Νέες ταινίες: Η Νάταλι Πόρτμαν ως Τζάκι πάει για Οσκαρ
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Νέες ταινίες: Η Νάταλι Πόρτμαν ως Τζάκι πάει για Οσκαρ

Δύο οσκαρικές ταινίες περιλαμβάνει η κινηματογραφική εβδομάδα που ξεκινά. Τζάκι V/S Moonlight. 

Jackie

  • Σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαραΐν  
  • Παίζουν: Νάταλι Πόρτμαν,  Πίτερ Σάρσγκααρντ,  Τζον Χαρτ, Γκρέτα Γκέργουιγκ κ.α

Περίληψη: Στις 22 Νοεμβρίου του 1963, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στο Ντάλας, ο Τζον Κέννεντι δολοφονείται και το ροζ ταγέρ της Τζάκι ποτίζεται από το αίμα του. Παρά την τραγωδία της απώλειας, μια εβδομάδα μετά καλείται να παρηγορήσει τα δυο της μικρά παιδιά, να αδειάσει το σπίτι που ανακαίνισε με πολύ κόπο και να οργανώσει την κηδεία του άντρα της. Η Τζάκι συνειδητοποιεί γρήγορα ότι οι επόμενες εφτά μέρες θα καθορίσουν πώς ο σύζυγός της αλλά και η ίδια θα μείνουν στην Ιστορία.

 

Ο Χιλιανός σκηνοθέτης Πάμπλο Λαραΐν   στην πρώτη του αγγλόφωνη ταινία υπογράφει μια ανατρεπτική βιογραφία της  πιο διάσημης Πρώτης Κυρίας των ΗΠΑ και η Νάταλι Πόρτμαν  καταθέτει μια καθηλωτική ερμηνεία.

 

Ο Ντάρεν Αρονόφσκι, παραγωγός της ταινίας, επέλεξε ένα μη Αμερικανό να σκηνοθετήσει  αυτή την φιλόδοξη βιογραφία της Τζάκι Κέννεντι.  Ο Λαραΐν, που   δεν έχει γαλουχηθεί με τους θρύλους της οικογένειας Κέννεντι, προσεγγίζει το υλικό του αποκαλυπτικά, χωρίς να μένει σε μια απλή περιγραφή των γεγονότων, έχοντα στα χέρια το  δυνατό σενάριο του Νόα Οπεγχάιμερ ( Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Βενετίας).

Η ταινία παρακολουθεί τα όσα συνέβησαν  λίγο πριν και κυρίως μετά τη δολοφονία του Τζων Κέννεντι, μέσα από μια συνέντευξη που δίνει η Τζάκι σε έναν  δημοσιογράφο της Hyannis Port , και στέκεται στο ανθρώπινο πρόσωπο της «άγνωστης πριγκίπισσας», όπως πολλοί την αποκαλούν.  

Η κάμερα του Λαραΐν ακολουθεί στενά  την ηρωίδα του και εστιάζει στη συντριβή της, αλλά και στην αποφασιστικότητά της να επιζήσει μετά από την καταστροφή, φτιάχνοντας τελικά ένα προσωποκεντρικό δράμα, που  ρίχνει φως σε ένα ολόκληρο σύστημα. Γιατί η Τζάκι ήταν κομμάτι ενός μηχανισμού και μέσα σε αυτόν προσπάθησε να ζήσει τη  δική της ζωή.   Η ταινία, αποκαλύπτοντας το περιβάλλον του Λευκού Οίκου,  προβάλλει όχι μόνο την ευάλωτη πλευρά της, αλλά και την αδιάκοπη προσπάθειά της να επιβιώσει  σε αυτόν τον κόσμο, που ήταν αναπόσπαστό κομμάτι του. Παράλληλα  κινηματογραφεί με άκρως ενδιαφέροντα και πρωτότυπο τρόπο  τη στιγμή της δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου, αλλά και όσα συνέβησαν πίσω από τις κάμερες. 

