«Γκοντάρ, Αγάπη Μου», ο Μισέλ Χαζαναβίσιους συνθέτει το πορτρέτο ενός «ιερού τέρατος» μέσα στον Μάη του ’68
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Γκοντάρ, Αγάπη Μου», ο Μισέλ Χαζαναβίσιους συνθέτει το πορτρέτο ενός «ιερού τέρατος» μέσα στον Μάη του ’68

Αυτή την εβδομάδα ο Ίθαν Χοκ μπλέκεται σε «Ακρότητες», ο Λουί Γκαρέλ υποδύεται τον μεγάλο Ζαν -Λικ Γκοντάρ, ο Γκρεγκ Μπερλάντι σκηνοθετεί το εφηβικό γκέι δράμα ενηλικίωσης «Με Αγάπη, Σάιμον», ενώ οι οικολογικές ανησυχίες για το μέλλον του πλανήτη φαίνεται πως απασχολούν από auteurs όπως ο Βιμ Βέντερς έως το «Jurassic World».

  • Ακρότητες (First Reformed)

Σενάριο- Σκηνοθεσία: Πολ Σρέιντερ

Παίζουν: Ίθαν Χοκ, Αμάντα Σέιφριντ, Σεντρίκ Κάιλς, Βικτόρια Χιλ

 

Περίληψη:

Ο Αιδεσιμότατος Έρνστ είναι ένα μοναχικός πρώην στρατιωτικός, που έχει γίνει πάστορας στη Νέα Υόρκη. Η εκκλησία του, όμως, πλέον είναι ένα τουριστικό αξιοθέατο, που επισκιάζεται από μία άλλη κοντινή εκκλησία, την Άφθονη Ζωή, με υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις και πλήθος πιστών. Όταν μια έγκυος πιστή παρακαλεί τον Αιδεσιμότατο να συμβουλεύσει τον ακτιβιστή σύζυγό της, ο κληρικός νιώθει να βυθίζεται στο δικό του οδυνηρό παρελθόν, αλλά και στο εξίσου δυσοίωνο μέλλον του, ενώ η πίστη του δοκιμάζεται σοβαρά.

Ο Πολ Σρέιντερ γράφει και σκηνοθετεί μια από τις καλύτερες ταινίες του καλοκαιριού, με τον Ίθαν Χοκ στον πιο δυνατό ρόλο της καριέρας του, που δεν αποκλείεται να τον οδηγήσει μέχρι τα Όσκαρ.

Ο αιδεσιμότατος Έρνστ, ένας πρώην στρατιωτικός που έχει χάσει στον πόλεμο του Ιράκ τον γιο του, αναζητάει καταφύγιο στη θρησκεία και στην κοινωνική εργασία μιας εκκλησίας Καλβινιστών στη Νέα Υόρκη. Όταν μια νεαρή έγκυος τον παρακαλεί να συναντήσει τον σύζυγο της, που έχει κατάθλιψη, η πίστη του πάστορα δοκιμάζεται. Ο άντρας που συναντάει, ένας οικολόγος ακτιβιστής, τον ενημερώνει ότι η γη κινδυνεύει και μάλιστα όχι σε ένα τόσο μακρινό μέλλον, πράγμα που τον ωθεί στην απόγνωση.

Ο Έρνστ προσπαθεί να τον πείσει να αγαπήσει τη ζωή που έχει, όμως ταυτόχρονα ο ίδιος αρχίζει να αμφισβητεί τις σταθερές του. Με ύφος που θυμίζει τα διηγήματα του Κάρτερ και την ιδεολογική κατεύθυνση του Μπέργκμαν, ο Σρέιντερ παρακολουθεί στενά την καθημερινότητα του κεντρικού του ήρωα, και μέσα από τα εξαιρετικά voice over του - που είναι στην ουσία κομμάτια του ημερολογίου του -, αποκαλύπτει τις βαθύτερες σκέψεις του πάστορα, αλλά και τη δική του φιλοσοφία πάνω στη ζωή και την πίστη. Άλλωστε , όπως λέει κι ο Έρνστ « η προσπάθεια να προσευχηθείς είναι προσευχή». Έτσι κι ο Σρέιντερ κάνει με τον τρόπο του μια δική του «δέηση», ενώ ταυτόχρονα τολμάει να εμπλουτίσει την ταινία του με μια λογοτεχνική διάθεση, που καθηλώνει τον θεατή και τον οδηγεί σε περίπλοκες διαδρομές.

