Στις αίθουσες το La La Land η ταινία που λένε ότι θα σαρώσει τα Οσκαρ
ΣΙΝΕΜΑ

Στις αίθουσες το La La Land η ταινία που λένε ότι θα σαρώσει τα Οσκαρ

Η αινιγματική Ρόζα και το super ρομαντικό μιούζικαλ La La Land μαζί με την Κρυφή Ομορφιά φαίνεται να είναι οι ταινίες που θα τραβήξουν το ενδιαφέρον στις εξόδους των Χριστουγέννων. 

Όσο για τα παιδιά, και για όσους αισθάνονται παιδιά, είναι η εβδομάδα με τα πιο όμορφα animation.

LA LA LAND

  • Σκηνοθεσία: Damien Chazelle
  • Πάιζουν: Cast: Ryan Gosling, Emma Stone, John Legend, Rosemary DeWitt, Finn Wittrock, Callie Hernandez, Sonoya Mizuno, Jessica Rothe, Tom Everett, Josh Pence, J.K. Simmons

Ένα ρομαντικό μιούζικαλ  με άρωμα  εποχής  είναι η καινούρια ταινία του ταλαντούχου Ντάμιεν Σαζέλ, η οποία έχει σαρώσει τα βραβεία, έχει ήδη αποσπάσει 7 υποψηφιότητες για Xρυσή Σφαίρα και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι θα βρεθεί στα Όσκαρ, με πολλές μάλιστα πιθανότητες να κερδίσει και κάποια από αυτά. Τοποθετημένη  στο Λος Άντζελες, περιγράφει το ημερολόγιο της σχέσης δύο νέων καλλιτεχνών,  που κυνηγούν το όνειρό τους. Η Μία είναι ηθοποιός, αλλά  δουλεύει στην καφετέρια της Warner Bros και περιφέρεται από οντισιόν σε οντισιόν, χωρίς επιτυχία. Ο Σεμπ, ένας  ορκισμένος πιανίστας  της τζαζ, σπαταλάει το ταλέντο του σε εστιατόρια και μικρές μπάντες, προκειμένου να μαζέψει  χρήματα για να ανοίξει  το δικό του κλαμπ. Όταν η μοίρα τους  φέρνει κοντά, τότε θα βρουν τη δύναμη να υπερνικήσουν τα εμπόδια και να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους.  
Αν και διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή,  η ταινία έχει κάτι από το παλιό Χόλυγουντ, ενώ το πρωταγωνιστικό  δίδυμο  - Έμμα Στόουν και Ράιν Γκόσλινγκ- θα σας θυμίσει  ένα θρυλικό ζευγάρι της  «χρυσής εποχής»,  τον  Φρεντ Αστέρ και την Τζίντζερ Ρότζερς,  όχι τόσο για τις χορευτικές τους δεξιότητες, αλλά για την φοβερή τους χημεία.   Δεν λείπουν φυσικά  οι αναφορές  στη βιομηχανία του θεάματος, αλλά και στους μεγάλους μύθους, ή  σε κλασικές ταινίες, όπως ο «Επαναστάτης χωρίς αιτία» ή η «Καζαμπλάνκα», που προσδίδουν στο όλο εγχείρημα μια γουντυαλενική ατμόσφαιρα. 
Μέσα από την  ονειρική  μουσική του Τζάστιν Χούρβιτς και τις χορογραφίες, και λιγότερο τα τραγούδια-πράγμα αρκετά πρωτοποριακό για ένα μιούζικαλ-  ο Σαζέλ  στήνει μια πολύ τρυφερή ιστορία αγάπης,  που εξελίσσεται  μέσα στις εποχές του χρόνου. Εστιάζοντας στους χαρακτήρες, κάνει ένα  χιλιοειπωμένο θέμα να αποκτάει απρόσμενες διαστάσεις, χωρίς να αναλώνεται  σε εφέ και φαντασμαγορίες, κι αφήνει χώρο στους ηθοποιούς του  να αναπτύξουν τους χαρακτήρες τους σε βάθος.  Οι ήρωες του « La la land»  θα περάσουν απογοητεύσεις, θα δοκιμάσουν την αποτυχία, θα ακούσουν αρνητικά σχόλια, θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν, αλλά  πάντα ονειρεύονται  και ζουν έναν  μοναδικό έρωτα, που θα τους ανεβάσει  στα αστέρια μεταφορικά και κυριολεκτικά, όπως θα δείτε.
Η  Στόουν και ο Γκόσλινγκ έχουν συμπρωταγωνιστήσει άλλες δύο φορές -στο «Crazy, Stupid, Love» και στο «Gangster Squad»- και έχουν αποδείξει  ότι ταιριάζουν, αλλά εδώ  αποτελούν το τέλειο match. Γοητευτικοί, πνευματώδεις,  με μπρίο και τρυφερότητα, χορεύουν εξαιρετικά,  τραγουδούν   σε πολύ καλά επίπεδα  και  συγκινούν βαθιά, λέγοντάς μας  ότι  το πιο σημαντικό σ’  αυτή τη ζωή είναι να ονειρεύεσαι και να αγαπάς. Το καστ συμπληρώνουν ικανοί ηθοποιοί: θα δείτε μάλιστα και τον Τζέι Κέι Σίμονς,  που έπαιζε και στην   προηγούμενη ταινία του Σαζέλ,  το  εξαιρετικό «Whiplash»,  σε έναν μικρό, αλλά πολύ χαρακτηριστικό ρόλο.
Πραγματικά είναι πολύ δύσκολο να απογοητευτείτε  από το  «La la land»: θα σας ξυπνήσει την πιο ρομαντική σας πλευρά και θα σας αφήσει μια γλυκιά γεύση,  που σήμερα τη χρειαζόμαστε  όλοι περισσότερο από  ποτέ.  Ταυτόχρονα όμως ο Σαζέλ αποδεικνύει πως τα πιο σημαντικά πράγματα  είναι τα πιο απλά, αρκεί να μπορείς να τα δεις, ή έστω να τα τραγουδήσεις. 