Βέβαια το πιο δυνατό χαρτί του Λαραΐν είναι η πρωταγωνίστριά του, η Νάταλι Πόρτμαν, που διεκδικήσει το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου, έχοντας ως βασική της αντίπαλο την Έμμα Στόουν.  Η Πόρτμαν με ντελικάτη κομψότητα, που δεν χάνει ούτε στις στιγμές του σπαραγμού της,   υιοθετεί δυο πρόσωπα: της Κέννεντι και της Τζάκι και μπαινοβγαίνει σε αυτά με λεπτά γυρίσματα  στη φωνή, δείχνοντας  την αγωνία της ηρωίδας της  να είναι, αλλά και να φαίνεται. Το πλέον όμως εντυπωσιακό στην ερμηνεία της είναι πως  κάποιες στιγμές  τολμάει να δείξει  το ασίγαστο  πάθος της για τη ζωή.  Καταρρίπτει έτσι την  «τέλεια» εικόνα της και  παρουσιάζει ένα σκληρό, ίσως κάποτε και κυνικό πρόσωπο, χωρίς κριτική διάθεση. Δεν ξέρω  αν η ίδια η Τζάκι θα ήταν ικανοποιημένη, όμως η Πόρτμαν σίγουρα πετυχαίνει  να συγκροτήσει το πιο ολοκληρωμένο πορτρέτο της   διάσημης Πρώτης Κυρίας που έχουμε δει ποτέ.

Λαμβάνοντας υπόψη της τα όσα συνέβησαν μετά,  φτιάχνει μια αξιοπρόσεκτη  και θαρραλέα διαδρομή ενός προσώπου  σχεδόν μυθικού για την  αμερικανική κουλτούρα, που τελικά έζησε  όπως εκείνη μάλλον ήθελε, παλεύοντας με την Ιστορία, την απώλεια και τις προσωπικές τις επιθυμίες.

 Ο διχασμένος-(Split)

  • Σενάριο-Σκηνοθεσία:Μ. Νάιτ Σιάμαλαν
  • Παίζουν: Τζέιμς ΜακΑβόι, Άνια Τέιλορ-Τζόι, Μπέτι Μπάκλεϊ

 Περίληψη: Ο Κέβιν είναι ένας  νεαρός που πάσχει από διασχιστική διαταραχή, με αποτέλεσμα να έχει 23 διαφορετικές και τελείως διακριτές μεταξύ τους προσωπικότητες. Όταν μια από  aυτές κυριαρχεί, απάγει και φυλακίζει σε ένα σκοτεινό, υπόγειο δωμάτιο, τρία νεαρά κορίτσια και τότε, μια 24η, κρυμμένη προσωπικότητα, όμοια με τέρας, ετοιμάζεται να ξεπροβάλλει, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της απόλυτης παράνοιας. 

 

 

Ο Μ. Νάιτ Σιάμαλαν (Η Έκτη Αίσθηση, Άφθαρτος)  επιστρέφει με ένα θρίλερ για γερά νεύρα  που μας εισάγει για ακόμα μια φορά στο μυστηριώδες σύμπαν του.

Ο Τζέιμς Μακ Αβόι, σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, υποδύεται έναν νέο με διασχιστική διαταραχή προσωπικότητας.  Είκοσι τρία διαφορετικά πρόσωπα  βασανίζουν τον ήρωά του, όμως η γιατρός Φλέτσερ (Μπέτι Μπάκλεϊ) που τον εποπτεύει θεωρεί πως η περίπτωσή του  αποκαλύπτει τις άπειρες δυνατότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου.  Όταν μια από τις 23 προσωπικότητές του κυριαρχεί, απαγάγει και φυλακίζει σε ένα σκοτεινό, υπόγειο δωμάτιο, τρία νεαρά κορίτσια.  Μια εκ των τριών, η Κέισι (Άνια Τέιλορ-Τζόι) έχει τη δική της τραυματική ιστορία, που  ανασύρεται μέσα στη φυλακή της. 

