Φωτογραφία: Oliver Holms
Φωτογραφία: Oliver Holms
ΠΑΥΛΙΝΑ ΜΑΡΒΙΝ

Παυλίνα Μάρβιν: Η ποιήτρια της νέας γενιάς είναι όμορφη και δεν έχει ιδέα ποιο κοινό την διαβάζει

Η Παυλίνα Μάρβιν είναι συγγραφέας και ποιήτρια. Πλάθοντας ιστορίες από το δικό της, αυτόνομο σύμπαν και με «συνεπή επιμονή στο αδύνατο», η Παυλίνα δεν σταματά τα ταξίδια με μοναδικό όχημα τις λέξεις ακροβατώντας μεταξύ αλήθειας και παραμυθιού.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και έμεινε εκεί μέχρι την ηλικία των τεσσάρων χρόνων της. Η Ερμούπολη της Σύρου είναι το σημείο του χάρτη που σφράγισε τα χρόνια της μετέπειτα ζωής της. Έπειτα ήρθαν οι σπουδές στη Φιλοσοφική Αθηνών, στο Τμήμα Ιστορίας και όλα πήραν έναν άλλο δρόμο. 

Η φάση που διανύει η Παυλίνα έχοντας μόλις κλείσει τα τριάντα της χρόνια είναι η φάση «ψευδάργυρος». Κάνει αδιάκοπα διαδρομές στους λογοτεχνικούς δρόμους με πυξίδα το λαμπερό της μυαλό. Ακούραστα, ακολουθεί το όνειρό της και όπου την βγάλει. 

Η ιστορία της ζωής της ξεκινά κάπως έτσι...

«Γεννήθηκα στην Αθήνα, όπου και έζησα μέχρι τεσσάρων ετών. Ουσιαστικά μεγάλωσα στην Ερμούπολη της Σύρου. Ήθελα να έχω γάτες που να μεγαλώνουν μαζί μου και να γεννήσουν. Επειδή ήταν δύσκολο για τη μητέρα μου να έχουμε γάτες στο σπίτι, τις μάζευα στην αυλή της γιαγιάς μου. Όλες σχεδόν, πέθαιναν πολύ νωρίτερα απ' όσο περίμενα πως θα ζήσουν. Όλες εκτός από μία: η Γκριζούλα κατοικούσε στο σπίτι της γιαγιάς πριν έρθω εγώ στον κόσμο, δεν ήθελε χάδια και δεν έκανε γατιά. Την αγαπούσα λιγότερο απ' τις άλλες, όμως η παρουσία της μου έδινε ένα αίσθημα σταθερότητας και με ησύχαζε. Όταν πέθανε η Γκριζούλα ήμουνα μεγάλη, δεν είχαμε άλλη γάτα και ούτε πήραμε άλλη γάτα. Παραδόξως, δεν θυμάμαι τίποτα για τον θάνατό της. Mου έχει, όμως, εντυπωθεί ένα είδος αφοσίωσης στη σχέση της με τη γιαγιά μου, με πολλή απόσταση και χωρίς εμφανή τρυφερότητα. Ως παιδί ήθελα να έχω φίλους, βιαζόμουν να μεγαλώσω, προσευχόμουν, διάβαζα, ερωτευόμουν -όταν δεν με έβλεπαν οι άλλοι μιλούσα μόνη μου, έκανα σχέδια κι έτρωγα γλυκά, έτρωγα μέχρι και ζάχαρη με το κουτάλι, πολύ συχνά, αν όχι κάθε μέρα.

