«Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος»: Η Ελένη Αλεξανδράκη συνθέτει το πορτρέτο του φίλου της
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος»: Η Ελένη Αλεξανδράκη συνθέτει το πορτρέτο του φίλου της

Πλούσια κινηματογραφικά εβδομάδα, με έντεκα ταινίες να βγαίνουν στις αίθουσες εκ των οποίων ξεχωρίζουν ο «Οικογενειακός φίλος», το « Καλπάζοντας με το όνειρο» και το «Νησί των σκύλων» με διαφορά.

  • Οικογενειακός Φίλος (Le Fils de Jean)

Σκηνοθεσία: Φιλίπ Λιορέ

Παίζουν: Πιερ Ντελαντοσάμπ, Γκαμπριέλ Αρκάντ, Μαρί-Τερέζ Φορτίν

 

Περίληψη:

Ο Ματιέ είναι τριάντα τριών ετών, αλλά ποτέ δεν γνώρισε τον πατέρα του. Η μητέρα του – που δεν ζει πια - πάντα του έλεγε ότι ήταν αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάντησης. Μια μέρα, όμως, δέχεται ένα τηλεφώνημα, που τον ενημερώνει ότι ο πατέρας του ήταν Καναδός και ότι μόλις έχει πεθάνει.

Επίσης, μαθαίνει ότι έχει δύο εξ αγχιστείας αδερφούς και έτσι αποφασίζει να πάει στην κηδεία για να τους γνωρίσει. Φτάνοντας, όμως, στον Καναδά, συνειδητοποιεί ότι κανείς δεν γνωρίζει την ύπαρξή του. Ο Φιλίπ Λοριέ ( «Welcome») διασκευάζει ελεύθερα το «Si ce Livre Pouvait me Rapprocher de Toi» του Ζαν-Πολ Ντιμπουά και υπογράφει ένα καλοφτιαγμένο οικογενειακό δράμα, (υποψήφιο για δύο Σεζάρ ερμηνείας), που κρύβει ένα μεγάλο μυστικό.

Ο Φιλίπ Λοριέ ακολουθεί το ανθρωποκεντρικό σινεμά που αγαπάει, όμως αυτή τη φορά προσθέτει ένα στοιχείο σασπένς στην ιστορία του κι ένα μυστήριο που αναζητάει τη λύση, όπως θα ήθελε και ο νεαρός πρωταγωνιστής του ως συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών.

Επενδύοντας πάντα στις σχέσεις των προσώπων, ο Λοριέ δημιουργεί μια ετερόκλητη ομάδα χαρακτήρων, που όλοι μαζί αναζητούν το πτώμα ενός πατέρα σε μια λίμνη, και με μαεστρία ανατρέπει συνεχώς τις ισορροπίες, οδηγώντας τα πρόσωπά του αλλά και τους θεατές σε μια αποκάλυψη που θα τους λυτρώσει.

Συχνά χρησιμοποιεί στοιχεία που αφθονούν στις σαπουνόπερες, τα οποία όμως με τους λεπτούς του χειρισμούς και το πυκνό του σενάριο αποκτούν μια συγκλονιστική ειλικρίνεια, παρά το γεγονός ότι μοιάζουν εντελώς αναληθοφανή σε πρώτη ανάγνωση. Οι ερμηνείες των ηθοποιών του, κυρίως του Πιέρ Ντελαντοσάμπ, και του βετεράνου Γκαμπριέλ Αρκάντ μετρημένες, με εσωτερικές εντάσεις και αμφισημία, λειτουργούν προσθετικά στο κλίμα της ταινίας, δημιουργώντας ένα δυνατό δράμα τσεχοφικής λογικής, με ένα δυνατό αν κι όχι τόσο απρόσμενο φινάλε.

  • Καλπάζοντας με το όνειρο (The rider)

Σενάριο- Σκηνοθεσία: Κλόε Ζάο

Παίζουν: Μπραντθ Τζάντρο, Τιμ Τζάντρο, Λίλι Τζάντρο, Κατ Κλίφορντ, Τέρι Ντον Πουριέ, Λέιν Σκοτ, Τάνερ Λάνγκντο, Τζέιμς Καλχούν, Ντέρικ Τζάνις

Περίληψη:
Άλλοτε ανερχόμενο αστέρι στις αρένες του ροντέο, ο νεαρός καβαλάρης Μπράντι βρίσκεται αντιμέτωπος με τη ματαίωση, όταν ένας σοβαρότατος τραυματισμός τον υποχρεώνει να μείνει μακριά από αυτό που αγαπά.