Ο  Σιάμαλαν  μπολιάζει με φαντασιακά στοιχεία μια ψυχιατρική ασθένεια, που θεωρείται θέμα ταμπού, για να μιλήσει τελικά για τα όρια της ανθρώπινης φύσης, αποκαλύπτοντας  την πιο σκοτεινή της πλευρά.  Ο πόνος και  τα προσωπικά τραύματα λειτουργούν  στον κόσμο της ταινίας ως σανίδες σωτηρίας, μέχρι που η 24η προσωπικότητα του  Κέβιν έρχεται στην επιφάνεια. Τότε ακόμα και η γιατρός Φλέτσερ, που παλεύει για την περίπτωση του ασθενή της με πάθος,  θα  βρεθεί προ εκπλήξεων.

Βλέποντας μια ταινία του  Σιάμαλαν,  μετά από την «Έκτη αίσθηση» όλοι περιμένουμε εναγωνίως το φινάλε, αναζητώντας στοιχεία κι ενδείξεις που θα μας οδηγήσουν στη λύση του μυστηρίου. Στον «Διχασμένο»  όμως η ιστορία ξεδιπλώνει τα χαρτιά της  νωρίς και  η απάντηση είναι σχεδόν προφανής από το πρώτο  μισό.  Ο σκηνοθέτης όμως , που είναι δεξιοτέχνης στο σασπένς,  καταφέρνει να δημιουργεί   κλίμα έντασης  κι αγωνίας, καλλιεργώντας τον τρόμο σε κάθε πλάνο.  

Τα πράγματα αρχίζουν να χαλάνε όταν η αλλόκοτη ιστορία παίρνει μια μεταφυσική διάσταση, που δεν αντέχει , παρά τις δυνατές ερμηνείες των πρωταγωνιστών του και τα  μυστηριώδη του πλάνα, υποβλητικά φωτισμένα από τον Μάικλ Γκιουλάκις. Οι αλληγορίες του σε σχέση με την ηθική και την  ύπαρξη υποσκιάζονται από εντυπωσιασμούς και  σκηνές δράσης, με αποτέλεσμα   ο βασικός του άξονας να ξεθωριάζει.  Ο Σιάμαλαν φαίνεται πως δεν μπορεί να αποφασίσει για το τέλος κι ενώ η βασική του ιστορία έχει προ πολλού κλείσει και όλα έχουν λυθεί,  εκείνος τα τελευταία λεπτά επιμένει  να φορτώνει την ταινία με σκηνές,  με στόχο μάλλον να εξηγήσει τους συμβολισμούς  που επιχειρεί, προσπαθώντας  να προσδώσει συναισθηματικές εντάσεις.

Ο Τζέιμς Μακ Αβόι κάνει έναν υποκριτικό άθλο, παίζοντας περίπου επτά διαφορετικές προσωπικότητες,  και είναι σε όλες  απολαυστικός:  με παράδοξο χιούμορ, μάτι που γυαλίζει  και εξαιρετική τεχνική γίνεται η απόλυτη ενσάρκωση του τρόμου. Η ταινία όμως χρωστάει πολλά  και στην Μπέτι Μπάκλεϊ (βετεράνο του μουσικού θεάτρου) που υποδύεται την γιατρό Φλέτσερ, που η ευγένειά της   λειτουργεί λυτρωτικά στο ζοφερό κλίμα του κόσμου που χτίζει ο Σιάμαλαν. Αλλά και η   Άνια Τέιλορ-Τζόι, με τα μεγάλα της υγρά μάτια,  είναι ένα αντίβαρο  στην ψυχωσική παρουσία του Κέβιν, δίνοντας μια άλλη όψη του πόνου.

