν, φτιάχνει ένα σκληρό βαλκανικό western με νουάρ αισθητική , εξερευνώντας τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Ρομάν επιστρέφει στα σύνορα Ρουμανίας - Ουκρανίας, εκεί όπου σταματάει ο πολιτισμός και ισχύει μόνο ο νόμος του ενστίκτου, για να πουλήσει τη γη που έχει κληρονομήσει από τον παππού του, τον μπάρμπα Αλέκου. Θα μάθει ότι ο πρόγονός του ουδέποτε αγόρασε αυτή την περιοχή, απλώς την καταπάτησε,  και θα έρθει αντιμέτωπος με  «συνήθειες»  άγνωστες σε αυτόν.  Ο χωροφύλακας  της περιοχής, ο Χόγκας,  ηλικιωμένος και στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου,  κάνει τα στραβά μάτια στις παρανομίες των ντόπιων, όχι επειδή έχει κάποιο όφελος, αλλά ακριβώς επειδή ξέρει πως  όταν δε σε βλέπει κανείς,  μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Εκείνος αποκαλύπτει  στον Ρομάν ότι ο παππούς του ήταν ένας τοπικός αρχιμαφιόζος και πως οι άνδρες του δεν προτίθενται ν’ αφήσουν τη γη –και το λαθρεμπόριο στο οποίο επιδίδονται– αμαχητί.

Πράγματι, ο εγγονός  θα δει με τα μάτια του τις προθέσεις των ανθρώπων του παππού του και ανήσυχος  αποφασίζει να φύγει μακριά.  Κάτι όμως  τον ελκύει  και τελικά μένει  για να αντιμετωπίσει τον νόμο της φύσης, μιας φύσης άγριας και ανελέητης, όπου ο θάνατος δεν είναι πλέον γεγονός, αλλά μια κατάληξη. 

Σε αυτό το no man’s land, όλα υπόκεινται στο νόμο της φθοράς: τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τα σώματα, ακόμα και τα βλέμματα των ηρώων είναι κατεστραμμένα, πάσχουν , αλλά συνεχίζουν να περιπλανούνται μέσα σε αυτή την  τρομακτική ερημία.Και μαζί τους καταρρακώνεται κάθε έννοια ηθικής.  Εδώ δεν υπάρχουν αξίες.Η βία είναι απλώς μια διέξοδος, ο μόνος τρόπος για να διασκεδάσουν την πλήξη τους, τη ματαιότητα της παρουσίας  σε αυτό το μέρος  που όλοι το έχουν ξεχάσει. Ο Σαμίρ, ο κακός της υπόθεσης- αν και στην ταινία δεν υπάρχει κανένας ήρωας που να είναι καλός-  λέει πως φοβάται μόνο τον Θεό, κι ο Θεός φοβάται εκείνον.

Με αργούς ρυθμούς  και  συμβολικούς οιωνούς, ο σκηνοθέτης μας εισαγάγει σε ένα σύμπαν  απόλυτης καταστροφής. Κυρίαρχος είναι μόνο οι  πρωτόγονες ορμές  του ανθρώπου που εκδηλώνονται χωρίς φραγμούς και όρια.  Ο νόμος είναι η βούληση του καθενός, ακόμα και ο χωροφύλακας Χόγκας δεν  μπορεί να  τον εφαρμόσει και μάλλον δεν θέλει κιόλας. Δεν λείπει βέβαια από τους διαλόγους το κυνικό χιούμορ που εντείνει την κοενική ατμόσφαιρα, σε μια πιο βαλκανική εκδοχή βέβαια. 

Η μόνη λύση  είναι η τιμωρία. Μια τιμωρία,  που δεν μπορείς να αποφασίσεις αν είναι δίκαιη ή άδικη, μια τιμωρία που έρχεται από τον  ίδιο τον άνθρωπο, ως επακόλουθο της  ύβρης. Με όρους αρχαίας τραγωδίας σχεδόν, ο σκηνοθέτης κλείνει το μάτι στο θεατή και τον καλεί να δώσει τη δική του απάντηση.

Oι τέλειοι Ξένοι

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αθερίδης
Παίζουν: Θοδωρής Αθερίδης, Σμαράγδα Καρύδη, Μαρία Ναυπλιώτου, Άλκις Κούρκουλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Ευαγγελία Συριοπούλου, Γιάννος Περλέγκας, Χριστίνα Βαρώτσου.