Ελλείψει εναλλακτικών ή επιθυμίας να ακολουθήσει διαφορετικό μονοπάτι, ο Μπράντι καλείται να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του. Η Κινέζα Κλόε Ζάο («Τραγούδια που μου Έμαθαν τα Αδέρφια μου») αποτυπώνει τη σκοτεινή πλευρά του αμερικανικού ροντέο, αποσπώντας το βραβείο στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών του περσινού Φεστιβάλ Καννών και την Χρυσή Αθηνά στις δικές μας Νύχτες Πρεμιέρας.

Το 2013, η σκηνοθέτης γνώρισε τα μέλη της φυλής Lower Brule Sioux που θεωρούνται bonafide cowboys- οι οποίοι μάλιστα φορούν φτερά στα καπέλα τους για να τιμήσουν την καταγωγή τους- κι ενθουσιάστηκε τόσο πολύ μαζί τους, που αποφάσισε να τους χρησιμοποιήσει στη δεύτερη ταινία της.

Ο νεαρός πρωταγωνιστής της, ο Μπράντι, είναι αναβάτης και εκπαιδευτής αλόγων που είχε έναν σοβαρό τραυματισμό κατά τη διάρκεια των αγώνων. Παρά τις συμβουλές των γιατρών που επέμεναν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την ιππασία, εκείνος επέστρεψε στα άλογά του. Η Ζάο, ακούγοντας την ιστορία του, πρότεινε σε εκείνον και στην οικογένειά του να παίξουν φανταστικές εκδοχές των εαυτών τους στην ταινία της, που στην ουσία ανιχνεύει ότι οι βαθύτερες επιθυμίες και τα όνειρά μας συγκροτούν την ταυτότητά μας και καθορίζουν το ποιοι είμαστε.

Κινούμενη στα όρια του ντοκιμαντέρ και της μυθοπλασίας, με μια γλυκιά μελαγχολία που επιτείνουν οι αργοί της ρυθμοί, η Ζάο αποτυπώνει από τη μία την αλλόκοτη ομορφιά της Άγριας Δύσης κι από την άλλη την εσωτερική πορεία ενός ανθρώπου που δεν αντέχει να ζει χωρίς αυτό που αγαπάει, παραλληλίζοντας έτσι το άγριο τοπίο με την άγρια επιθυμία για ζωή.

Ενσωματώνοντας δε με κινηματογραφικό τρόπο την πραγματικότητα, τελικά καταθέτει την ευαίσθητη πλευρά του κλασικού Αμερικανού καουμπόη, όπως τη συναντούμε στις ιστορίες του Kόρμακ ΜακΚάρθυ, καθοδηγώντας άριστα τους ερασιτέχνες ηθοποιούς της να συγκροτήσουν ρόλους και να ερμηνεύσουν δύσκολες σκηνές, αξιοποιώντας την προσωπικότητά τους στο έπακρο.

  • Το Νησί των Σκύλων (Isle of Dogs)

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Γουές Άντερσον

Με τις φωνές των: Μπράιαν Κράνστον, Γκρέτα Γκέργουιγκ, Σκάρλετ Γιόχανσον, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Μπιλ Μάρεϊ, Έντουαρντ Νόρτον, Γιόκο Όνο, Τίλντα Σουίντον κ.α

Περίληψη: Ο δωδεκάχρονος Ατάρι Κομπαγιάσι είναι ο θετός γιος του διεφθαρμένου Δημάρχου Κομπαγιάσι. Όταν με Προεδρικό Διάταγμα αποφασίζεται να μεταφερθούν όλοι οι σκύλοι της πόλης Μεγκασάκι σε μία αχανή χωματερή, που ονομάζεται Νησί των Σκουπιδιών, ο Ατάρι ξεκινά μόνος του την αναζήτηση του σκύλου-σωματοφύλακά του, του Σποτς.

Εκεί, με τη βοήθεια μίας αγέλης ημίαιμων φίλων, αρχίζει ένα ταξίδι που θα καθορίσει την τύχη και το μέλλον ολόκληρης της Νομαρχίας.

Η δεύτερη stop-motion ταινία κινουμένων σχεδίων του Γουές Άντερσον («Ο Απίθανος Κύριος Φοξ» ), που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου, μάς ταξιδεύει στην μακρινή Ιαπωνία, μέσα από τις φωνές γνωστών ηθοποιών του σινεμά.

Σε ένα δυστοπικό μεταμέλλον ο υπερπληθυσμός των σκύλων και οι ασθένειές τους που μεταδίδονται και στον άνθρωπο, οδηγεί τον διεφθαρμένο δήμαρχο Κομπαγιάσι να διατάξει την μεταφορά όλων των τετράποδων κατοικίδιων σε ένα έρημο νησί, παρόλο που υπάρχει αντίδοτο.