Moonlight

  • Σκηνοθεσία: Μπάρι Τζένκινς
  • Παίζουν: Μαχερσάλα Άλι, Ναόμι Χάρις, Σαρίφ Ερπ,  Τζανέλ Μονέ, Ντουάν Σάντερσον, Τρέβαντ Ρόουντς, Άστον Σάντερς , Άλεξ Χίμπερτ

 Περίληψη: Η ζωή ενός άντρα από την παιδική του ηλικία έως και την ενηλικίωση, καθώς παλεύει να βρει τη θέση του στον κόσμο. Ένα ζωτικό πορτρέτο, σε τρία κεφάλαια, της σύγχρονης ζωής ενός αφροαμερικανού κι ένας ποιητικός διαλογισμός πάνω στην ταυτότητα, την οικογένεια, τη φιλία, την αγάπη.

 

O Μπάρι Τζένκινς επιστρέφει με τη δεύτερη του ταινία μετά από το «Medicine for Melancholy» και αφηγείται  μια συγκινητική ιστορία, αποσπώντας τη Χρυσή σφαίρα καλύτερης δραματικής ταινίας  και οχτώ υποψηφιότητες για  Όσκαρ. 

Βασισμένος σε ένα θεατρικό έργο του Ταρέλ Άλβιν ΜακΚρέινι με τίτλο « In Moonlight Black Boys Look Blue»,  που το  χρησιμοποιεί εντελώς κινηματογραφικά, ο Τζένκινς,  παρακολουθεί  τη ζωή ενός έγχρωμου άντρα στο Μαϊάμι, σε τρεις φάσεις: από την παιδική του ηλικία, στην εφηβεία , φτάνοντας  μέχρι την ενήλική του ζωή.  Τρεις διαφορετικοί  ηθοποιοί υποδύονται τον Σαϊρόν, τον κεντρικό ήρωα,  και συνθέτουν  το πορτρέτο ενός πλάσματος που  πορεύεται ουσιαστικά πάντα μόνο.

Αν και πολλοί θεωρούν ότι η ταινία εξετάζει το τι σημαίνει να είναι κανείς μαύρος σήμερα στην Αμερική, ο Τζένκινς συνθέτει μια ιστορία , όπου το χρώμα δεν έχει και τόσο σημασία, επικεντρώνοντας στο πώς  το κοινωνικό περιβάλλον επηρεάζει τη μοίρα των ανθρώπων.

Ο μικρός Σαϊρόν, που τον υποδύεται  ο συγκινητικός Άλεξ Χίμπερτ, μεγαλώνει σε μια φτωχή συνοικία με μια μητέρα εθισμένη στα ναρκωτικά (Ναόμι Χάρις).  Θύμα μπούλινγκ στο σχολείο, λόγω  μιας ομοφυλοφιλίας που αρχίζει να εκδηλώνεται σταδιακά, τον βρίσκει και τον παίρνει υπό την προστασία του ο Χουάν,  ένας ντίλερ, μαζί με την κοπέλα του, Τερέσα. Ο Χουάν γίνεται γι' αυτόν ένα πατρικό πρότυπο. 

Σε δεύτερη φάση, στην εφηβεία,  ο μικρός  Σαϊρόν παραμένει εσωστρεφής, βαθιά δυστυχισμένος,  μέχρι που γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός συμμαθητή του, του Κέβιν.   Δέχεται τις βίαιες συμπεριφορές των υπολοίπων συμμαθητών του, αλλά και της μητέρας  του- η Χάρις την υποδύεται και στις τρεις ηλικίες, κλιμακώνοντας τα στάδια εθισμού της- , ενώ ο Χουάν πια έχει  πεθάνει. Δεν  μαθαίνουμε  ποτέ πώς, αλλά το συμπεραίνουμε από το κλίμα της ταινίας, όπως πολλά ακόμα, που ο Τζένκινς επιλέγει να μας επικοινωνεί υπαινικτικά .  Όταν  ο  Σαϊρόν πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού, ξεσπάει με απρόσμενα αποτελέσματα. 
Στο τρίτο κεφάλαιο, ο ήρωας,  ενήλικας πια,  έχει μπει στον κόσμο της παρανομίας,  ακολουθώντας τα βήματα του Χουάν, αλλά και υιοθετώντας τη σκληρή συμπεριφορά που κάποτε  υπέμενε στωικά. Διατηρεί όμως μέσα του μια σπάνια ευαισθησία. Μετά από ένα τηλεφώνημα του Κέβιν, ταξιδεύει για να βρει τον παλιό του φίλο, σε μια προσπάθεια εξερεύνησης της ταυτότητάς του.