Αν και θα μπορούσε να είχε αποφύγει το χολιγουντιανό φινάλε και κάποιους εντυπωσιασμούς, όπως την ονειρική σκηνή της αιώρησης των δύο πρωταγωνιστών, ο Σρέιντερ εστιάζοντας στα βλέμματα των πρωταγωνιστών του και σε καλογραμμένους, θεατρικούς σχεδόν, διαλόγους, δημιουργεί ένα ιδιότυπο υπαρξιακό δράμα που χαρίζει στον Ίθαν Χοκ την ευκαιρία να επιστρέψει επιτέλους σε σημαντικούς ρόλους. Εξαιρετική, επίσης, επιλογή είναι η σχεδόν καθολική απουσία μουσικής, που έχει αντικατασταθεί από έναν απειλητικό βόμβο.

  • Με Αγάπη, Σάιμον- (Love, Simon_

Σκηνοθεσία: Γκρεγκ Μπερλάντι

Παίζουν: Νικ Ρόμπινσον, Κάθριν Λάνγκφορντ, Αλεξάντρα Σιπ, Χόρχε Λέντεμποργκ, Μάιλς Χέιζερ, Κίναν Λόνσντεϊλ, Λόγκαν Μίλερ, Τζένιφερ Γκάρνερ, Τζος Ντουχάμελ, Τόνι Χέιλ

 

Περίληψη:

Όλοι αξίζουν μια μεγάλη ιστορία αγάπης. Για τον δεκαεφτάχρονο Σάιμον Σπάιερ, όμως, τα πράγματα είναι λίγο πιο πολύπλοκα. Ακόμα δεν έχει πει στους γονείς ή στους φίλους του πως είναι ομοφυλόφιλος, ενώ δεν έχει ιδέα για την πραγματική ταυτότητα του ανώνυμου συμμαθητή του που έχει ερωτευτεί μέσω διαδικτύου. Η προσπάθεια να λύσει αμφότερα τα προβλήματά του αποβαίνει αστεία, τρομακτική και του αλλάζει μια για πάντα τη ζωή.

Τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ κάνουν την έκπληξη με μια γκέι ταινία ενηλικίωσης, που κόντρα στον συντηρητισμό δηλώνει πως «όλοι έχουν δικαίωμα σε μια ιστορία αγάπης ».

Ο Νικ λοιπόν είναι ένας δεκαεφτάχρονος μαθητής, που ζει μια εντελώς κανονική ζωή, μόνο που είναι ομοφυλόφιλος πράγμα που δεν τολμάει να παραδεχτεί στους δικούς του. Μέσω του διαδικτύου αρχίζει να επικοινωνεί με έναν ανώνυμο συμμαθητή του, που επίσης έχει το ίδιο θέμα, και σταδιακά τον ερωτεύεται. Ένας περίεργος τύπος, όμως, από το σχολείο που διεκδικεί μια θέση στην καρδιά της κολλητής του Νικ, θα μάθει την αλήθεια, πράγμα που θα αναστατώσει τη ζωή της σχολικής κοινότητας, του Νικ αλλά και της οικογένειάς του.

Ο Γκρεγκ Μπερλάντι («Brothers & Sisters»), βασίζεται στο διεθνώς αναγνωρισμένο βιβλίο της Μπέκι Αλμπερτάλι, που έχουν διασκευάσει ο Αϊακ Απτεϊκερ και η Ελίζαμπεθ Μπέργκερ («This is Us») και τολμάει να μιλήσει ανοιχτά για ένα ζήτημα ταμπού. Ακολουθεί μεν τους κανόνες μιας στερεοτυπικής ανάλαφρης νεανικής κομεντί- σκηνές από το σχολείο, μουσικοχορευτικές σεκάνς , η χαριτωμένη φιγούρα του καθηγητή που στέκεται πλάι στα παιδιά και το μοντέλο της τέλειας αμερικανικής οικογένειας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησής του- που, όμως, διαταράσσονται από μια απλή δήλωση ενός νεαρού ανθρώπου ότι είναι ομοφυλόφιλος.