Ο  Θοδωρής Αθερίδης  επανέρχεται  στη μεγάλη οθόνη, μετά τις ταινίες «Μια μέλισσα τον Αύγουστο» και «Από Έρωτα», με  ένα remake της ιταλικής παραγωγής «Perfetti Sconosciuti» του Πάολο Τζενοβέζε, την οποία ακολουθεί πιστά, με κάποιες  μετατροπές στους διαλόγους, χωρίς όμως να επιχειρεί τη  μεταφορά της στην ελληνική πραγματικότητα με επικαιρικά στοιχεία.  Επιμένει περισσότερο στο διαχρονικό θέμα των προσωπικών σχέσεων και στο πώς αυτές δομούνται και συντηρούνται με ψέματα, αφηγούμενος μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε σημείο του πλανήτη. 

Μια παρέα φίλων συναντιούνται ένα βράδυ με πανσέληνο για να δειπνήσουν. Τρία ζευγάρια κι ένας μοναχικός  τύπος, που δεν εμφανίζεται με τη νέα του σύντροφο προς μεγάλη έκπληξη όλων,  δίνουν την ιδανική ατμόσφαιρα μιας  αγαπημένης συντροφιάς. Ώσπου ένας από αυτούς προτείνει να παίξουν ένα παιχνίδι: όλοι θα αφήσουν το κινητό τους πάνω στο τραπέζι, οι κλήσεις θα απαντούνται  σε ανοιχτή ακρόαση, τα μηνύματα και τα μέιλ θα διαβάζονται δημόσια.  Επικίνδυνο για όσους έχουν κάτι να κρύψουν, αλλά σε αυτή την ωραία ατμόσφαιρα δεν υπάρχουν μυστικά. Ή μήπως όχι; 

Σταδιακά   αρχίζουν αποκαλύψεις  ανατριχιαστικές , οι μάσκες πέφτουν,   οι κρυφές ιστορίες των ηρώων έρχονται στο φως και το φεγγάρι γεμίζει, όσο αυτό το διασκεδαστικό παιχνιδάκι εξελίσσεται τελικά σε μια ρώσικη ρουλέτα που θα τινάξει στον αέρα τις ζωές τους. 

Ο σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής   επιμένει στο πνεύμα της πρωτότυπης ταινίας και στήνει μια μαύρη κωμωδία με  πινελιές ψυχολογικού δράματος.   Ξετυλίγει προσεχτικά  το νήμα της ιστορίας του και  δημιουργεί ολοκληρωμένα πορτρέτα των ηρώων,   κρατώντας έναν σωστό ρυθμό. Οι ταινίες δωματίου, αν και εύκολες ως προς την παραγωγή τους, είναι  ζόρικες,   γιατί  απαιτούν  μια ενδοσκοπική ματιά στα πρόσωπα του δράματος. Η  κάμερα του   Αθερίδη ακολουθεί τους χαρακτήρες και τις διαδρομές τους, αποφεύγοντας  τον κίνδυνο μιας  επιτηδευμένης θεατρικότητας.

Αν δεν έχετε δει το ιταλικό πρωτότυπο, οι «Τέλειοι Ξένοι»  θα σας θυμίσουν κομμάτια του εαυτού σας και σίγουρα μετά θα είστε πιο προσεχτικοί με το κινητό σας.

 

Τραγούδα
(Sing)
Σκηνοθεσία: Garth Jennings 
Ακούγονται οι φωνές των:  Matthew McConaughey, Reese Witherspoon, Seth MacFarlane, Scarlett Johansson, John C. Reilly, Tori Kelly, Taron Egerton,  Nick Kroll.

Μετά  από το «Εγώ  ο απαισιότατος» και τη  «Μυστική ζωή των κατοικίδιων»,   η  Illumination Entertainment ξαναχτυπά  με  ένα  διασκεδαστικό μιούζικαλ, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τυχαίο που ο ιδρυτής της, ο Κρις Μελεντάντρι,  ο οποίος συνέλαβε και την ιδέα της ταινίας, θεωρείται  το  πιο δυνατό όνομα στο χώρο του animation σήμερα. Άνετα το «Sing»  θα μπορούσε να είναι παραγωγή της  Pixar,  της DreamWorks,  ή της  Disney  και σίγουρα αποτελεί μια πολύ καλή πρόταση όχι μόνο για παιδιά, αλλά και ενήλικες τις μέρες των γιορτών.