Ο Τζένκινς παρακολουθεί   περισσότερο την εσωτερική διαδρομή των  ηρώων του,  εστιάζει σε βλέμματα και επιμένει στις σιωπές, παρά στα γεγονότα. Παράλληλα καταγράφει τη βία: πώς γεννιέται και πώς αναπτύσσεται, κάνοντας ένα υποδόριο, αλλά σαφές  κοινωνικο-πολιτικό σχόλιο. Στέκεται  όμως με τρυφερότητα  και σε  ανθρώπινες στιγμές:  ένα τσιγάρο που καπνίζουν δυο νεαρά αγόρια στην παραλία, μια αγκαλιά, ένα τρυφερό άγγιγμα- που λειτουργούν ανακουφιστικά για τον θεατή, μέσα  σε αυτή την τραγική  ιστορία,  που τη διαπερνά μια αβάσταχτη μοναξιά.

Οι τρεις πρωταγωνιστές του εκφράζουν με βαθιά εσωτερικότητα  τις πληγές αυτού του πλάσματος,  που δεν μπορεί να ενταχθεί στον κόσμο, γιατί δεν του επιτρέπεται, αλλά και την επιθυμία του να αγαπάει και να αγαπιέται.

Ο Τζένκινς αποφεύγει τους μελοδραματισμούς και τις καταγγελτικές  τυμπανοκρουσίες και  φωτίζει με λυρισμό την ανθρώπινη διάσταση των προσώπων,  χωρίς όμως ποτέ να φτάνει σε μια κάθαρση, πράγμα που βαραίνει εξαιρετικά τον θεατή.   Υπογράφει  τελικά μια θαρραλέα και τολμηρή  ταινία,  καθόλου  προκλητική, που χρειαζόταν μερικές ανάσες, γιατί ο κόσμος  μπορεί να είναι ένα ατέλειωτο μαρτύριο, όμως η τέχνη υπάρχει  και για να μας παρηγορεί. 

Σιωπηλός Μάρτυρας (Ντοκιμαντέρ)

  • Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
  •  Έρευνα-σενάριο: Γλυκερία Πατραμάνη

Περίληψη: Στα τέλη του 2010, ο Δήμος Τρικάλων ανακοινώνει το σχέδιο αξιοποίησης ενός από τα χαρακτηριστικότερα μνημεία της πόλης, του συγκροτήματος της παλιάς φυλακής. Η συγκεκριμένη φυλακή χτίστηκε το 1895 στις όχθες του ποταμού Ληθαίου, δίπλα σε ένα από τα μεγαλύτερα τεμένη της Ελλάδας , που χρονολογείται από τον 16ο αιώνα, το τζαμί του Οσμάν Σαχ, αλλά και την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Η φυλακή λειτούργησε ως το 2006, οπότε και εγκαινιάστηκαν νέες κτιριακές εγκαταστάσεις έξω από την πόλη.

 

 

Ο καλός Έλληνας ντοκιμαντερίστας Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος   ανασκολοπίζοντας την ιστορία της φυλακής των Τρικάλων,  θέτει ένα ζήτημα ιστορικής μνήμης.  