Εκεί τα χαριτωμένα σκυλάκια ζουν πλέον κάτω από απελπιστικές συνθήκες, αντιμετωπίζοντας στωικά την πείνα και την αρρώστια, περιμένοντας ουσιαστικά τον θάνατό τους. Ο μικρός, όμως, Ατάρι, που είναι θετός γιος του δημάρχου, δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον αγαπημένο του Σποτς, κι έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι στη χωματερή, προκειμένου να σώσει όχι μόνο τον φίλο του, αλλά και ολόκληρη την κοινότητα των σκύλων.

Εξαιρετικής αισθητικής κινούμενα σχέδια, με την ατμόσφαιρα επικών ιαπωνικών ταινιών και δη του Κουροσάβα και με επιρροές από την ιαπωνική εν γένει κουλτούρα και παράδοση, που πραγματεύονται τη σχέση του ανθρώπου με τον καλύτερο του φίλο, τον σκύλο, αλλά και την ιδέα της ενσωμάτωσης του αδυνάμου στο κοινωνικό σύνολο.

Το σενάριο που υπογράφει ο Γουές Άντερσον μοιάζει με ένα ενήλικο παραμύθι, που εξισορροπεί τη δράση, το ονειρικό στοιχείο και το χιούμορ με αποτελεσματικό τρόπο, αν και δεν καταφέρνει τελικά πάντα να εμβαθύνει στη διάσταση της αποδοχής του διαφορετικού, όπως φαίνεται να είναι η πρόθεσή του. Παρ’ όλα αυτά τα αξιαγάπητα σκυλιά κι ο ευαίσθητος Ατάρι προσφέρουν στιγμές συγκίνησης, ενώ τα προσεγμένα στην εντέλεια stop-motion -από τις πιο χρονοβόρες και δύσκολες κινηματογραφικές πρακτικές- είναι πραγματικά εντυπωσιακά.

Στα συν και η μουσική του Αλεξάντρ Ντεσπλά, που ντύνει την ταινία εμπνευσμένος από τα taiko drums, τα χαρακτηριστικά κρουστά του θεάτρου Kabuki, που συνδυάζεται αρμονικά με μουσικά θέματα από ταινίες του Κουροσάβα, αλλά και τις ροκιές των West Coast Pop Art Experimental Band.

  • Μποέμικη ψυχή (Djam)

Σκηνοθεσία: Τόνι Κατλίφ

Παίζουν: Δάφνη Πατακιά, Σάιμον Αμπκαριάν, Μαρίν Καιγιόν

 

Περίληψη:

Η Τζαμ, μια νεαρή Ελληνίδα, αποστέλλεται στην Κωνσταντινούπολη από τον θείο της Κακούργο, πρώην ναυτικό και παθιασμένο θαυμαστή του Ρεμπέτικου, για να βρει ένα σπάνιο μέρος του κινητήρα για το σκάφος τους.

Εκεί συναντά την δεκαοχτάχρονη Αβρίλ από τη Γαλλία, που βρίσκεται σε εθελοντική αποστολή για τους μετανάστες και έχασε τα χρήματά της, ενώ δεν γνωρίζει κανέναν στην Τουρκία.

Η Τζαμ, γενναιόδωρη, αθόρυβη, απρόβλεπτη και ελεύθερη, παίρνει υπό την προστασία της την Αβρίλ και οι δυο τους κατευθύνονται προς τη Μυτιλήνη, σε ένα ταξίδι γεμάτο μουσική, συναντήσεις, απρόοπτα και ελπίδα. Ακολουθώντας του ήχους τους ρεμπέτικου, ο Τόνι Κατλίφ, γνωστός από το «Gadjo dilo», οδηγεί την Δάφνη Πατακιά σε ένα road movie ενηλικίωσης, αναζητώντας τους ρυθμούς που μας ενώνουν.

Η νεαρή κι ανεξάρτητη Τζαμ, που έμαθε από τη μητέρα της τα ρεμπέτικα -τραγούδια της εξορίας για τον Κατλίφ αφού αυτά έφεραν μαζί τους οι Έλληνες από τη Μικρασία στη νέα τους πατρίδα- πηγαίνει στην Τουρκία για να επισκευάσει τον κινητήρα της βάρκας του θετού της πατέρα, του Κακούργου. Εκεί θα γνωρίσει την Γαλλίδα Αβρίλ, που βρίσκεται σε εθελοντική αποστολή διάσωσης προσφύγων, όμως, έχει χάσει όλα τα λεφτά της. Η Τζαμ που γεύεται τη ζωή μέσα από τον χορό και τη μουσική, παρασύρει την καινούργια της φίλη σε μια περιπλάνηση στα ελληνοτουρκικά χώματα.