Κρυφή Ομορφιά

  •  (Collateral Beauty)
  •  Σκηνοθεσία: David Frankel
  • Παίζουν: Will Smith, Edward Norton, Kate Winslet, Michael Pena, Helen Mirren, Naomie Harris, Keira Knightley, Jacob Latimore, Ann Dowd, Mary Beth Peil, Kylie Rogers, Liza Colon-Zayas, Natalie Gold

Μια all star-cast ταινία   με θέμα την απώλεια,  που δεν καταφέρνει τελικά να διατηρήσει τον άξονά της,  κι ενώ έχει καλές προθέσεις, διασπάται σε πολλά μέτωπα,  κάνοντας  τον θεατή να αναρωτιέται  «ποια είναι τελικά η κρυφή ομορφιά».
Ο Χάουαρντ (Γουίλ Σμιθ ) είναι ένα στέλεχος σε διαφημιστική εταιρεία,  που μετά το θάνατο της κόρης του,  έχει απομονωθεί από τον κόσμο και τους ανθρώπους.  Η επιχείρηση  βρίσκεται σε κίνδυνο και οι τρεις συνεργάτες  του, αλλά και φίλοι (Ε. Νόρτον, Κ. Γουίνσλετ και Μ. Πένα) προκειμένου να σώσουν τη δουλειά τους, προσλαμβάνουν  μια ηλικιωμένη ντετέκτιβ να παρακολουθεί τις κινήσεις του. Προς μεγάλη τους έκπληξη, θα ανακαλύψουν ότι ο Χάουαρντ στέλνει γράμματα σε αφηρημένες έννοιες: το χρόνο, το θάνατο και την αγάπη. Βρίσκουν λοιπόν εντελώς συμπτωματικά έναν θίασο αποτυχημένων μάλλον ηθοποιών, ίσως και περιθωριακών, και τους αναθέτουν να συναντήσουν τον Χάουαρντ, υποδυόμενοι  αντίστοιχα  τις έννοιες που τον απασχολούν. Οι  συμβολισμοί είναι προφανείς και η ταινία καταρχήν φαίνεται πως έχει την πρόθεση να αντιμετωπίσει φιλοσοφικά το θέμα της απώλειας.
Ο  βασικός σκοπός των  τριών συνεργατών   είναι να  βιντεοσκοπήσουν το  φίλο τους  κρυφά, να κόψουν στο  μοντάζ τα πρόσωπα των  ηθοποιών, ώστε να φαίνεται πως παραμιλάει, για να αποδείξουν στο συμβούλιο  της εταιρείας ότι  ο Χάουαρντ  δεν είναι πια σε θέση να παίρνει αποφάσεις και να υπογράφει έγγραφα.   Κι εδώ το σενάριο αρχίζει να  γίνεται απλοϊκό,  σε σχέση με το θέμα που καλείται να διαχειριστεί. Ακόμα όμως παραμένει ενδιαφέρον το γεγονός ότι  οι ήρωες έχουν εσωτερικές συγκρούσεις,  γι’ αυτό που πάνε να κάνουν, αλλά οι  δικές τους τραγικές ιστορίες- που στη συνέχεια  δεν αναπτύσσονται  επαρκώς-  δεν τους αφήνουν και πολλά περιθώρια. Κάπου ανάμεσα στο συμφέρον της εταιρείας και στην προσπάθεια επούλωσης των δικών τους πληγών,  ενδιαφέρονται για το καλό του Χάουαρντ και διατηρούν  την ανθρωπιά τους.