 Όταν το 2011 ξεκίνησαν  τα γυρίσματα της ταινίας, ο δήμος  έχει  ήδη αποφασίσει να αναδείξει τα οθωμανικά λουτρά  του 16ου αιώνα που βρίσκονται κάτω από το κτίριο της φυλακής. Το καλοκαίρι του 2014  εξασφάλισε  ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την μετατροπή της παλιάς φυλακής σε  «Κέντρο έρευνας- Μουσείο Τσιτσάνη». Οι εργασίες, που αναμένεται να ολοκληρωθούν μέσα στο 2017, επιφέρουν ολοκληρωτική αλλαγή στη φυσιογνωμία του συγκροτήματος, με αποτέλεσμα τίποτα να μη θυμίζει  φυλακή, καθώς , όπως ειπώθηκε δεν αποτελεί  σημείο ιστορικής αναφοράς, αν και υπήρξε τόπος κράτησης πολιτικών κρατουμένων. 

Έχοντας ως πρωταγωνιστές επτά πρόσωπα  που σχετίζονται  με τη φυλακή, είτε ως πρώην  κρατούμενοι είτε ως εργαζόμενοι, ο σκηνοθέτης αναρωτιέται για το αν  μπορεί κάποιος να παραγράψει μια σελίδα της ιστορίας.

Ο  πολιτικός κρατούμενος και αγωνιστής της αντίστασης Αλκιβιάδης Ζαμπακάς, ο πολιτικός κρατούμενος στην περίοδο της δικτατορίας Θανάσης Αθανάσιου, ο ποινικός κρατούμενος Κώστας Σαμαράς, ο συνταξιούχος σωφρονιστικός υπάλληλος Γιάννης Αγκούμης, ο τελευταίος διευθυντής της φυλακής Βασίλης Ντάφος, η εκπαιδευτικός Έφη Χατζημάνου και η συγγραφέας-ερευνήτρια Μαρούλα Κλιάφα,  μας ξεναγούν στο εσωτερικό της φυλακής και με τις αφηγήσεις τους ξαναζωντανεύουν τον μικρόκοσμό της, αποκαλύπτοντας   την ιστορία  της, που έμμεσα αντανακλά  την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. 

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος επιλέγει να μελετήσει το θέμα μέσα από   μια ιδιαίτερη οπτική, αυτή  του εγκλεισμού, καταγράφοντας τις ιστορίες των προσώπων με συγκινητικό τρόπο, αλλά αντιμετωπίζοντας και την ίδια τη φυλακή ως πρόσωπο. Την κινηματογραφεί σε διαφορετικές ώρες κι εποχές: άλλοτε με βροχή, άλλοτε με ήλιο, άλλοτε με χιόνι,  δείχνοντας τελικά  πως είναι ένα ζωντανός οργανισμός. 

Συνδέει παράλληλα  την ιστορία της με την  τοπική  κοινωνία, αποδεικνύοντας πώς οι χώροι αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον. Καταγράφει επίσης τις αρχαιολογικές εργασίες  για την ανάδειξη του λουτρού, αλλά και την αλλαγή  της φυσιογνωμίας της φυλακής, λίγο πριν  χαθεί στη δίνη του χρόνου.

Αγκαλιάζοντας το θέμα από όλες τις πλευρές,   ο «Σιωπηλός Μάρτυρας»  είναι μια κατάθεση ιστορική,  αλλά και βαθιά ανθρώπινη για όλα όσα δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Παίζονται επίσης:

Ο καλύτερος φίλος μου (A Dog’s Purpose)

  • Σκηνοθεσία: Λάσε Χάλστρομ
  • Παίζουν: Μπριτ Ρόμπερτσον, Κ. Τ Άπα, Τζον Όρτιζ, Ντένις Κουέιντ, Τζος Γκαντ

 

Ο Λάσε Χάλστρομ («Chocolat», «Ένα ταξίδι 30,5 μέτρα μακριά») σκηνοθετεί το best-seller βιβλίο «A Dog’s Purpose» του Γ. Μπρους Κάμερον, και μας θυμίζει το μεγαλείο της καρδιάς του καλύτερου φίλου του ανθρώπου.

