«Ακυβέρνητες πολιτείες» -Η νυχτερίδα: Η BOVARY βρέθηκε στην πρεμιέρα και μίλησε με τους συντελεστές
ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ

«Ακυβέρνητες πολιτείες» -Η νυχτερίδα: Η BOVARY βρέθηκε στην πρεμιέρα και μίλησε με τους συντελεστές

Ένα φιλόδοξο πρότζεκτ του Εθνικού Θεάτρου και Θεάτρου Τέχνης ολοκληρώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τρεις σκηνοθέτες,- η Έφη Θεοδώρου, ο Γιάννης Λεοντάρης και τώρα ο Άρης Τρουπάκης- ανέλαβαν το δύσκολο εγχείρημα να μεταφέρουν επί σκηνής ένα από τα πιο σημαντικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας τις «Ακυβερνήτες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα.

Η τριλογία του μεγάλου συγγραφέα που κατέγραψε με την ιδιαίτερη γλώσσα του και αδυσώπητη ειλικρίνεια μια ολόκληρη εποχή ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης στη Φρυνίχου από έναν ικανό θίασο δέκα ηθοποιών και μας ταξιδεύει στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο και στη Λιβύη, όπου παρακολουθούμε πώς οι Έλληνες πάλεψαν για την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους. Ο Άρης Τρουπάκης σκηνοθετεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, την «Νυχτερίδα», η οποία εκτυλίσσεται στη δίνη των γεγονότων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καλύπτοντας την περίοδο που σημαδεύεται από την εξέγερση του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή, τη βίαιη καταστολή του κινήματος του Ναυτικού τον Απρίλη του ‘44, για να καταλήξει στα γεγονότα της Συμφωνίας του Λιβάνου.

Ο ίδιος συγκινείται από την έννοια του συνόλου που προτάσσει ο Τσίρκας και στήριξε τον σκηνοθετικό του άξονα σε αυτό το «μαζί» που σήμερα μοιάζει τόσο μακρινό.

«Το βιβλίο αυτό μιλάει για έναν κόσμο που δεν υπάρχει μάλλον πια, μιλάει για σύνολα, για ιδέες. Μερικά πράγματα ίσως δεν έχουν νόημα πλέον, αλλά κάποιοι άνθρωποι πίστεψαν σε αυτά κι έδωσαν τη ζωή τους για να τα υπερασπιστούν. Δυστυχώς, ο κόσμος του Τσίρκα μάλλον χάθηκε μέσα στην απίστευτη βολή του να φταίνε συνεχώς πολλοί άλλοι  για πολλά, σε τέτοιο βαθμό που πλέον να θεωρούμε ότι δεν έχουμε καμία ευθύνη». Το πολιτικό υπόβαθρο της ιστορίας είναι δεδομένο, άλλωστε το εν λόγω βιβλίο προκάλεσε πληθώρα αντιδράσεων και ήταν ένας από τους βασικούς λόγους διαγραφής του Τσίρκα από το ΚΚΕ, όμως η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι «μπλέκει τα σημαντικά και μεγάλα με τα μικρά της ζωής με έναν τρόπο μοναδικό», όπως επισημαίνει ο κύριος Τρουπάκης.

«Ο έρωτας, για παράδειγμα, κυριαρχεί σε αυτό το τρίτο βιβλίο», μου λέει η Κατερίνα Λυπηρίδου, αναφέροντας ένα απόσπασμα:  «Όταν έπεφτε να κοιμηθεί, γλιστρούσα στο κρεβάτι του σα νυχτερίδα. Κολλούσα πάνω του κι όσο κρατούσε το αγκάλιασμα, τσιμουδιά. Ύστερα έφευγα, χανόμουν μέσα στη νύχτα, λέει η γριά υπηρέτρια του Πρωτέα, η Νυχτερίδα» , ενώ η Φράου Άννα, από την «Λέσχη» αναφωνεί:

«Τόσες λαχτάρες, τόσες αγρύπνιες άδικα. Να τους ακούς να μουγκρίζουν και να χάνεις τον κόσμο. Γιατί να μην μπορεί να πεθάνει ο άνθρωπος παρευτύς όταν το ζητήσει;». Νομίζω ότι αυτές οι δυο γυναίκες συμπυκνώνουν στην ουσία αυτή την υπέροχη  σύνδεση του ατομικού και του συλλογικού που καταφέρνει ο Τσίρκας μέσα από τη γραφή του».  