Οι σπουδές μου ξεκίνησαν σαν συμβιβασμός. Ήθελα να δουλεύω στο γράψιμο και στο θέατρο. Με είχαν πείσει πως δεν θα στεκόταν δυνατό να βιοποριστώ με αυτές τις επιλογές, κι έτσι σκέφτηκα πως αν εργαστώ στην εκπαίδευση θα μπορούσα να τα καταφέρω όλα. Διάλεξα να σπουδάσω Ιστορία επειδή η φιλόλογος που με βοηθούσε στη μελέτη για τις πανελλήνιες, η Ιουλία Σουκάκου, την οποία θαύμαζα και θαυμάζω, είχε σπουδάσει Ιστορία κι εκείνη. Δεν ήθελα να πάω στην Φιλολογία, είχα προκατάληψη πως θα ήταν μια σχολή για κορίτσια, συντηρητική και βαρετή. Στην Φιλοσοφική σχεδόν όλες οι σχολές μου άρεσαν απ' ό,τι άκουγα γι' αυτές, αλλά καμιά δεν ήταν αυτό που έλεγε η καρδιά μου.

Όταν τελικά φοίτησα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό, και για κάνα-δυο χρόνια αργότερα, ένιωσα πως αυτή η προσπάθεια είναι πολύ κακή ιδέα και πως με απομακρύνει ριζικά από τις επιθυμίες μου. Δώδεκα χρόνια αργότερα, κι ενώ εξακολουθεί να με απασχολεί η Ιστορία, σκέφτομαι πως δεν ήταν τόσο κακή ιδέα όσο νόμισα τότε, και θυμάμαι μια σχετική διαχρονική συζήτηση με τον πατέρα μου, που με συμβούλευε «να μην περιπλανηθώ, να μην ταξιδέψω Αθήνα-Παρίσι μέσω Πεκίνου, γιατί η περιπλάνηση έχει μέσα πλάνη, κι η πλάνη έχει οδύνη μέσα της», κι εγώ του απαντούσα «γιατί ρε μπαμπά, θα γνωρίσω και το Πεκίνο».

Oliver Holms
Oliver Holms

«Κάπως έτσι έγινε: γνώρισα και το Πεκίνο. Σχετικά με την λογοτεχνία, διάβαζα και έγραφα από τότε που έμαθα να γράφω και να διαβάζω.

Με το θέατρο τώρα, η σχέση ξεκίνησε επίσης νωρίς αλλά εκεί μεσολάβησαν διάφορες, πιο σύνθετες ματαιώσεις. Λόγω έλλειψης οικονομικής άνεσης αλλά κυρίως έγκαιρου θάρρους δικού μου, δεν σπούδασα στη δραματική σχολή που επιθυμούσα. Εργάστηκα όμως, για μια δεκαετία, ως κλόουν σε παιδικά πάρτυ, και μετά, γνωρίζοντας την αγαπημένη μου φίλη πια, τη Μάρω Μάνθου, δούλεψα κοντά της ως εμψυχώτρια σε ομάδες σωματικού θεάτρου και θεατρικού παιχνιδιού για παιδιά και εφήβους. Έπειτα, με τη βοήθεια της δασκάλας μου, Αγνής Στρουμπούλη, μπήκα στον κόσμο των λαϊκών παραμυθιών και ελπίζω πως ακόμη έχω πολλά να μάθω -και να ζήσω- από όλα αυτά. 

Η φάση στην οποία βρίσκομαι -έχοντας μόλις κλείσει τα τριάντα- είναι «ψευδάργυρος», και ο καιρός που ήδη περνά θα δείξει τί σημαίνει αυτό.

Το σήμερα με βρίσκει σε μια φάση αναζήτησης που αποτελεί μάλλον φυσική συνέχεια των δρόμων που ακολούθησα, όμως και άλλων παραγόντων που όρισε, εν πολλοίς, η τύχη. Στο μεταξύ, τα πράγματα κύλησαν με τρόπους που με κάνουν να νιώθω έκπληξη, αλλά κυρίως ευγνωμοσύνη. Διάβασα πρόσφατα τα τελευταία δοκίμια του Oliver Sacks, που κυκλοφορούν στα ελληνικά υπό τον τίτλο «Ευγνωμοσύνη». Συνέδεε κάθε έτος της ζωής του με το χημικό στοιχείο που διέθετε τον αντίστοιχο ατομικό αριθμό στον περιοδικό πίνακα χημικών στοιχείων. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις δημιουργικές συνήθειες του Sacks, για την γενναιοδωρία των γραπτών του οποίου νιώθω βαθύτατα ευγνώμων, η φάση στην οποία βρίσκομαι -έχοντας μόλις κλείσει τα τριάντα- είναι «ψευδάργυρος», και ο καιρός που ήδη περνά θα δείξει τί σημαίνει αυτό.