Οι ηθοποιοί από την άλλη πλευρά, με προεξάρχουσα την Έλεν Μίρεν, που ερμηνεύει με χιούμορ το ρόλο της αποτυχημένης καλλιτέχνιδας που αναζητάει έστω έναν θεατή να τον πείσει για κάτι, ξεκινούν την παράστασή τους. Από τους διαλόγους δεν λείπουν όλα τα κλισέ που ο Χάουαρντ προφανώς έχει ακούσει  χιλιάδες φορές, αλλά αυτός,  παρά την αρχική του άρνηση, τελικά κάπου πείθεται από τους παράξενους επισκέπτες, αν και η ερμηνεία του Σμιθ δεν αποκαλύπτει ακριβώς το σημείο  της μεταστροφής. 
Η ταινία  χάνει τον έλεγχο,  αφότου ο  πρωταγωνιστής εμφανίζεται στο συμβούλιο, ενώ παράλληλα αρχίζει να αναπτύσσει μια σχέση με μια γυναίκα, άγνωστη καταπώς φαίνεται αρχικά, που επίσης θρηνεί την απώλεια του παιδιού της: από εκεί και πέρα πραγματικά οι σεναριογράφοι μοιάζουν να μην ξέρουν τι να κάνουν όλους αυτούς τους χαρακτήρες που έχουν δημιουργήσει, ψάχνουν απεγνωσμένα να χωρέσουν κάπου τον τίτλο, αλλά  μάλλον δεν έχουν βρει κι αυτοί ακριβώς ποιο είναι το θετικό σε όλη αυτή την ιστορία. Οπότε αυτό που καταφέρνουν είναι να αφήσουν ανανταπάντητο το ερώτημα,  γιατί ο κεντρικός ήρωας πρέπει να περάσει αυτή τη δοκιμασία, τι μαθαίνει, αν μαθαίνει κάτι μέσα από αυτήν,  και τελικά ποια είναι αυτή η κρυφή ομορφιά για την οποία πολύς ο λόγος. Η δε παράλληλη ιστορία είναι τόσο εξωφρενική, που πραγματικά απορείς πώς τους ήρθε να την βάλουν κι αυτή μέσα σε  όλο αυτό το χάος που έχουν δημιουργήσει. 
Ο σκηνοθέτης  Ντέιβιντ Φράνκλεν  από την άλλη δεν σώζει την κατάσταση. Δεν φοβάται να γίνει μελό- θέλει να δει βουρκωμένα ματιά στην αίθουσα, και μάλλον θα πετύχει το στόχο του- αλλά συχνά χάνει το μέτρο και μαζί και το νόημα. Από ένα σημείο και μετά σαστίζεις με το πόσο εύκολα   «λύνονται»  τα  πολλαπλά θέματα, που θέτονται επί τάπητος. Το πρόβλημά του  είναι  ότι δεν εμβαθύνει σε κανένα  από αυτά κι έτσι δεν καταφέρνει να αξιοποιήσει μια συμπαθητική ιδέα, με  αρκετές δόσεις σουρεαλισμού,  που θα μπορούσε  κάτω από άλλες συνθήκες να είχε καλύτερη τύχη.
Σίγουρα, οι καλοί ηθοποιοί, ειδικά η Έλεν Μίρεν και η Κέιτ Γουίνσλετ, σώζουν σε πολλές σκηνές τα σεναριακά κενά  και  κρατούν το ενδιαφέρον μας, ενώ ο Γουίλ Σμιθ που θέλει μετά μανίας να αποδείξει ότι μπορεί να παίξει και δράμα, καταφέρνει να συγκινήσει, αν και δεν αποφεύγει τις υπερβολές- έχουμε δει όμως και χειρότερες, είναι η αλήθεια. 
Σε γενικές γραμμές, η ταινία θυμίζει έναν καλό αθλητή στην κακή του μέρα: ενώ ξεκινάει με καλές προδιαγραφές, δεν καταφέρνει να τερματίσει. Ή μάλλον τερματίζει,  αλλά  με… απώλειες.