Η Ηλέκτρα Νικολούζου προσθέτει ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες των «Ακυβέρνητων Πολιτειών», έχουν ειδικό ενδιαφέρον, αν και συχνά ο ρόλος της γυναίκας στο έργο του Τσίρκα αποτελεί αίνιγμα για την ίδια: «Μέσα από τη δική τους φωνή αντιλαμβανόμαστε πώς η Ιστορία σφραγίζει τη ζωή και τη μοίρα των ανθρώπων με ένα  τρόπο σπαρακτικό και κατά τη γνώμη μου βαθιά συγκινητικό».

Την διασκευή υπογράφει η έγκριτη θεατρολόγος και διευθύντρια της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου Έλσα Αδριανού, που θεώρησε τη μεταφορά ενός τόσο πυκνού λογοτεχνικού κειμένου στη σκηνή μεγάλη πρόκληση.

 «Το γεγονός ότι το μυθιστόρημα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου όλου, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπιστεί, χωρίς να προδίδει το σύνολο μεν, ως υλικό αυτόνομης παράστασης δε, ήταν συγχρόνως εμπόδιο, αλλά και πρόκληση. Με τον Άρη Τρουπάκη, αποφασίσαμε να κρατήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πολυφωνικής αφήγησης του Τσίρκα ως ουσιώδες στοιχείο της σκηνικής πράξης, κατασκευάζοντας τη δραματουργία της παράστασης στην τομή των διαφορετικών αφηγήσεων με εργαλείο την ενότητα στις συνθήκες χρόνου και χώρου, αλλά και να αυτοπεριοριστούμε στο κειμενικό υλικό, που προσέφερε απλόχερα και άκρως γοητευτικά ο Τσίρκας, τιμώντας τη λογοτεχνική διάσταση ενός έργου που έχει εισαγάγει με γενναίο τρόπο μοντερνικούς τρόπους στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία.

Έτσι προέκυψε μια σκηνική δοκιμή που εναλλάσσει τον αφηγηματικό και το δραματικό τρόπο με μια σχεδόν «κινηματογραφική» λογική, σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε, με πλαίσιο την ελληνική πολιτική περιπέτεια της αριστεράς –και όχι μόνον- των μέσων του 20ου αιώνα, αυτό που για μας αποτέλεσε συναρπαστικό και επίκαιρο θεματικό άξονα στη σημερινή οπτική του έργου:  Την αποτύπωση, μέσα από τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, του βηματισμού της μεγάλης Ιστορίας  και, εντέλει της σύγκρουσης με την ροπή προς την ευτυχία που, για τους ήρωες της «Νυχτερίδας», δεν νοείται παρά μόνο στο συσχετισμό με τους άλλους, στην ένταξή τους σε ένα ευρύτερο «μαζί».

Σημαντικό επίσης είναι ότι  αυτή τη φορά δυο μεγάλα θέατρα, η κρατική μας σκηνή και το ιστορικό θέατρο Τέχνης συνασπίστηκαν γι' αυτή την παραγωγή, προτάσσοντας την έννοια της συνεργασίας σε δύσκολους καιρούς.