Σε έναν κόσμο, που κατοικείται μόνο από ζώα,  παρακολουθούμε μια ιστορία που  θυμίζει όλα τα talent shows, που κάνουν θραύση τα τελευταία χρόνια. Ένα κοάλα, ο  Μπάστερ Μουν,  είναι ένας  αποτυχημένος θεατρικός επιχειρηματίας, που προσπαθεί να σώσει το τεράστιο  θέατρό του.  Έτσι διοργανώνει μια μεγάλη ακρόαση με σκοπό να ανακαλύψει ταλέντα  για μια λαμπερή μουσική παράσταση.   

Ο θίασος επιλέγεται και ανάμεσα στα τρισχαριτωμένα ζωάκια που τον απαρτίζουν,  μπορούμε να διακρίνουμε  χαρακτηριστικούς τύπους, που έχουμε δει στα talent shows του πραγματικού κόσμου. Μια νοικοκυρά γουρουνίτσα με εικοσιπέντε μικρά γουρουνάκια, μια φοβισμένη ελεφαντίνα με θεϊκή φωνή,  μια έφηβη σκατζόχοιρος που δεν θέλει με τίποτα να λέει εμπορικά σουξέ,  αλλά κι έναν γορίλα που ο  μπαμπάς του είναι αρχηγός  μιας σπείρας ληστών,  ή  χαρακτήρες που θυμίζουν  διάσημα ονόματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας: ο  Μάικ,  ένας τυχοδιώκτης ποντικός που έχει σχέση με τον υπόκοσμο, είναι σαφώς μια αναφορά στον Φρανκ Σινάτρα,   ενώ η προβατίνα Νάνα, μια αιωνόβια ντίβα του θεάματος, παραπέμπει στο παλιό Χόλυγουντ.   Όλοι  όμως οι ήρωες είναι δουλεμένοι στην κάθε λεπτομέρεια  κι έχουν κάτι ξεχωριστό, που τους καθιστά αξιαγάπητους, όπως  η υπεραιωνόβια σαύρα γραμματέα, με το κόκκινο κραγιόν και το γυάλινο μάτι.  

Τα πράγματα για τον κύριο Μουν και την ομάδα του δεν πάνε καθόλου καλά, αλλά «όταν έχεις πιάσει πάτο, υπάρχει μόνο ένας δρόμος: να πας προς τα πάνω». Κι έτσι  ο θίασος μαζεύει τα κομμάτια του   για να  δώσει τελικά στα συντρίμμια του θεάτρου την παράστασή του.
Διάσημοι ηθοποιοί, όπως ο Μάθιου Μακόναχι,  η Ρις Γουίδερσπουν , ή η Σκάρλετ Γιοχανσον χαρίζουν τις φωνές τους  στους χαρακτήρες- μάλιστα οι ίδιοι  ερμηνεύουν γνωστά  τραγούδια, αλλά και καινούργια κομμάτια, που  είναι βέβαιο  πως θα κάνουν μεγάλη επιτυχία.

Ο σκηνοθέτης Γκαρθ Τζέκινγκς,  που υπογράφει και το σενάριο,   δανείζεται  -και δεν το κρύβει-  κλισέ από παντού, αλλά τα ενσωματώνει σε μια πραγματικά πολύ διασκεδαστική ιστορία, που δεν της λείπει η ευαισθησία και η συγκίνηση.    Η Illumination Entertainment έχει ανεβάσει ψηλά τον πήχη  κι έτσι το  «Sing»   είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα  βρεθεί στις  υποψηφιότητες για τα Όσκαρ  της κατηγορίας  του.  

 

O Πιστός
Σκηνοθεσία: Kirill Serebrennikov
Παίζουν: Petr Skvortsov, Julia Aug, Svetlana Bragarnik, Victoria Isakova, Aleksandra Revenko, Aleksandr Gorchilin, Anton Vasiliev, Irina Vasiliev.

