Χρύσα Σπηλιώτη: «Μετά από μια μεγάλη κρίση στη ζωή μου, έκανα στροφή 180 μοιρών»
ΧΡΥΣΑ ΣΠΗΛΙΩΤΗ

Χρύσα Σπηλιώτη: «Μετά από μια μεγάλη κρίση στη ζωή μου, έκανα στροφή 180 μοιρών»

Η Χρύσα Σπηλιώτη μπορεί να απουσιάζει από τα τηλεοπτικά πράγματα εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά διαπρέπει στο θέατρο.

Η ευγενική της φυσιογνωμία σε κάνει να την συμπαθήσεις με την πρώτη ματιά. Οταν την ακούσεις να μιλά, καταλαβαίνεις ότι απέναντί σου έχεις έναν άνθρωπο με μεγάλες ευαισθησίες. Η ίδια τις αποτυπώνει στη σκηνή εδώ και πολλά χρόνια κυρίως μέσω της θεατρικής συγγραφής.

Το 1997, η Χρύσα Σπηλιώτη έκανε την παρθενική της τηλεοπτική εμφάνιση στη σειρά του Mega, «Καρέ της ντάμας». Εχουν περάσει 20 χρόνια από τότε και στη ζωή της μεσολάβησαν πολλά. Την άλλαξαν και σίγουρα την έκαναν καλύτερη, όπως εξομολογείται η ίδια στο bovary. Φέτος, υποδύεται την μητέρα του Νικόλαου Μάντζαρου, στον Πολυχώρο Vault.

Η ιστορία της ζωής της ξεκινά κάπως έτσι...

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, στη Φιλοθέη. Έζησα όμως και κάποια παιδικά χρόνια στην Εύβοια γιατί ο πατέρας μου δούλευε για ένα διάστημα εκεί. Και ήταν συναρπαστικό να ζεις τόσο μέσα στη φύση. H πιο δυνατή μου μνήμη από τα παιδικά μου χρόνια είναι ο τρόμος που έπαθα μια μέρα στο νηπιαγωγείο. Μας φορούσαν μια πετσετούλα οι δασκάλες μας για να τρώμε το δεκατιανό μας κι εμένα μου έσπασε το κορδονάκι της πετσετούλας. Νόμιζα πως θα θυμώσει πολύ η δασκάλα για το έγκλημα που έκανα. Έτρεξα στο σχολικό κι άρχισα να παρακαλάω τον οδηγό του πούλμαν να με γυρίσει σπίτι μου. Εκείνος ειδοποίησε και τη δική μου δασκάλα και τις δασκάλες των άλλων τμημάτων παρέα με τους συμμαθητές μου. Με διαβεβαίωναν όλοι μαζί πως δεν θα μου έκαναν κανένα κακό. Με έπιασε χειρότερος πανικός ότι θα με σκοτώσουν όλοι μαζί κι έκλαιγα, φώναζα βοήθεια και δεν κατέβαινα με τίποτα από το σχολικό. Τι τραβάνε τα καημένα τα παιδάκια!

Ολα χρειάζεται να μας συμβούν μέχρι να συνειδητοποιήσουμε κάποια πράγματα και να αρχίσουμε να απελευθερωνόμαστε από τους δυνάστες που συνήθως κατοικοεδρεύουν μέσα μας

Eδώ και χρόνια, δουλεύω κυρίως σαν θεατρική συγγραφέας. Λίγο έχω εργαστεί σαν σκηνοθέτης, κυρίως δικά μου έργα έχω σκηνοθετήσει και σαν ηθοποιός είχα πολύ καιρό να παίξω, αλλά νιώθω σαν να μην πέρασε μια μέρα, είναι πολύ όμορφα! Η τηλεόραση συνεχίζει στους ίδιους ρυθμούς που βάδιζε και παλιότερα. Παίζει έναν σημαντικό ψυχαγωγικό ρόλο για μεγάλες ομάδες ανθρώπων και κρατάει συντροφιά. Σε μας τους ηθοποιούς προσέφερε αρκετά χρήματα κάποτε που δεν υπάρχουν πια. Έτσι προτιμάει κανείς το θέατρο που προσφέρει μεγάλη λύτρωση σ’ έναν ηθοποιό.

 

Το πιο μεγάλο εμπόδιο είτε στη δουλειά μου είτε στην ίδια τη ζωή ήταν πάντα ο εαυτός μου. Δυστυχώς το συνειδητοποίησα μετά από πολλά χρόνια. Αλλά δεν πειράζει ποτέ δεν είναι αργά. Κάποτε νόμιζα πως μου έφταιγαν οι άλλοι.