Ο Θανάσης Βλαβιανός που έζησε ως ηθοποιός την εμπειρία της θεατρικής μεταφοράς της τριλογίας εξομολογείται: « Ήταν ένα υπέροχο ταξίδι. Γίναμε μια απίστευτη παρέα και ταξιδέψαμε στο παρελθόν μας, το οποίο έγινε ένα μοναδικό παρόν που δε ξεχάσουμε ποτέ», ενώ ο Θανάσης Δήμου προτρέπει όσους δεν έχουν δει τις δύο προηγούμενες παραστάσεις να δουν τη «Νυχτερίδα», «καθώς το κάθε μέρος λειτουργεί αυτόνομα και η κάθε ιστορία αποκαλύπτεται μέσα από τον κόσμο της παράστασης, οι οποίες πληροφορίες  λείπουν από τον θεατή συμπληρώνονται μέσα από τη σκηνική δράση, οπότε ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει  καμία απολύτως επαφή με την τριλογία μπορεί να παρακολουθήσει την παράσταση και να εισαχθεί πλήρως στην ατμόσφαιρα του βιβλίου».  

 Τον ρόλο του Σιμωνίδη  που λειτουργεί ως alter ego του συγγραφέα ερμηνεύει ο Γιώργος Κριθάρας, ο οποίος υπογραμμίζει ότι ό ήρωάς του «φτάνοντας στην Αλεξάνδρεια (τόπο καταγωγής της μάνας του), νιώθει την ανάγκη (μέσα στον κυκεώνα των πολιτικών εξελίξεων) για κάτι, ανθρωπίνως, ανέφικτο: «αναζητάει τη σταθερότητα».   

Για τη Γιώτα Μηλίτση, τα πρόσωπα της φαντασίας - ή μπορεί και όχι- του Τσίρκα που είχε την τύχη να γνωρίσει μέσα από τα διαφορετικά σκηνικά ανεβάσματα των τριών μυθιστορημάτων των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» αποδεικνύουν πόσο επίκαιρο είναι αυτό το κείμενο σήμερα.  

«Οι διαφορετικές ματιές των σκηνοθετών επιβεβαίωσαν ότι όπως κι αν διαβάζεις τον Τσίρκα, ο λόγος του και η θεματική του είναι τόσο ισχυροί που μας αφορούν σήμερα, γιατί με τον έναν ή άλλον τρόπο η Ιστορία επαναλαμβάνεται και μέσα από τη μνήμη ίσως μπορούμε να καταλάβουμε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας», πράγμα που υποστηρίζει και ο Μάνος Στεφανάκης , λέγοντας: «Σε εποχές που αναζητούμε εχθρούς, ο Τσίρκας  με αντικειμενική ματιά και θάρρος δεν χαρίζεται σε καμία εξουσία αλλά ούτε και στον πολίτη, θεωρώντας τους εξίσου υπεύθυνους για κάθε τραγωδία, ενώ ταυτόχρονα  με αγάπη και κατανόηση, φωτίζει το δράμα μιας ολόκληρης γενιάς. Πάντως ύστερα από ένα τόσο μεγάλο διάστημα έντονης και σε βάθος ενασχόλησης με την τριλογία του Τσίρκα, αισθάνομαι πως οι ήρωες των Ακυβέρνητων Πολιτειών πορεύονται, αναπνέουν, ζουν μέσα μας. Τους φέρουμε πλέον ως ένα κομμάτι πολύ προσωπικό και πολύ αγαπημένο».

Την σκηνογραφία και την ενδυματολογία την παράστασης, έχει επιμεληθεί η Άση Δημητρολοπούλου, που μέσα από την αισθητική της προσέγγιση μας ταξιδεύει στο παρελθόν.