«Ιστορίες από όλο τον κόσμο της»

Κάποια στιγμή, μου είχε ζητηθεί μια περίληψη για το βιβλίο μου, και είχα γράψει, λίγο δυσανασχετώντας, το παρακάτω: «Όπου, επτά αφηγήσεις νόσου σε στενό οικογενειακό κύκλο, τρεις διαφορετικοί αποχαιρετισμοί για ένα και μοναδικό αγαπημένο πρόσωπο, δυο λόγια για τον άνθρωπο που ήρθε για να μείνει, τέσσερις χρήσιμες εμπειρίες προγόνων και εννέα περιστατικά από ισάριθμες χώρες της ίδιας καρδιάς, δεν άθροισαν καμία πείρα, βοήθεια ή δύναμη στον αποχωρισμό».

Αν γίνοταν, πάντως, να περιγράψω το βιβλίο μου «όπως ακριβώς θέλω», μάλλον δεν θα χρειαζόταν να το γράψω. Νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να διαβάσω ήδη, ούτε έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, αρκετά κείμενα γι' αυτό, μεταξύ άλλων και από ανθρώπους που δεν έχω συναντήσει ποτέ, ή που τους έχω συναντήσει μόνο μέσα από κείμενά τους. Διάβασα, λοιπόν, αρκετές περιγραφές και κριτικές και σχόλια για το βιβλίο ή για μέρη του βιβλίου, και πρέπει να πω πως τις βρήκα, όλες σχεδόν, εξαιρετικά ακριβείς και ουσιώδεις, πράγμα που μ' έκανε να πιστέψω πως η αρχική μου υπόθεση, ότι δηλαδή το βιβλίο αυτό αφορά τους ανθρώπους και γι' αυτό καλό θα ήταν να κυκλοφορήσει, δεν υπήρξε πέρα για πέρα λαθεμένη.

Αυτό που θέλω είναι να ζω. Το δυσκολότερο με τις δυσκολίες είναι πως προχωρώντας βλέπω σχεδόν πάντα ότι το πραγματικά δύσκολο ήταν άλλο απ' αυτό φοβόμουν.

Οι λέξεις «Επιτυχία» και «Ευτυχία» δεν μου πολυαρέσουν. Όλες οι λέξεις είναι κατασκευασμένες, εμείς τις φτιάξαμε για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε και να εκφραστούμε και να προχωρήσουμε, αλλά ειδικά αυτές οι λέξεις, και κάποιες ακόμη, μου φαίνονται επιπλέον επιφορτισμένες με επιτακτικές επιθυμίες άλλων για εμάς. Κοντά στα δεκαοκτώ, και με κάποιες απογοητεύσεις αργότερα, νόμιζα πως θ' αφανιστώ. Δεν συνέβη και φαντάζομαι πως πρόκειται για επιτυχία, όπως ήταν και το γεγονός πως πολλές φορές, ανέλπιστα, βρέθηκα να έχω την τύχη με το μέρος μου, κι έτσι γνωρίστηκα με τους περισσότερους από τους ανθρώπους που σήμερα είναι σημαντικοί για εμένα.

Αυτό που θέλω είναι να ζω. Το δυσκολότερο με τις δυσκολίες είναι πως προχωρώντας βλέπω σχεδόν πάντα ότι το πραγματικά δύσκολο ήταν άλλο απ' αυτό φοβόμουν.