Αλλά όλα χρειάζεται να μας συμβούν μέχρι να συνειδητοποιήσουμε κάποια πράγματα και να αρχίσουμε να απελευθερωνόμαστε από τους δυνάστες που συνήθως κατοικοεδρεύουν μέσα μας. Όταν το συνειδητοποίησα τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν για μένα.

Το μεγάλο θαύμα στη ζωή μου είναι η ίδια η χαρά της ζωής που μεγαλώνει για μένα μέρα τη μέρα.

Μετά από μια μεγάλη κρίση στη ζωή μου πριν τέσσερα χρόνια, έκανα μια στροφή 180 μοιρών και άρχισα να επιστρέφω σιγά σιγά σε ότι θεωρούσα πάντοτε ουσιαστικό.

Έτσι αυτή η χαρά δεν έχει πια και τόση σχέση με το αν έχω ή δεν έχω προβλήματα στην καθημερινότητα ή με το τι κάνω επαγγελματικά. Έχει σχέση με την απόλαυση της κάθε δημιουργικής στιγμής και της ίδιας της ζωής.

Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι τώρα την ίδια στιγμή;  Ίσως θα ήταν πολύ απότομο αν άλλαζε κάτι μεμιάς. Ωραία τις οδηγεί η ίδια η ζωή τις μεταμορφώσεις μας σιγά σιγά σε κάτι καλύτερο. Πιστεύω πως η ίδια η εξέλιξη είναι θαυμαστή. Έχω πια πολύ λίγη σχέση με τον άνθρωπο που ήμουνα είκοσι χρόνια πριν αλλά αυτό έγινε στη διάρκεια των είκοσι χρόνων που πέρασαν όχι σε μια στιγμή. Δεν ξέρω τι θα μπορούσα να ευχηθώ να συμβεί σε μια στιγμή.

Ίσως ακόμα και η πιο ευνοϊκή αλλά αστραπιαία αλλαγή να με φοβίζει λιγάκι.

Αγαπάω περισσότερο τον εαυτό μου,  όπως όλοι οι άνθρωποι, όταν νιώθει ανοιχτός, καλός, φωτεινός, αλλά έμαθα να τον αγαπάω και στα χειρότερά του. Τα σκοτεινά, τα καθοδικά, τα μαύρα. Και τον φροντίζω πια τον εαυτό μου, δεν τον εκθέτω εκεί που δεν χρειάζεται, με προστατεύω από πολλά. Το πιο σημαντικό είναι που τον προστατεύω πια εγώ, δεν περιμένω να με προστατεύσουν άλλοι όπως περίμενα για να μην πω, απαιτούσα, παλιότερα.

Δεν μετανιώνω ουσιαστικά για τίποτα. Ίσως όμως θα μπορούσα να ήμουνα λιγότερο θυμωμένη, λιγότερο βίαιη μερικές φορές. Αλλά προφανώς δεν μπορούσα να κάνω κάτι καλύτερο, επομένως καταλήγουμε και πάλι στο: Δεν μετανιώνω για τίποτα.

 

Ο ρόλος της ως «Ρεγγίνα Μάντζαρου» 

Η μητέρα του Νικόλαου Μάντζαρου ήταν σίγουρα μια καταπιεσμένη γυναίκα, αυτό αντιλαμβάνομαι μελετώντας την εποχή. Δύσκολα χρόνια για γυναίκες. Φανταστείτε ότι κάτω από την πίσω πόρτα κάθε σπιτιού υπήρχε ένα μεγάλο κενό, ώστε όταν ερχόταν ο τσαγκάρης οι γυναίκες να του σπρώχνουν προς τα έξω τα παπούτσια τους χωρίς να τις αντικρύζει. Απ’ αυτό και μόνο καταλαβαίνει κανείς πολλά. Έχουμε επίσης την πληροφορία πως ο άντρας της ο Ιάκωβος Μάντζαρος την απατούσε διαρκώς και κατασπατάλησε όλη της την προίκα. Ακόμα ξέρουμε ότι είχε καλλιτεχνική φύση και ήταν η πρώτη δασκάλα στο πιάνο του γιου της του Νικόλαου Μάντζαρου. Του μεγάλου συνθέτη του Εθνικού μας Ύμνου. Όμως αυτές οι πληροφορίες είναι λίγες κι έτσι επινόησα έναν χαρακτήρα όπως τον φαντάστηκα μέσα απ’ αυτά που μας είναι γνωστά για τον περίγυρό της κι απ’ ότι μου υπαγόρευε το ένστικτό μου. Όπως διαπλάστηκε τελικά αυτός ο χαρακτήρας, πρόκειται για μια γυναίκα ευαίσθητη, προικισμένη με πολλά ταλέντα και καμιά κοινωνική ασφυξία δεν μπόρεσε να καταπνίξει την απέραντη αγάπη της για τη ζωή και την ελευθερία που την μεταδίδει εξ’ ολοκλήρου στον γιο της. Ο Νικόλαος Μάντζαρος κατορθώνει να κάνει μια μεγάλη υπέρβαση. Από γόνος αριστοκρατικής οικογένειας να γίνει μουσικός και να υμνήσει την ελληνική επανάσταση, ερχόμενος σε μεγάλη σύγκρουση με τον υπερσυντηρητικό πατέρα του.