Ο Κατλίφ στο «Gadjo Dilo» λόγω της τσιγγάνικης καταγωγής του γνώριζε καλά τον ρυθμό και το βαθύτερο αίσθημα της μουσικής που τον οδηγούσε, πράγμα που δεν συμβαίνει το ίδιο με τα ρεμπέτικα, τα οποία αντιμετωπίζει περισσότερο σαν αντικείμενο μελέτης.

Η Δάφνη Πατακιά όμως, που ερμηνεύει την Τζαμ με πάθος κι αυθορμητισμό, φέρει στο σώμα της την ορμή, τον ερωτισμό και τον πόνο των τραγουδιών, τραγουδάει, παίζει μπαγλαμαδάκι και χορεύει χορό της κοιλιάς, αποδεικνύοντας τον συνδετικό ιστό ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, η ταινία αναμειγνύει τρεις γλώσσες, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον καταρχάς πολυπολιτισμικό μωσαϊκό σε ένα περιβάλλον όπου το προσφυγικό ζήτημα και η κρίση κυριαρχεί.

Αν και ο Κατλίφ δεν εμφανίζει ποτέ τους πρόσφυγες ως φυσικά πρόσωπα, πάντα υπάρχει έντονη η παρουσία τους -μέσα από ένα βουνό σωσιβίων, ή γραμμένα στα αραβικά συνθήματα στους τοίχους ενός σιδηροδρομικού σταθμού- κι έτσι επιχειρεί να αποδείξει πως όλοι τελικά είμαστε με έναν τρόπο πρόσφυγες, ή μπορούμε να γίνουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι λειτουργεί όσο αφορά στο σενάριο αυτοσχεδιαστικά κι έτσι η ιστορία του δεν έχει δύναμη, οι σχέσεις των χαρακτήρων του δεν εξελίσσονται όσο θα μπορούσαν, ενώ η ευαίσθητη ματιά του δεν αποφεύγει τελικά τις παγίδες του διδακτισμού.

Thelma

Σκηνοθεσία: Γιοακίμ Τρίερ

Παίζουν: Έλι Χάρμπο, Κάια Γουίλκινς, Χένρικ Ράφαλσεν

Περίληψη:

Η Θέλμα είναι μια ντροπαλή νεαρή κοπέλα, η οποία αφήνει πίσω της τους θρησκόληπτους γονείς της σε μια μικρή πόλη της δυτικής ακτής στη Νορβηγία, προκειμένου να σπουδάσει σε ένα πανεπιστήμιο του Όσλο.

Μια μέρα κι ενώ βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου για να διαβάσει, την πιάνει μια έντονη κρίση, σαν επιληψία. Ταυτόχρονα αρχίζει να αισθάνεται μια περίεργη έλξη για την Άνια, μια πανέμορφη συμφοιτήτριά της, η οποία δείχνει να ανταποκρίνεται στη μαγνητική παρουσία της μοναχικής, παράξενης επαρχιώτισσας.

Καθώς κυλάει η ακαδημαϊκή χρονιά, η Θέλμα κυριεύεται ολοένα και περισσότερο από τα έντονα αισθήματά της για την Άνια.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, παθαίνει ολοένα και πιο συχνά κρίσεις. Καθώς καθίσταται ξεκάθαρο ότι αυτές οι κρίσεις αποτελούν απλώς ένα σύμπτωμα ανεξήγητων, ενδεχομένως και επικίνδυνων, υπερφυσικών ικανοτήτων, η Θέλμα καλείται να αντιμετωπίσει τραγικά μυστικά του παρελθόντος της, αλλά και τις τρομακτικές επιπτώσεις των δυνάμεών της.

Ο Νορβηγός Γιοακίμ Τρίερ – μακρινός συγγενής του Λαρς φον Τρίερ- ( «Όσλο, 31 Αυγούστου» και «Ο ήχος της σιωπής») κάνει μια στροφή στο μεταφυσικό θρίλερ, με μια ενδιαφέρουσα πλην, όμως, αρκετά φλύαρη στα σημεία ιστορία.