Η λέξη  «Φρίκη» μου φέρνει στο μυαλό τον «Φύλακα στη Σίκαλη», του J.D.Salinger. Κάπως έτσι αρχίζει: «... Αν θέλετε λοιπόν στ' αλήθεια να τ' ακούσετε, τότε πρώτο και κύριο μπορεί να περιμένετε πως θα σας πω πού γεννήθηκα, και τι φρίκη που ήτανε τα παιδικά μου χρόνια, και τι φτιάχνανε οι δικοί μου και τα ρέστα πριν με κάνουνε, κι ένα σωρό αηδίες και ξεράσματα καταπώς στο Δαβίδ Κόπερφηλντ, όμως δεν έχω όρεξη να πιάνω τέτοιες ιστορίες». Πρέπει να υπάρχουν ελάχιστοι χαρακτήρες με τους οποίους να συνδέομαι ευκολότερα απ' όσο με τον Χόλντεν Κόλφιλντ.

Υπάρχουν αμέτρητα πράγματα που θα ήθελα ν' αλλάξω στον εαυτό μου. Φοβάμαι πως με πολλά δεν θα προλάβω ν' ασχοληθώ, καταπιάνομαι όμως με κάποια, όπως το ν' αγαπάω καλύτερα, ν' ακούω και να παρατηρώ πιο προσεκτικά ή να μην αποστρέφομαι την γυμναστική. Δεν είναι κι εύκολο, ούτε και ξέρω αν η προσπάθειά μου θα έχει αποτέλεσμα.

Το πιο τρελό πράγμα που κάνω στη ζωή μου είναι η συνεπής επιμονή στο αδύνατο».

Αγαπημένοι στίχοι: Από το «Stopping by Woods on a Snowy Evening" του Robert Frost: «The woods are lovely, dark and deep, / But I have promises to keep, / And miles to go before I sleep, /And miles to go before I sleep».

Oliver Holms
Oliver Holms

Η σχέση των νέων με την ποίηση σήμερα

Την συναντούν πολύ συχνά. Στα τραγούδια που αγαπούν, στα σχολικά βιβλία που βαριούνται ή προτιμούν, στους στίχους που γράφουν όταν θλίβονται ή έρωτεύονται, στα περιστατικά της κάθε ημέρας -όλοι την συναντούν, κάποιοι την προσπερνούν και κάποιοι την αποζητούν. Δεν διαφέρει, ίσως, από άλλες εποχές.

Η στιγμή που ζει η ποίηση σήμερα στην Ελλάδα 

Είναι μια στιγμή πυκνή: Πληθώρα εκδόσεων και εκδηλώσεων, περιορισμένη ουσιαστική κριτική, αρκετές μεταφράσεις ποιημάτων και ποιητικών βιβλίων σε ευρωπαϊκές, κατά κύριο λόγο, γλώσσες... Θα λέγαμε, μια στιγμή πιο δημοκρατική, ανέκαθεν δημιουργική και, βέβαια, πολύ χαοτική.

Δεν έχω ιδέα στην πραγματικότητα για το ποιο κοινό με διαβάζει. Αν και πάντα μοιράζομαι τα γραπτά μου με φίλους αδημονώντας για τις παρατηρήσεις τους, ένα ακόμη που μου άρεσε στην ιδέα του να κυκλοφορήσουν κείμενά μου σε βιβλίο είναι η αίσθηση πως μπορεί να με διαβάσει ο οποιοσδήποτε -κάποιος που θα βρει τυχαία το βιβλίο σε κάποιο συνοικιακό βιβλιοπωλείο και θα το διατρέξει ή θα το αγοράσει, όπως ακριβώς συναντήθηκα κι εγώ, τυχαία, με συγγραφείς και βιβλία που μου έδωσαν την κατάλληλη απάντηση ή ερώτηση, την κατάλληλη στιγμή.

Το σχόλιο για τη συγγραφική δουλειά σου, (αρνητικό ή θετικό) που έχεις κρατήσει έντονα στη μνήμη σου

Το σχόλιο από την μοναδική επιστολή που είχα τη χαρά να λάβω από τον αγαπημένο μου ποιητή Γιάννη Βαρβέρη: "Το αερόστατό σας πετάει πολύ ψηλά, όμως προσέξτε, γιατί σε λίγο θα σκάσει".

Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου της Παυλίνας Μάρβιν. Eκδόσεις Κίχλη.