Αυτό που με συνδέει με τη Ρεγγίνα είναι η αγάπη για την δημιουργία, για την τέχνη, για την απόλαυση της ζωής το γέλιο. Το λυτρωτικό χιούμορ.

Είναι πολλές οι στιγμές που με συγκινούν μέσα στο έργο και νομίζω πως συγκινούν και τους θεατές, γιατί είναι η Ελλάδα που προσπαθεί να ελευθερωθεί, είναι η δημιουργία του Ύμνου στην Ελευθερία, είναι όμως πολλά και δεν μπορώ όμως να ξεχωρίσω μία ιδιαίτερη στιγμή. Άλλωστε μια παράσταση είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αλλάζει από μέρα σε μέρα και κάθε φορά συγκινείσαι σε κάποιο άλλο σταυροδρόμι από αυτό της χτεσινής βραδιάς.

«Η μητέρα μου»

Η σχέση μου με τη μητέρα μου ήταν πολύ δύσκολη γιατί πάντα η μια ήθελε να αλλάξει την άλλη. Δεν υπήρχε αποδοχή και σεβασμός στη διαφορετικότητά μας. Ευτυχώς η μητέρα μου ζει ακόμα και έτσι έχουμε την ευκαιρία να μαλακώνουμε πια πολύ η μια με την άλλη. Δεν έχω κάποιο βιολογικό παιδί αλλά αυτό ποτέ δεν με εμπόδισε από το να νιώθω μητέρα. Για την κόρη του άντρα μου παραδείγματος χάρη την Αλίκη τρέφω μητρικά συναισθήματα, για τα βαφτιστήρια μου αλλά και για όσα παιδιά έχω επαφή μαζί τους. Και θαυμάζω πολύ τις γυναίκες που έχουν υιοθετήσει παιδιά. Που μπορούν να προσφέρουν αγάπη χωρίς να βλέπουν τα παιδιά σαν την διαιώνιση του DNA τους. Επίσης βρίσκω αξιοθαύμαστο το να υιοθετείς παιδιά από άλλες φυλές.

Η παράσταση

Ο Πολυχώρος Vault παρουσιάζει το μονόλογο της Χρύσας Σπηλιώτη “Ο Γιος μου Νικόλαος Μάντζαρος”, σε σκηνοθεσία Αυγουστίνου Ρεμούνδου με τη Χρύσα Σπυλιώτη στο ρόλο της Ρεγγίνας Μάντζαρου, κάθε Σάββατο στις 19:15 και Κυριακή στις 21:15, ως την Κυριακή 26 Νοεμβρίου, για 14 παραστάσεις.

Ο Γιος μου Νικόλαος Μάντζαρος είναι ο πρώτος από τους επτά Μονολόγους που θα παρουσιαστούν τη νέα θεατρική περίοδο στον Πολυχώρο Vault, με αφορμή το θεατρικό project "Ο Γιος μου...".

Επτά σκηνοθέτες ετοιμάζουν επτά παραστάσεις, στηριγμένες πάνω σε επτά βιογραφίες. Επτά μάνες μιλάνε για τους γιους τους. Επτά γυναίκες ηθοποιοί θα παρουσιάσουν επτά μονολόγους απλών γυναικών που μιλάνε για τα παιδιά τους, που εμείς γνωρίσαμε ως άντρες σπουδαίους και διακεκριμένους, που έλαμψαν με την προσωπικότητα, το έργο, την ευφυΐα, το ταλέντο, την τέχνη ή την επιστήμη τους (Καβάφης, Μάντζαρος, Σολωμός, Συγγρός, Μακρυγιάννης, Ψυχάρης, Μέγας Αλέξανδρος).