 

Κατά τη διάρκεια πέντε δεκαετιών, η αφηγηματική φωνή ενός σκύλου (φωνή: Τζος Γκαντ) μας ταξιδεύει σε ένα καθηλωτική ιστορία που μιλάει κατευθείαν στις καρδιές όσων έχουν αγαπήσει ένα ζώο. 

Το 1962, ο οκτάχρονος Ίθαν Μοντγκόμερι (Μπράις Γκέισαρ) και η μητέρα του (Τζούλιετ Ράιλανς) διασώζουν ένα κουτάβι γκόλντεν ριτρίβερ,  που το   μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Παρά τις αμφιβολίες του πατέρα του Ίθαν (Λιούκ Κίρμπι), η οικογένεια υιοθετεί το κουτάβι που το ονομάζουν Μπέιλι. Έκτοτε ξεκινάει  η φιλία μιας ολόκληρης ζωής.  Ο Μπέιλι είναι εξ’ ολοκλήρου ευθύνη του Ίθαν.  Αυτός τον ταΐζει, τον βγάζει βόλτα και τον εκπαιδεύει.  

Καθώς ο  μικρός  φτάνει στην εφηβεία ( Κ. Τ Άπα), ερωτεύεται για πρώτη φορά τη γοητευτική και τρυφερή Χάνα (Μπριτ Ρόμπερτσον), ενώ παράλληλα παραμένει αχώριστος με τον σκύλο του. Ξεκινώντας το κολλέγιο όμως, ο Ίθαν υποχρεώνεται να αφήσει τον πιστό του φίλο στο πατρικό του σπίτι. Κατά τη διάρκεια  των σπουδών του, ο Μπέιλι αρρωσταίνει και πεθαίνει. 

Ενώ νομίζουμε ότι αυτό είναι το τέλος της σχέσης τους, ο Μπέιλι ξαναγεννιέται στο σώμα του Έλι, ενός γερμανικού ποιμενικού που δουλεύει με την αστυνομία του Σικάγο. Στη συνέχεια, ο Μπέιλι ξαναγεννιέται ως σκύλος ράτσας κόργκι με το όνομα Τίνο και μετά ως αυστραλέζικος ποιμενικός με το όνομα Μπάντι. 

Αν και ο  τετράποδος ήρωας  δεν μπορεί να καταλάβει,  γιατί η ψυχή του συνεχίζει να επιστρέφει ξανά και ξανά σε νέες περιπέτειες, θα συνειδητοποιήσει ότι ο σκοπός της ζωής του είναι η επανασύνδεσή του με τον αγαπημένο του, μοναδικό φίλο, τον Ίθαν. 

Έξοδος 1826

  • Σενάριο – σκηνοθεσία: Βασίλης Τσικάρας
  • Παίζουν: Λεωνίδας Κακούρης, Μαρία Ανδρούτσου, Δημήτρης Παπαδόπουλος,, Αντώνης Σιώπκας, Χρήστος Μπάτζιος κ.α

 

 

Ο συγγραφέας  και σκηνοθέτης Βασίλη Τσικάρας, μετά από ιστορική έρευνα και εμπνευσμένος από το δημοτικό τραγούδι «Τα παιδιά της Σαμαρίνας»,  αφηγείται την  ιστορία των 120 ανδρών, Βλάχων από τη Σαμαρίνα, οι οποίοι άφησαν τις οικογένειες και τον τόπο τους και έσπευσαν να συμμετάσχουν στην ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου.