«Ήθελα να δουλέψω με την έννοια των θραυσμάτων μνήμης. Συγκεκριμένα, στο θεατρικό χώρο της Φρυνίχου, όπου επικρατεί η ξύλινη κατασκευή, μπαίνουν σκηνικά στοιχεία, έτσι ώστε να εντάσσονται στο κέλυφος του θεάτρου και να φέρουν τη μνήμη μιας χαμένης Αλεξάνδρειας , ή τον αέρα της Θεσσαλονίκης, όπου  και καταλήγουν όσοι απέμειναν ζωντανοί από τους ήρωες της ιστορίας. Τα κοστούμια τα αντιμετώπισα στον ίδιο άξονα, τόσο σε σχέση με τον  χρόνο όσο και με τη δραματουργική προσέγγιση του προσώπου», αναφέρει χαρακτηριστικό.

O Βαγγέλης Ψωμάς, που κρατάει τον ρόλο του Φάνη -  θεωρείται ότι είναι ο Γιάννης Σάλας, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ  Αιγύπτου - υποστηρίζει ότι εκείνος «προσπάθησε να συμφιλιώσει αντίρροπες δυνάμεις γα να επιτευχθεί η ενότητα. Όμως η ιστορία συνέθλιψε το όραμά του.

Ο Τσίρκας μέσα από αυτό το πρόσωπο εξηγεί τελικά πως φτάσαμε στον Εμφύλιο σε μια από τις πιο σημαντικές αναλύσεις που έχουν γίνει ποτέ πάνω στο συγκεκριμένο θέμα», ενώ η Ερατώ Πίσση συμπληρώνει: « Η ματιά του Τσίρκα ξεπερνάει τα ίδια τα γεγονότα. Στέκεται μεν σε αυτά, τα περιγράφει όμως μπορεί να «διαβάσει» πίσω από τις λέξεις. Γι’ αυτό τελικά αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περίφημος σχολιαστής, αλλά κι ένας βαθύς μελετητής της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι».

Φεύγοντας από  την Πλάκα ο Δημήτρης Πασσάς έρχεται κοντά μου και μου ψιθυρίζει: «Σπαράγματα από το ποίημα «Νεολιθική νυχτωδία στην Κροστάνδη» του Νίκου Καρούζου,  αυτά για μένα περιγράφουν την τριλογία». Κι έτσι  με τους στίχους ενός άλλου σπουδαίου Έλληνα αποχαιρέτησα τις «Ακυβέρνητες πολιτείες». 

«Εὐωδιάζουμε ἀπὸ τρέλα.

Δὲν πιάνουν τὰ φρένα,

χανόμαστε στὴ διαιρετότητα τοῦ Ζήνωνα.

Ἡ Ἄννα (ποὺ πλησιάζει): Τί νέα ἔχουμε ἀπ᾿  τὴν πραγματικότητα; (…)

Νικολάι: Φοβᾶμαι, σύντροφε. Καὶ ἡ ἐπίθεση ἐπίκειται.

Ὁ Λένιν ἔχει ἐμπλακεῖ  στὴ μοῖρα.

- Πανάκριβα ραφτικά.

- Οὐτοπία.

- Μὰ ὅμως ἀναιρέσαμε τὸ δάσος.

(…) Ἡ Ἱστορία τελικὰ συναναστρέφεται ἀγάλματα.

- Νυμφίοι τῆς ἐλπίδας ἀρουραῖοι.

[Λάμπουμε ὅλοι στὴν Κρονστάνδη. Στὴν  πιὸ περήφανη γεωγραφία]

Ἐδῶ ἐπιμένουμε ὅλοι.

- Ἄννα, τί συμβαίνει;

- Ἄρχισε ἡ ἐπίθεση.

- Ἄννα, ἔχε γειά, θὰ πεθάνουμε.

- Νικολάι, σ᾿ ἀγαποῦσα ὁλόκληρη.

- Μίαν ἄλλη φορά, θὰ ξαναγίνει, Ἄννα».

 Πληροφορίες παράστασης: Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν - Φρυνίχου

Ημέρες & ώρες: Τετάρτη στις 18.00

Πέμπτη, Παρασκευή: 20:30

Σάββατο- Κυριακή 21.00