Με σαφείς επιρροές από τον Στίβεν Κινγκ, αλλά και από μετρ του τρόμου, όπως ο Χίτσκοκ, αλλά και τον Κρόνεμπεργκ, ο Τρίερ μαζί με τον συνσεναριογράφο του, τον Έσκιλ Βογκ,  συνθέτουν το πορτρέτο μιας σύγχρονης μάγισσας, αφού η δική τους Θέλμα φαίνεται να έχει υπερφυσικές δυνάμεις, ανιχνεύοντας ταυτόχρονα τις αιτίες της συμπεριφοράς της, μέσα από μια σειρά φροϋδικών ερμηνειών , που αφορούν στην καταπίεση από το οικογενειακό της περιβάλλον, τη σχέση της με τη θρησκεία και τη σεξουαλική της ταυτότητα.

Κινηματογραφώντας την ιστορία του σαν ένα μεταφυσικό παραμύθι, ο Τρίερ συχνά καταφεύγει σε ονειρικούς συμβολισμούς, ακολουθώντας τα βήματα του Ντέιβιντ Λιντς - για παράδειγμα η νεαρή Άνια ταυτίζεται με την Εύα που οδηγεί την Θέλμα στην «αμαρτία»- όμως συχνά οι αναφορές του σε άλλους δημιουργούς τον οδηγούν σε επαναλήψεις, που δεν του αφήνουν χρόνο να αποσαφηνίσει τις σκηνοθετικές του προθέσεις.

Ενδιαφέρον πάντως έχει το γεγονός ότι συνδυάζει το νορβηγικό παγωμένο τοπίο με τον εσωτερικό τοπίο της κεντρικής ηρωίδας του, που υποστηρίζεται με εσωτερικότητα από την Έλι Χάρμπο, όμω; η έλλειψη οικονομίας και οι αργοί του ρυθμοί αποδυναμώνουν το τελικό αποτέλεσμα, δημιουργώντας μια αίσθηση ανικανοποίητου.
 

  • Μπλε Βασίλισσα

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Σιπσίδης

Παίζουν: Μιχάλης Οικονόμου, Ράσμι Σούκουλη, Τέτη Καλαφάτη, Δημήτρης Καπετανάκος, Δημήτρης Ήμμελος, Γιώργος Αδαμαντιάδης, Φωτεινή Λεβογιάννη, Θέμης Πάνου

 

Περίληψη:

Όλα ξεκινάνε με τη ληστεία της Μπλε Βασίλισσας, ενός από τα πολυτιμότερα διαμάντια του κόσμου, από μια ομάδα μαφιόζων, που δουλεύουν για τον αδίστακτο Άγγελο.

Ο Γιάννης, ένας από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του, παροτρύνεται από τη σύζυγό του, Λένα, να συμμαχήσουν με τον ψυχρό εκτελεστή Σταύρο. Έτσι προδίδουν τον Άγγελο, κλέβοντάς του το δαχτυλίδι, με σκοπό να το πουλήσουν σε έναν μυστηριώδη αγοραστή.

Ποια όμως, είναι τα πραγματικά κίνητρα της Λένας; Τι κρύβει ο Σταύρος και ποιος είναι ο ρόλος του Νίκου, του φαινομενικά ήσυχου και αμίλητου οδηγού του Άγγελου;

Μετά από τις τρεις βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους, ο Αλέξανδρος Σιπσίδης στη πρώτη του μεγάλου μήκους στήνει ένα αστυνομικό νουάρ στην Αθήνα του σήμερα. Είναι πράγματι πολύ δύσκολο για έναν Έλληνα δημιουργό να κάνει μια ταινία είδους, όμως ο Σιπσίδης τολμάει, έχοντας στα χέρια του ένα έξυπνο σενάριο που υπογράφουν ο Δημήτρης Ευλαμπίδης και η Απολλωνία Τσαντά. Το εύρημα της ταινίας είναι πως η ίδια ιστορία παρουσιάζεται από τέσσερις διαφορετικές οπτικές, πράγμα που έχουμε ξαναδεί, βεβαίως, αλλά ο νεαρός δημιουργός το αντιμετωπίζει με τον δικό του τρόπο, εστιάζοντας κάθε φορά σε έναν διαφορετικό αφηγητή. Έτσι η κάθε εκδοχή λειτουργεί ως ένα κομμάτι ενός μεγάλου παζλ που θα ολοκληρωθεί μόνο στο τέλος.

Η ιστορία λοιπόν, επαναλαμβάνεται, αυτούσια, αν και κάθε φορά προκύπτουν καινούργια στοιχεία, με απώτερο στόχο να ανανεώσουν το ενδιαφέρον του θεατή. Συχνά, όμως, αυτή η επαναληπτικότητα, που δεν την βοηθούν οι εξαιρετικά άνισες ερμηνείες των ηθοποιών – κουράζει και οι σκηνοθετικές ικανότητες του Σιπσίδη δεν αναδεικνύονται στο έπακρο.