Ο Μπερλάντι στοχεύει στους χαρακτήρες και κυρίως στον Νικ, που ερμηνεύει με λεπτομέρεια ο νεαρότατος Νικ Ρόμπινσον, φέρνοντας στο φως μια ιστορία που τελικά συμβαίνει σε πολλά σπίτια και με χολιγουντιανή αισιοδοξία- πράγμα που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι θεμιτή- προτείνει την αποδοχή της διαφορετικότητας με ένα πολύ απλό, αλλά ουσιαστικό τρόπο.

  • Γκοντάρ, Αγάπη Μου (Le Redoutable)

Σκηνοθεσία: Μισέλ Χαζαναβίσιους

Παίζουν: Λουί Γκαρέλ, Στέισι Μάρτιν, Μπερενίς Μπεζό

 

Περίληψη:

Είναι η αρχή του 1968, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ είναι τρελά ερωτευμένος με την Αν Βιαζέμσκι, και ορκισμένος Μαοΐστής έχει μόλις τελειώσει την «Κινέζα», ενώ το Παρίσι βγαίνει ορμητικά στους δρόμους, κηρύσσοντας την επανάσταση στο κατεστημένο.

Αυτό που συνειδητοποιεί ο Γκοντάρ με τρόμο είναι ότι έχει ο ίδιος γίνει το κατεστημένο στο οποίο ανέκαθεν αντιδρούσε. Είναι διάσημος και σεβάσμιος, ο κόσμος που συναντά στο δρόμο τον χαιρετά και του ζητά να κάνει κι άλλες από τις «αστείες» ταινίες του με τον Μπελμοντό, σαν το «Με Κομμένη την Ανάσα», ή έστω και την «Περιφρόνηση». Εκείνος, όμως, ήθελε ανέκαθεν να είναι επαναστάτης. Τι θα κάνει τώρα που η επανάσταση γίνεται χωρίς αυτόν;

Ο Μισέλ Χαζαναβίσιους («The Artist» ) διασκευάζει με χιούμορ και με νοσταλγική διάθεση το βιβλίο της Αν Βιαζέμσκι για τη θυελλώδη σχέση της με τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ και όλα όσα συνέβησαν τον Μάη του '68, δίνοντας στην ταινία του τον σκωπτικό τίτλο «Le Redoutable», που σημαίνει « ο τρομερός» .

Αν κι ο ίδιος ο Γκοντάρ θεώρησε την ιδέα για την ταινία, «πολύ πολύ ηλίθια» - ίσως γιατί πιθανό ο ίδιος είναι ακόμα εν ζωή- ο Χαζαναβίσιους εμπνέεται από τα κείμενα της Βιαζέμσκι,  εγγονής του νομπελίστα Φρανσουά Μοριάκ και δεύτερης συζύγου του μεγάλου σκηνοθέτη ( μετά την Άνα Καρίνα) και συνθέτει το κωμικοτραγικό πορτρέτο ενός «ιερού τέρατος», μέσα στον ταραχώδη Μάη του ’68.

Ο Γκοντάρ ήταν τριάντα έξι ετών όταν γνώρισε και παντρεύτηκε τη δεκαεννιάχρονη τότε Βιαζέμσκι, η οποία μάλιστα πρωταγωνίστησε στην «Κινέζα», μια ταινία που κυριολεκτικά δεν αρέσει σε κανέναν, ούτε καν στους Κινέζους. Μετά την παταγώδη αποτυχία του, ο Γκοντάρ βρίσκεται σε προσωπική καλλιτεχνική κρίση, εναποθέτοντας τις ελπίδες του στην επανάσταση που έρχεται.

Ο Χαζαναβίσιους που ξέρει να ακολουθεί δημιουργικά κι όχι μιμητικά διαφορετικά αισθητικά ρεύματα, κινηματογραφεί την ιστορία του, ακολουθώντας το ύφος του Γκοντάρ της πρώτης περιόδου: ήτοι λαμπερά χρώματα, μεσότιτλοι κατά τη διάρκεια της ταινίας, συνθήματα γραμμένα σε τοίχους, τζαζ μουσική και γυμνά σώματα- ενώ ταυτόχρονα αποτυπώνει χωρίς καμία διάθεση αγιογραφίας τον μεγάλο δημιουργό. Αντίθετα μάλλον τον παρουσιάζει μισάνθρωπο, φαλλοκράτη και εγωιστή- οι δε θεωρίες του περί των ηθοποιών μάλλον θα κάνουν πολλούς να τον αντιπαθήσουν- ενίοτε δε με μια ανεκδοτολογική διάθεση.