 Η Μπαλαρίνα και ο μικρός εφευρέτης

  •  (Αnimation)
  • Σκηνοθεσία: Eric Summer και Éric Warin
  • Aκούγονται οι φωνές των: Elle Fanning, Maddie Ziegler and Carly Rae Jepsen.

Ένα τρυφερό animation που θα λατρέψουν σίγουρα τα μικρά κορίτσια, που ονειρεύονται να φορέσουν μια μέρα πουέντ.
Η Φελίτσια,  μια μικρή ορφανή,  το σκάει από το  ίδρυμα μαζί με τον αγαπημένο της φίλο για να κυνηγήσουν το όνειρό τους:  εκείνη  θέλει να γίνει μπαλαρίνα κι  αυτός εφευρέτης. Έτσι βρίσκονται  στο Παρίσι του 1879, την εποχή που ακόμα χτίζεται ο Πύργος του Άιφελ και οι Γάλλοι ετοιμάζουν το Άγαλμα της Ελευθερίας. Μετά από μια  μικρή περιπέτεια,  η Φελίτσια «δανείζεται» την ταυτότητα ενός κακομαθημένου πλουσιόπαιδου και γράφεται  τελικά στην Σχολή Μπαλέτου της Όπερας.  Ο περίγυρος της,  εχθρικός στην αρχή,  συνέχεια της βάζει τρικλοποδιές, αλλά το πάθος της  την πυροδοτεί και δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια. Μέχρι που τελικά  γίνεται το θαύμα. 
Η ιστορία θυμίζει πολλά γνωστά παραμύθια, αλλά έχει τρυφερότητα και αρτιστίκ ατμόσφαιρα με χρώμα μπελ επόκ, αν και βέβαια η μικρή μπαλαρίνα κυκλοφορεί  με σορτσάκια στα θεμέλια του Πύργου του Άιφελ.  Τις χορογραφίες έχουν επιμεληθεί δύο μεγάλα αστέρια της όπερας του Παρισιού, η Aurélie Dupont και ο Jérémie Bélingard,  γεγονός που προσθέτει στην αισθητική της ταινίας.  Θα ευχαριστηθείτε πιρουέτες και  γκραν ζετέ, που αποτελούν και το μεγάλο στόχο της κεντρικής  ηρωίδας. 
Οι χαρακτήρες,  αν και μένουν σε στερεότυπα,  ορισμένες στιγμές είναι συγκινητικοί, όπως   για παράδειγμα, μια  πρώην χορεύτρια που πια δεν μπορεί να ανέβει στη σκηνή και γίνεται δασκάλα της μικρής. 
Η ταινία  εξυμνεί την επιμονή και στέλνει ένα αισιόδοξο μήνυμα,  που αν και τετριμμένο, τα παιδιά το έχουν ανάγκη: ότι δηλαδή με πολύ δουλειά  κι επιμονή όλα  μπορούν να συμβούν. Μάλλον δεν είναι από αυτά τα animation που θα βλέπατε ποτέ μόνοι σας,   αλλά αν συνοδεύσετε ένα μικρό κορίτσι,  σίγουρα θα περάσετε καλά και θα του κάνετε ένα  όμορφο χριστουγεννιάτικο δώρο.  