Μια κατά βάση σινεφίλ ταινία από τη Ρωσία, που αντιμετωπίζει το θέμα του φανατισμού και καταδεικνύει πώς σε μια εποχής κρίση οι κοινωνικοί μηχανισμοί διαβρώνονται και  ευνοούν τελικά την ανάπτυξή του. Ένα καυστικό σχόλιο πάνω στη σύγχρονη πραγματικότητα και στον φονταμενταλιστικό κίνδυνο που ελλοχεύει παντού.  

Ο Κίριλ Σερέμπρενικοφ, ο οποίος απέσπασε το  Ειδικό Βραβείο Καννών  «François Chalais 2016»,  βασισμένος στο θεατρικό έργο του  Μάριους φον Μάγιενμπουργκ «Ο Μάρτυρας »,  φτιάχνει μια ταινία καταγγελτική και κρούει τον κώδωνα  του κινδύνου, υπενθυμίζοντας στην Ευρώπη  ότι  η άνοδος  ακραίων ιδεολογιών  είναι η μόνη ουσιαστικά απειλή  που πρέπει να αντιμετωπίσει.  Ο σκηνοθέτης, που δραστηριοποιείται στο θέατρο κι είναι γνωστός στη χώρα  του τόσο  για τις κινηματογραφικές όσο και τις τηλεοπτικές μεταφορές μεγάλων κλασικών έργων,  εφορμάται από τις μεταρρυθμίσεις του  Πούτιν, αλλά καταφέρνει να ξεπεράσει την εντοπιότητα του θέματος που τον απασχολεί και να δώσει έναν   οικουμενικό χαρακτήρα  στην ταινία του. 

Ο Βενιαμίν είναι ένα έφηβο αγόρι,  που σε μια εποχή αγνωστικισμού,  μελετάει στα όρια της ψύχωσης την Βίβλο. Έρχεται καταρχάς σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που για να τα βγάλει πέρα κάνει τρεις δουλειές και πιστεύει πως  η αλλόκοτη συμπεριφορά του οφείλεται στα ναρκωτικά.  Ο νεαρός μιλάει συνεχώς  με αποσπάσματα από τη Βίβλο, τα οποία «αποκωδικοποιεί» κατά  το δοκούν και έτσι ο  Σερέμπρενικοφ   καταδεικνύει πώς τελικά η θρησκεία παρερμηνεύεται στα χέρια των φανατικών.   

Σε άλλες εποχές όλοι θα καταλάβαιναν  ότι αυτό το παιδί χρήζει βοήθειας, όμως εδώ το σχολικό περιβάλλον μοιάζει να ασπάζεται τις ιδέες του.   Όταν ο Βενιαμίν  αρνείται να κάνει μπάνιο στην πισίνα του σχολείου, γιατί θεωρεί πως τα μπικίνι που φορούν οι συμμαθήτριές του  είναι αμαρτία,   θα έχει ως συμπαραστάτη του την διευθύντρια,  η οποία θα επιβάλλει σεμνή εμφάνιση σ’ όλους.  Μοναδικό αντίβαρο στην τρελά που καταλαμβάνει σταδιακά το σχολείο,  είναι η Έλενα, μια καθηγήτρια βιολογίας, η οποία στην ταινία εκπροσωπεί την ψύχραιμη και σταθερή φωνή της λογικής.

Ο φανατισμός είναι κολλητικός και η «αρρώστια» αρχίζει να πλανάται από όπου περνάει ο Βενιαμίν. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην αρχή οι πράξεις έχουν σχεδόν έναν επαναστατικό χαρακτήρα. Όταν στο μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, η Έλενα με καρότα δείχνει στην τάξη πώς να χρησιμοποιούν τα προφυλακτικά, εκείνος πετάει τα ρούχα και την προκαλεί, κάνοντας τον θεατή να αναρωτιέται αν είναι ανατροπέας ή παράφρων. 