Ταυτόχρονα καταγράφει την εποχή του περιβόητου Μάη του ‘68 με μια υποβόσκουσα ειρωνεία, που όμως σε σημεία οριακά γλιτώνει από την παρωδία, παρουσιάζοντας τις οδομαχίες των διαδηλωτών εντελώς γραφικά και με υπόκρουση γλυκανάλατης μουσικής, ενώ η περιβόητη διακοπή του Φεστιβάλ Καννών, αν και αναφέρεται, ποτέ δεν παρουσιάζεται, γεγονός που προκαλεί απορία.

Παρ’ όλα αυτά, ο Χαζαναβίσιους δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο κι ανάλαφρο πορτρέτο του Γκοντάρ, που ερμηνεύει με χιούμορ και κυνισμό ο Λουί Γκαρέλ, αποποιούμενος εντελώς την γοητευτική του εικόνα, και με έναν αέρα νοσταλγίας αποδίδει έναν φόρο τιμής στο έργο του περισσότερο και στην παρακαταθήκη που άφησε στον κόσμο της έβδομης τέχνης παρά στο ίδιο το πρόσωπο.

  • Στο Βαθύ Γαλάζιο (Submergence)

Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς

Παίζουν: Τζέιμς ΜακΑβόι, Αλίσια Βικάντερ, Ρέντα Καντέμπ

 

Περίληψη:

Σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα στην ανατολική ακτή της Αφρικής, ο Τζέιμς, κρατείται αιχμάλωτος. Χιλιάδες μίλια μακριά στη θάλασσα της Γροιλανδίας, η Ντανιέλ ετοιμάζεται να βουτήξει στον πυθμένα του ωκεανού. Η απομόνωση αυτή παρασύρει τη σκέψη τους στο προηγούμενο έτος, τότε που μια τυχαία συνάντηση σε μια παραλία στη Γαλλία τούς έκανε να ερωτευτούν. Ο Βιμ Βέντερς σκηνοθετεί τον Τζέιμς ΜακΑβόι και την Αλίσια Βικάντερ σε ένα υποβρύχιο ρομάντζο, που σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει τον παλιό καλό του εαυτό.

Ο Τζέι είναι πράκτορας της βρετανικής κυβέρνησης και κρατείται αιχμάλωτος των τζιχαντιστών στη Σομαλία, ενώ και η Ντανιέλ, επιστήμονας που παλεύει για τη διάσωση του πλανήτη, ετοιμάζεται για μια επικίνδυνη κατάδυσή στον βυθό της Γροιλανδίας. Οι δυο τους πριν από έναν χρόνο είχαν γνωριστεί σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον – κάπου στις ακτές της Νορμανδίας- κι ερωτεύτηκαν παράφορα. Έτσι στις δύσκολες στιγμές τους, μέσα από φλας μπακ, αναπολούν τη θυελλώδη συνάντησή τους.

Ο Βιμ Βέντερς, βασισμένος στο μυθιστόρημα του Σκοτσέζου Τζέι Εμ Λέντγκαρντ «Στο Βαθύ Γαλάζιο», αναμειγνύει γεωπολιτική, τρομοκρατία και ρομάντζο σε ένα καλογυρισμένο φιλμ, ακολουθώντας, όμως, τους δρόμους μιας Χολιγουντιανής παραγωγής, με μερικές μικρές αναλαμπές, που μας υπενθυμίζουν το σκηνοθετικό του στυλ για το οποίο όλοι τον αγαπούμε, κυρίως στις ερωτικές σκηνές των πρωταγωνιστών του.

Κατά τα άλλα, η ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα δυο ανθρώπων που ο καθένας από άλλη αφετηρία παλεύουν με έναν τρόπο για το καλό της ανθρωπότητας- αν και η στάση του Τζέι σηκώνει μεγάλες συζητήσεις, μιας και από τη μια μεν ο Βέντερς δεν αφορίζει τους τρομοκράτες τζιχαντιστές, αλλά από την άλλη τους παρουσιάζει σχεδόν τέρατα που πρέπει να εξαφανιστούν για να σωθεί ο κόσμος- τελικά βουλιάζει όπως και το υποβρύχιο σκάφος της Ντάνιελ στα εντελώς γνώριμα νερά μιας τυπικής δραμεντί, που δεν θέλει να αναστατώσει κανέναν.