Vaiana

  • (Animation)
  • Σκηνοθεσία: John Musker and Ron Clements
  • Ακούγονται οι φωνές των: Auli'i Cravalho, Dwayne Johnson, Rachel House, Temuera Morrison, Jemaine Clement, Nicole Scherzinger,  Alan Tudyk. 

Η καινούργια παραγωγή  της Disney είναι μια θαλασσινή περιπέτεια, με έθνικ στοιχεία, που πρωτοπορεί,  υποστηρίζοντας  τη χειραφέτηση των γυναικών.  
Η κεντρική ηρωίδα, η Βαϊάνα, είναι η κόρη του αρχηγού ενός Πολυνησιακού νησιού. Εκείνη  θα αναλάβει τα ηνία μετά τον πατέρα της, που της έχει εμφυσήσει την  καλοσύνη, αλλά όμως έχει θέσει μια απαγόρευση: κανείς δεν μπορεί να περάσει τον ύφαλο, που χωρίζει το  νησί από τον υπόλοιπο κόσμο. Η μικρή   αισθάνεται  όμως  μια έλξη για το άγνωστο. Η χαρούμενη κι ανέμελη ζωή στην πατρίδα της δεν της αρκεί. Όταν μια φοβερή κρίση ξεσπάσει στο ονειρεμένο μέρος της, που απειλεί τους κατοίκους και την ευδαιμονία τους,  με τη βοήθεια της γιαγιάς της, θα ξεκινήσει ένα ταξίδι στον ωκεανό. 
Ο αρχαίος θρύλος λέει ότι η θεά  που τους προστατεύει έχει  θυμώσει, επειδή κάποιος ημίθεος της έκλεψε την καρδιά της.  Μόνο αν την επιστρέψει, εκείνη θα ηρεμήσει και η ζωή θα ξαναβρεί τους κανονικούς της ρυθμούς.  Στόχος λοιπόν της μικρής Βαϊάνα είναι να βρει τον  Μάουι και να τον πείσει να επανατοποθετήσει την καρδιά εκεί που ανήκει. Θα τον ανακαλύψει σε ένα απόμερο νησί και θα συναντήσει την αδιαφορία του.  Η επιμονή της  όμως δεν του αφήνει και πολλά περιθώρια. Έτσι παίρνουν μαζί το δρόμο της επιστροφής, ενώ σταδιακά ανάμεσα τους αναπτύσσεται μια φιλία.  Θα αντιμετωπίσουν τέρατα, εχθρικούς πειρατές, τους κινδύνους του ωκεανού, αλλά και την ξεροκεφαλιά του Μάουι,  μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.
Με φόντο πάντα τον ωκεανό,  οι σκηνοθέτες  John Musker και Ron Clements φτιάχνουν  μια  υδάτινη περιπέτεια, εμπνευσμένη από τους αρχαίους μύθους,  με πολιτισμικά στοιχειά των πολυνησιακών νησιών, και  δημιουργούν μια πρωτότυπη  ηρωίδα, που δεν βλέπουμε συχνά σε  ανάλογες ταινίες. Η Βαϊάνα  δεν είναι κοκκαλιάρα, δεν ενδιαφέρεται για αγάπες κι έρωτες,  αν και γυναίκα τα  βγάζει πέρα μόνη της, βοηθάει το κοινωνικό σύνολο, διεκδικεί το δικαίωμα να έχει τη δική της βούληση και δεν βρίσκει την ευτυχία στο γάμο, αλλά στο να ακολουθεί τον δικό της δρόμο.
Ο Lin-Manuel Miranda, δημιουργός του μιούζικαλ « Ηamilton»,  που γράφει τη δική του ιστορία στο Μπροντγουέι,  επιμελείται τους στίχους των τραγουδιών, που μαζί με την μουσική του Mark Mancina,  δημιουργούν το  πολιτισμικό περιβάλλον  μιας  ιστορίας, που θα σας διασκεδάσει, ενώ  κρύβει  κι ένα ανατρεπτικό μήνυμα:  η  γνώση  είναι προτιμότερη από έναν κατεστημένο παράδεισο. Οπότε αν πάτε με τα παιδιά σας, προετοιμαστείτε  για πολλές  ερωτήσεις.  