Παρ’ όλα αυτά είναι σημαντικό που ένας Έλληνας δημιουργός θαρραλέα επενδύει στο νουάρ, αλλά αν είχε αποφύγει τις μιμήσεις μεγάλων παραγωγών που δεν μπορεί να υποστηρίξει, κι αν είχε αξιοποιήσει τα μέσα που είχε στη διάθεσή του θα είχε βρει σίγουρα πιο ενδιαφέρουσες λύσεις για μια ιστορία που διαθέτει ανατροπές κι εκπλήξεις.

Το Τελευταίο Φιλί του Κάιζερ (The Exception)

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λεβέ

Παίζουν: Λίλι Τζέιμς, Τζάι Κόρτνεϊ, Τζάνετ ΜακΤιρ, Κρίστοφερ Πλάμερ

 

Περίληψη:

Ένας Γερμανός στρατιώτης, ο Στεφάν αναλαμβάνει την αποστολή να ερευνήσει τον Γερμανό εξόριστο μονάρχη Κάιζερ. Ο Κάιζερ διαμένει σε μια απομονωμένη έπαυλη στην Ολλανδία και καθώς η Γερμανία καταλαμβάνει τις Κάτω Χώρες, οι αρχές της χώρας ανησυχούν ότι Ολλανδοί κατάσκοποι ίσως τον παρακολουθούν. Καθώς ο Στεφάν αρχίζει να εμβαθύνει στη ζωή του Κάιζερ, βρίσκεται παγιδευμένος σε μια παθιασμένη σχέση με την Μίκι, μια από τις καμαριέρες του Κάιζερ, που είναι Εβραία. Όταν ο Χίμλερ, ως επικεφαλής των Ναζί, αποφασίζει να κάνει μία απροειδοποίητη επίσκεψη, ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση για τον Στεφάν που η πίστη του δοκιμάζεται, όταν πλέον καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην πατρίδα και σε αυτό που θέλει καρδιά του.

Τηλεοπτικής αισθητικής ιστορικό δράμα που εκτυλίσσεται στην καρδιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τον Κρίστοφερ Πλάμερ στον ρόλο του Κάιζερ.

Ο Ντέιβιντ Λεβιέ ασχολείται με ένα κομμάτι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που δεν έχουμε δει συχνά στη μεγάλη οθόνη, εξερευνώντας τον ρόλο του Κάιζερ σε αυτή τη σκοτεινή σελίδα της Ιστορίας.

Όμως φαίνεται πως το πολιτικό υπόβαθρο της όλης υπόθεσης και οι όποιες προεκτάσεις της δεν τον πολυενδιαφέρουν, κι έτσι παρακάμπτει σημαντικά στοιχειά, αδιαφορώντας για την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του πρώην Γερμανού μονάρχη και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονταν.

Αντ’ αυτού αναμειγνύει βιαστικά κατασκοπίες, ρομάντζα και μια γενική ατμόσφαιρα εποχής, καταλήγοντας σε ένα άνευρο δράμα, που εκτός από μερικές καλές ερμηνείες δεν έχει να προσφέρει και πολλά.

  • Amityville: Το Ξύπνημα (Amityville: The Awakening)

Σενάριο –Σκηνοθεσία: Φρανκ Καλφούν

Παίζουν: Μπέλα Θορν, Τζένιφερ Τζέισον Λι, Κάμερον Μόναγκαν, Μακένα Γκρέις, Τζένιφερ Μόρισον

Περίληψη:

Η Μπελ, η μικρή της αδελφή και ο αδελφός της που βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, μετακομίζουν με τη μητέρα τους, Τζόαν, σε ένα παράξενο σπίτι στο Άμιτιβιλ, προκειμένου να εξοικονομήσουν χρήματα για να αντεπεξέλθουν στη θεραπεία του νεαρού Τζέιμς.

Κάποια περίεργα φαινόμενα όμως – συμπεριλαμβανομένης και της ανεξήγητης ίασης του αγοριού – δεν θα αργήσουν να κάνουν την εμφάνισή τους, με αποτέλεσμα η Μπελ να υποψιαστεί ότι η μητέρα τους απέκρυψε την πλήρη ανατριχιαστική αλήθεια για τη μυστηριώδης οικία.