Ο καπετάνιος Μίχος Φλώρος επιστρέφει στη Σαμαρίνα για να πάρει κι άλλους άντρες και να τους οδηγήσει στο Μεσολόγγι,  συμπληρώνοντας το ήδη υπάρχον σώμα. Με τη βοήθεια του Ηλία Μανάκα κι άλλους 25 αγωνιστές ξεκινούν ένα μακρύ ταξίδι, προκειμένου να συναντήσουν στο Μεσολόγγι  τον Ζήση Χατζημάτη και τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους. Στις 31 Μαρτίου του 1826 ξεκινά η δύσκολη πορεία τους μέσα από τα βουνά. Την ίδια ώρα, οι γυναίκες στο χωριό προσπαθούν να μάθουν από την Ελένη Φλώρου  την πραγματική αιτία της ξαφνικής φυγής των αντρών τους. Ο Ιμπραήμ πασάς και ο Τούρκος Φρούραρχος της Άρτας Ν. Σερβάν όμως  ετοιμάζουν την τελική επίθεση στο Μεσολόγγι.

Η ταινία «Έξοδος 1826» βασίζεται στην αληθινή ιστορία  της Εξόδου του Μεσολογγίου,  που προκλήθηκε από τους πολιορκημένους, όταν η άμυνα προς τα τουρκικά και αιγυπτιακά στρατεύματα ήταν αδύνατη. Οι εγκλωβισμένοι

Έλληνες αναγκάστηκαν να κάνουν μια απελπισμένη κίνηση για την ελευθερία, βγαίνοντας από τα τείχη της πόλης, για να πολεμήσουν με τους πολιορκητές,  ενώ η τρομερή πείνα και η δίψα τους οδηγούσε σε βέβαιο θάνατο.

Οι Τούρκοι από την άλλη πλευρά είχαν ήδη προειδοποιηθεί από κατασκόπους και προετοιμάστηκαν για να αποφευχθεί το χτύπημα. Ένα ηρωικό αλλά και τραγικό συμβάν που συνέβη τη νύχτα μεταξύ της 10ης και 11ης Απριλίου, 1826, συγκαταλέγεται στις  ιστορικές μάχες της Ελληνικής επανάστασης του 1821. 

Resident Evil: Το τελευταίο κεφάλαιο (Resident Evil: The final Chapter)

  • Σενάριο- σκηνοθεσία: Πολ Γ. Σ. Αντερσον
  • Παίζουν: Μίλα Γιόβοβιτς, Αλι Λάρτερ, Σον Ρόμπερτς, Ρούμπι Ρόουζ

 

 

Αυτή είναι η έκτη και τελευταία ταινία της κινηματογραφικής μεταφοράς του διάσημου video game  Η ιστορία συνεχίζεται από το σημείο που την είχαμε αφήσει στο τέλος του «Resident Evil: Η Τιμωρία». 

Η ανθρωπότητα πνέει πλέον τα λοίσθια, αφού η Alice προδόθηκε από τον Wesker στην Ουάσιγκτον και οι ορδές των ζόμπι αφάνισαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Η  κεντρική ηρωίδα καλείται να επιστρέψει στο Raccoon City, όπου η σατανική Umbrella Corporation συγκεντρώνει τις δυνάμεις της για το τελικό χτύπημα. Σε μια γενναία μάχη με το χρόνο, η Alice θα ενώσει τις δυνάμεις της σε αυτή την τελευταία της αποστολή με παλιούς γνώριμους και θα προετοιμάσει το έδαφος για νέες συμμαχίες. Πρόκειται για το τελευταίο κεφάλαιο και την υπέρτατη περιπέτεια, ώστε να αποτραπούν τα σχέδια της Umbrella Corporation που θέλει να εξαλείψει το ανθρώπινο είδος από προσώπου γης.

Το «Resident Evil»  θεωρείται η πιο επιτυχημένη εμπορικά μεταφορά video game στον κινηματογράφο. Όλα αυτά τα χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα φανατικό κοινό που πάντα αδημονεί για την επόμενη ταινία.  Σκοπός των παραγωγών αυτή τη φορά ήταν να δημιουργήσουν ένα φινάλε αντάξιο της σειράς. Γι’ αυτό το λόγο  αντιμετώπισαν, όπως έχουν δηλώσει, την ταινία κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα τόσο από άποψη αφήγησης, αλλά και εξέλιξης της ιστορίας.