 Η Κόκκινη Χελώνα

  • La tortue rouge
  • (Animation)
  • Σκηνοθεσία: Michael Dudok de Wit

O Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ,  βραβευμένος με Όσκαρ για τη μικρού μήκους του «Father and Daughter», δέχτηκε μια πρόταση  από το  Γιαπωνέζικο Studio Ghibli να κάνει με την στήριξή του την πρώτη μεγάλου μήκους του ταινία.  Είναι  η πρώτη φορά που το θρυλικό στούντιο του Χαγιάο Μιγιαζάκι προτείνει μια συνεργασία σε κάποιον που δεν είναι από την Ιαπωνία.  Αποτέλεσμα  αυτής της  πολυαναμενόμενης  σύμπραξης είναι η « Κόκκινη χελώνα», μια ιδιαίτερη δημιουργία, που δεν έχει διαλόγους, μόνο μουσική. Το επίτευγμα της είναι ότι με πολύ λιτό τρόπο και γραφικά  αφηγείται μια συγκινητική ιστορία,  που ξεκινάει ως αγώνας επιβίωσης και καταλήγει σε μια μεγάλη αγάπη.  
Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να ολοκληρωθούν τα γυρίσματα , αλλά οι κόποι ανταμείφτηκαν και η ταινία απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών, ενώ η φήμη της έχει κάνει ήδη τον γύρο του κόσμου. 
Ένας ναυαγός σε ένα έρημο νησί προσπαθεί να επιβιώσει, αλλά και να βρει έναν τρόπο να επιστρέψει στον πολιτισμό.  Όμως μια κόκκινη χελώνα καταστρέφει τις σχεδίες του, καθώς  εκείνη δεν θέλει  να φύγει από το νησί. Ώσπου συμβαίνει κάτι παράδοξο: η χελώνα μετατρέπεται σε μια όμορφη γυναίκα με κόκκινα μαλλιά. Οι δυο τους θα αναπτύξουν  μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης, αφοσίωσης, λατρείας της ζωής και της φύσης και θα δημιουργήσουν  οικογένεια.
Η Ιαπωνική τεχνοτροπία συναντάει την ευρωπαϊκή αισθητική  σε ένα αποτέλεσμα που αξίζει την προσοχή σας. Άλλοτε με εικόνες υψηλής ανάλυσης  και  άλλοτε με απλά γραφικά που  παραπέμπουν σε παλιότερες εποχές και animation, ο ντε Βιτ πλάθει έναν ποιητικό κόσμο, με απόλυτο πρωταγωνιστή τη μουσική (Λορέν Περέζ ντελ Μαρ).  Δεν θα καταλάβετε την απουσία λόγου, αντίθετα θα ταξιδέψετε, απολαμβάνοντας μια σπάνια αρμονία,  και θα ηρεμήσετε. 
Τελικά αυτό  που κάνει την «Κόκκινη χελώνα»  να ξεχωρίζει  είναι πως  σε μια εποχή εντυπωσιασμού μιλάει μόνο με την αλήθειά της  και αφήνει τον θεατή να δημιουργήσει τους δικούς του συνειρμούς.  