Όταν πλέον συνειδητοποιήσουν όλοι ότι το σπίτι στο οποίο μετακόμισαν είναι το ξακουστό στοιχειωμένο σπίτι του Άμιτιβιλ, ίσως να είναι αργά. Ένα από τα πιο διάσημα franchise ταινιών τρόμου παγκοσμίως επιστρέφει με τον Φρανκ Καλφούν αυτή τη φορά στο σκηνοθετικό τιμόνι.

Η κατάρα του Άμιτιβιλ, εμπνέεται τα πραγματικά γεγονότα που συγκλόνισαν την Αμερική το 1974, όταν ο Ρόναλντ ΝτεΦέο σκότωσε και τα έξι μέλη της οικογένειάς του επειδή, όπως αποκάλυψε αργότερα, τον διέταζαν οι φωνές που άκουγε.

Το 1979 η πρώτη ταινία γύρω από το στοιχειωμένο σπίτι έκανε την εμφάνισή της και ακολούθησαν πολλές ακόμα. Τέσσερις δεκαετίες μετά, ο Φρανκ Καλφούν εμπνέεται από τις τρομακτικές ιστορίες γύρω από το συγκεκριμένο οίκημα και δημιουργεί ακόμα μια ταινία, που μόνο τρόμο δεν προκαλεί.

Χρησιμοποιώντας όλα τα κλισέ - περίεργες φιγούρες στους καθρέφτες, υποβλητικούς ήχους και στοιχεία splatter- ο Καλφούν προσπαθεί να ανανεώσει σεναριακά μια χιλιοειπωμένη ιστορία, προσθέτοντας ένα νεαρό αγόρι που διακομίζεται σε κώμα, χωρίς όμως να καταφέρνει και πολλά.

Αυτό που θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον είναι η ταραχώδης σχέση ανάμεσα στη μητέρα και τη μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, η οποία θα μπορούσε να προσδώσει μια ατμόσφαιρα ψυχολογικού θρίλερ στο όλο εγχείρημα, όμως οι ερμηνείες της Μπέλα Θόρντον και της Τζένιφερ Τζέισον Λι είναι τόσο άτονες και μονοδιάστατες που τελικά η όποια προσπάθεια πέφτει στο κενό απογοητεύοντας τους φαν του Άμιτιβιλ.

  • Ιστορίες Φαντασμάτων (Ghost Stories)

Σκηνοθεσία: Τζέρεμι Ντάισον, Αντι Νάιμαν

Παίζουν: Άντι Νάιμαν, Μάρτιν Φρίμαν, Πολ Γουάιτχαουζ, Άλεξ Λόθερ

 

Περίληψη:

Βρετανικό παραψυχολογικό θρίλερ, βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό έργο των Τζέρεμι Ντάισον και Άντι Νάιμαν. Ο καθηγητής Φίλιπ Γκούντμαν είναι ένας ψυχολόγος σκεπτικιστής, του οποίου ο ορθολογισμός δοκιμάζεται στα άκρα, όταν πέφτει στα χέρια του ένας ξεχασμένος φάκελος που περιέχει τρεις τρομακτικές υποθέσεις φαντασμάτων. Επηρεασμένος από αυτά που διάβασε, ξεκινάει μία έρευνα ώστε να δώσει λογικές εξηγήσεις σε αυτά τα γεγονότα. Καθώς ερευνά τις υποθέσεις, συναντά τρεις βασανισμένους ανθρώπους, που κουβαλούν τη δική τους αλλόκοτη και ανεξήγητη ιστορία.

Ο νυχτοφύλακας Τόνι είχε μια τρομακτική συνάντηση με ένα φάντασμα σε μια άδεια αποθήκη, πράγμα που τον στοιχειώνει για χρόνια. Ο έφηβος Σάιμον έκανε μια νυχτερινή βόλτα με το αυτοκίνητο κι από εκείνη την στιγμή δεν μπορεί να κοιμηθεί, ενώ ο Μάικ, ένας αναιδής τραπεζικός, αναθεώρησε στο έπακρο τον τρόπο που σκέπτεται, όταν ανήσυχα πνεύματα εμφανίστηκαν στην μέχρι τότε τέλεια ζωή του

  • Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος (Ντοκιμαντέρ)

Σκηνοθεσία - Σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη

 

Περίληψη:

Η δημιουργός Ελένη Αλεξανδράκη σκύβει πάνω από τη ζωή ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες διανοητές και συνθέτει το πορτρέτο του φίλου της μέσα από το έργο του και τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον γνώρισαν, τον θαύμασαν και τον αγάπησαν.