Το πρόβλημα στην ταινία είναι ότι  ποτέ δεν δίνεται μια ικανοποιητική εξήγηση για τη συμπεριφορά του. Η  ψυχαναλυτική διάσταση που αφορά στο παρελθόν και στη σχέση του με τον πατέρα του, μάλλον μας απομακρύνουν από μια ουσιαστική αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών που γεννούν αυτά τα φαινόμενα.  Το συμβούλιο των καθηγητών  ως όργανο εξουσίας  βέβαια πυροδοτεί μια κατάσταση που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί,  αν λειτουργούσε διαφορετικά. Εδώ ο Σερέμπερνικοφ συναντάει τον Μπρεχτ,  που πάντα παρουσιάζει πώς μια σειρά μηχανισμών επιτρέπουν στην ουσία ανάλογες παρεκκλίσεις, αλλά  ο Ρώσος δημιουργός δεν εμβαθύνει, δημιουργώντας ένα κενό στο θεατή.

Ακολουθώντας τη ρώσικη σχολή, κυρίως τη ρώσικη θεατρική σχολή,  πετυχαίνει  μια δυνατή ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή του, όχι όμως από το σύνολο των ηθοποιών,  κι έτσι  μερικές φορές   η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν υποστηρίζει επαρκώς τον βασικό του άξονα, πράγμα που κάνει την παρακολούθηση της ταινίας δύσκολη. 

Παρ 'όλα αυτά ο  «Πιστός» είναι μια ταινία που μιλάει για ένα μείζον ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, γιατί κάθε εποχή κρίσης αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την γέννηση ακραίων τάσεων,  μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο ιδεολογικής ανυπαρξίας.

 

Rogue One: A Star Wars Story
Σκηνοθεσία: Gareth Edwards
Παίζουν: FelicityJones , DiegoLuna, Ben Mendelsohn , Mads Mikkelsen,  AlanTudyk, Riz Ahmed και ForestWhitaker 

Ποιος είπε ότι το Star Warsπεριορίζεται σε μια και μόνο ιστορία; Ο μακρόκοσμος που οι εκατομμύρια fans γνωρίζουν και αγαπούν είναι γεμάτος διηγήσεις και νέους, συναρπαστικούς χαρακτήρες. Σε ένα σύμπαν πολύ, πολύ μακριά, λοιπόν, έρχεται από την Lucasfilm η πρώτη αυτόνομη ταινία Star Wars, το «Rogue One: A Star Wars Story», μια νέα, επική περιπέτεια. 

Σε μια εποχή συγκρούσεων λοιπόν , μια ομάδα από απρόσμενους ήρωες ενώνει τις δυνάμεις της σε μία αποστολή να κλέψει τα σχέδια του Death Star, του απόλυτου εργαλείου καταστροφής της Αυτοκρατορίας. Αυτό το κομβικό γεγονός στο χρονοδιάγραμμα των Star Wars φέρνει κοντά συνηθισμένους ανθρώπους που καλούνται να κάνουν ασυνήθιστα πράγματα και, έτσι, να υπηρετήσουν κάτι πολύ μεγαλύτερο από τους ίδιους. 

Η πρόεδρος της Lucasfilm και παραγωγός των Star Wars, Kathleen Kennedy, μετά από μια συνάντηση που είχε  με τον George Lucas,  όταν ετοίμαζαν τα επεισόδιαVII, VIII και IXκι , αφού τονίστηκε πόσο απέραντο είναι το σύμπαν του Star Wars,  αποφάσισαν πως πρέπει ειπωθούν και άλλες παράλληλες ιστορίες που θα έχουν ως βάση αναφοράς αυτόν τον κόσμο.   Έτσι, γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργηθεί μια νέα σειρά ταινιών  με σκοπό να εξερευνήσουν και να πειραματιστούν με διαφορετικά στιλ και εναλλακτικούς τρόπους αφήγησης, που θα ολοκληρωθεί το 2020!  

Στο «Rogue One» επιστρέφουν αρκετοί χαρακτήρες οικείοι στους fans, συμπεριλαμβανόμενης της επικεφαλής των επαναστατών Mon Mothma, την οποία υποδύεται ξανά η Genevieve O’Reilly. Υπάρχουν όμως και νέοι ήρωες, όπως το  droid (ανθρωποειδές ρομπότ) K-2SO, το οποίο υποδύεται με την τεχνική performance capture ο AlanTudyk,  ή  η ομάδα των Death Troopers,  μια ελίτ ομάδα μαχητών με κατάμαυρη ένδυση,  ενώ θα  ξαναδούμε και τον θρυλικό  Darth Vader .