Η Ρόζα της Σμύρνης

  • Σκηνοθεσία: Γιώργος Κορδέλλας
  • Παίζουν: Τάσος Νούσιας, Λήδα Πρωτοψάλτη, Ευγενία Δημητροπούλου, Γιλμάζ Γκρουντά (Yılmaz Gruda), Γιούλικα Σκαφιδά, Τζεμ Ακσακάλ (Cem Aksakal), Πέτρος Λαγούτης, Χάρης Εμμανουήλ, Κώστας Καζανάς, Αϊσάν Σουμερτζάν (Aysan Sümercan), Γιάννης Θωμάς

Η «Ρόζα της Σμύρνης» ξετυλίγει μια ερωτική ιστορία που ξεκινάει από τη Σμύρνη του 1922  και φτάνει στην Αθήνα της δεκαετίας του ’80. 
Σμύρνη 1922: Η Ρόζα (Λήδα Πρωτοψάλτη), κόρη εύπορης οικογένειας, παντρεύεται εσπευσμένα. Aθήνα 1987: H Ρόζα ζει με την εγγονή της Μαριάννα (Ευγενία Δημητροπούλου),  κουβαλώντας ένα επτασφράγιστο μυστικό που δεν θέλει να μοιραστεί με κανέναν. Το συλλεκτικό πάθος του Δημήτρη (Τάσος Νούσιας), ενός αρχιτέκτονα, τον οδηγεί στα παράλια της Μικράς Ασίας και στα χνάρια της αινιγματικής Ρόζας. Μια παλιά φωτογραφία και ένα νυφικό είναι αρκετά για να ανασυρθεί μια ερωτική ιστορία από το παρελθόν και να γεννηθεί μια καινούργια.
« Η αφήγηση επικεντρώνεται στις δραματικές συγκρούσεις των χαρακτήρων», σημειώνει ο Γιώργος Κορδέλλας, « που επηρεάζουν τη ζωή και τις σχέσεις τους, καθώς καλούνται να κάνουν υπερβάσεις που ποτέ δεν είχαν φανταστεί. Καταγράφει τη σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωσή τους, μια διαδρομή σε λαβύρινθους εμμονών και φόβων, που πρέπει να εξορκιστούν. Παράλληλα θέτει ερωτήματα σχετικά με τις ανθρώπινες αγκυλώσεις και εμμονές, όσο και για τις απλοποιημένες γενικεύσεις της ανάγνωσης της ιστορίας».
Το σενάριο της ταινίας, που γυρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Μυτιλήνη και την Αθήνα,  υπογράφει η Χριστίνα Λαζαρίδη και  είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα του Γιάννη Γιαννέλλη-Θεοδοσιάδη «Ισμαήλ και Ρόζα» (εκδόσεις Πατάκη). Την ταινία ντύνει η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, ενώ τα τραγούδια σε στίχους  του σκηνοθέτη, ερμηνεύουν η Χάρις Αλεξίου, ο Μανώλης Μητσιάς και η Αρετή Κετιμέ.