Το τρυφερό, αυτό εγχείρημα είναι μια διαφωτιστική εμπειρία για τα βιώματα και τα θέματα που διαπότισαν το έργο, τη ζωή, τη σκέψη και την ψυχή του Κωστή Παπαγιώργη.

Η δημιουργός Ελένη Αλεξανδράκη, εκτός από αναγνώστρια του έργου του Κωστή Παπαγιώργη, ήταν φίλη του για χρόνια. Ένα χρόνο μετά από τον θάνατό του, στράφηκε ξανά στην ανάγνωση των βιβλίων του και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός αφιερώματος στον αγαπημένο της φίλο.

«Επειδή μου έλειπε η παρέα του, είχα βουτηχτεί ξανά στην ανάγνωση των βιβλίων του και, χωρίς να το συνειδητοποιώ, είχα αρχίσει να φαντάζομαι μια ταινία», εξηγεί η δημιουργός.

Το γεγονός ότι ο Παπαγιώργης απέφευγε τη δημοσιότητα ήταν μια πρόκληση, αφού ο ίδιος δεν είχε μιλήσει ποτέ στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο. Ο υπότιτλος της ταινίας, που προέρχεται από μία ιδιόχειρη αφιέρωση που του είχε κάνει ο φίλος του Χρήστος Βακαλόπουλος, υπογραμμίζει την αμφισημία του Κωστή Παπαγιώργη.

Η επιλογή αποσπασμάτων από το έργο του ήταν μια δύσκολη υπόθεση και η δημιουργός διάλεξε μέρη διαισθητικά, αναζητώντας τα σημεία που ένιωθε ότι ταυτίζονται και εκφράζουν την ψυχοσύνθεσή του.

Η λίστα των ανθρώπων που μοιράστηκαν τον δικό τους Κωστή Παπαγιώργη με την κάμερα είναι μεγάλη.

Φίλοι και συγγενείς του, η γυναίκα του, Ράνια Σταθοπούλου, άνθρωποι των γραμμάτων, όπως η συγγραφέας Ζυράννα Ζατέλη, οι ποιητές Νίκος Παναγιωτόπουλος και Μιχάλης Γκανάς, ο εκδότης Θανάσης Καστανιώτης, ο δημοσιογράφος Νίκος Φελέκης, ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος, ο καθηγητής φιλοσοφίας Χρήστος Γιανναράς, η εκδότρια Τζούλια Τσιακίρη και ο δοκιμιογράφος και ποιητής Αντώνης Ζέρβας, ακόμα και απλοί βιοπαλαιστές που σχετίζονταν μαζί του, συνθέτουν το πορτρέτο αυτής της συνταρακτικής προσωπικότητας.

Τη φωνή του διανοητή μεταφέρουν στην οθόνη ο Ακύλας Καραζήσης και ο Αργύρης Πανταζάρας, η Μαρία Πανουργιά εικονογραφεί ένα-δύο αποσπάσματα του περιεχομένου των βιβλίων του, ενώ τη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Νίκος Ξυδάκης, επίσης φίλος του Παπαγιώργη.

Η ταινία βραβεύτηκε το Μάρτιο του 2018 στη διάρκεια του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης από την ΠΕΚΚ (Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου).

KRISIS (Nτοκιμαντέρ)

Σκηνοθεσία: Βόλφγκανγ Ρέινκε.

 

Περίληψη:

Μια ματιά στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 2015 έως τον Σεπτέμβριο του 2016, δοσμένη από την οπτική γωνία ενός Γερμανού. Στην αρχαία Ελλάδα, η λέξη «κρίση» δεν περιέγραφε μόνο μια κατάσταση αστάθειας, αλλά και τις ευκαιρίες που προέκυπταν από αυτήν. Αλληλεγγύη άνευ όρων, ανθρωπιά και χαρά της ζωής είναι τα όπλα με τα οποία τρεις Έλληνες οι οποίοι βοηθούν στο Αλληλέγγυο Ιατρείο Πειραιά, καταπολεμούν τη συνεχιζόμενη κοινωνική και πολιτική καταστροφή.

Γνωρίζουν, ασχέτως των πολιτικών γεγονότων και εξελίξεων, ότι η κοινωνική τους στράτευση αποτελεί μονόδρομο. Εργάζονται νυχθημερόν με αυταπάρνηση, ώστε να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους για έναν καλύτερο κόσμο. Με δεδομένη τη στροφή στα πολιτικά πράγματα της Ευρώπης, η ταινία μιλάει για το πώς μπορούμε να ζήσουμε όλοι μαζί, ανεξάρτητα από το ποια είναι η γεωγραφική και κοινωνική καταγωγή μας.