 

  • Jurassic World: Το βασίλειο έπεσε (Jurassic World: Fallen Kingdom)

Σκηνοθεσία: X. Α. Μπαγιόνα

Παίζουν: Κρις Πρατ, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Τόμπι Τζόουνς, Τζέιμς Κρόμγουελ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τεντ Λιβάιν

 

Περίληψη:

Έχουν περάσει τρία χρόνια αφότου το θεματικό πάρκο του Jurassic World καταστράφηκε από τους δεινοσαύρους, που το έσκασαν από τα κλουβιά τους, σπέρνοντας τον τρόμο. Η νήσος Νούμπλαρ έχει τώρα εγκαταλειφθεί από τους ανθρώπους, ενώ οι εναπομείναντες δεινόσαυροι τρέφονται με ό,τι υπάρχει στη ζούγκλα. Όταν το ανενεργό ηφαίστειο του νησιού ξυπνά, ο Όουεν και η Κλερ ηγούνται μιας προσπάθειας να διασώσουν τους δεινοσαύρους από την επερχόμενη καταστροφή. Ο Όουεν θέλει να βρει την Μπλε, την επικεφαλής ράπτορα που ακόμα αγνοείται, και η Κλερ, έχοντας αποκτήσει σεβασμό για αυτά τα πλάσματα, βάζει σκοπό της ζωής της να τα προστατεύσει. Φτάνοντας στο νησί κι ενώ η λάβα αρχίζει να ξεχύνεται, θα ανακαλύψουν μια συνωμοσία που απειλεί να οδηγήσει τον πλανήτη πίσω στους προϊστορικούς χρόνους. Τρία χρόνια μετά, το sequel του «Jurassic World» επιστρέφει σε σκηνοθεσία του Ισπανού κι ειδικού στα θρίλερ Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα («The Impossible», «7 Λεπτά μετά τα Μεσάνυχτα».

Αυτή τη φορά οι δεινόσαυροι εγκαταλείπουν το νησί τους και καλούνται να συνυπάρξουν με τους ανθρώπους, που τελικά θα αποδειχτούν περισσότερο επικίνδυνοι από τα «τέρατα», καθώς μια ομάδα κερδοσκόπων επιχειρεί να κλωνοποιήσει το είδος , δημιουργώντας ένα τεράστιο ρήγμα στην εξελικτική και βιολογική αλυσίδα. Ο Όουεν και η Κλερ παλεύουν για τη σωτηρία των δεινοσαύρων και του πλανήτη, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να τα βάλουν με μια τρομερή σπείρα. Ο Σπίλμπεργκ που έχει αναλάβει την παραγωγή θεωρεί αυτή την ταινία « ένα υβρίδιο μεταξύ μιας ταινίας δεινοσαύρων και μιας ταινίας με τέρατα», και όντως εδώ θα δούμε νέα τρομακτικά είδη, όπως τον Ινδοράπτορα που είναι αλεξίσφαιρος κι επιτίθεται κατόπιν εντολής, να συναγελάζονται με ανθρώπινα όντα.

Ο Μπαγιόνα αξιοποιεί τις δυνατότητες της ψηφιακής τεχνολογίας, ζουμάρει στους δεινόσαυρους και δημιουργεί μερικές ατμοσφαιρικότατες σκηνές με μια γκόθικ εσάνς κι έναν πιο ενήλικο προσανατολισμό, θέτοντας μέσα από τους νόμους ενός υπερθεάματος οικολογικά ζητήματα σε σχέση με το κατά πόσο ο άνθρωπος μπορεί να επεμβαίνει στη φύση.

  • Βασικός ύποπτος (Spinning Man)

Σκηνοθεσία: Σάιμον Κάιζερ

Παίζουν: Πιρς Μπρόσναν, Γκάι Πιρς, Μίνι Ντράιβερ, Αλεξάντρα Σιπ, Οντέγια Ρας, Τζέιμι Κένεντι, Κλαρκ Γκρεγκ

 

Περίληψη:

O Έβαν Μπερτς είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Έχει μια φαινομενικά ειδυλλιακή ζωή με τη γυναίκα του Έλεν και τα δύο παιδιά τους. Όμως το παρελθόν του, κρύβει μια σειρά από ακατάλληλες σχέσεις με φοιτήτριες. Έχοντας ήδη αναγκαστεί να μετακομίσει λόγω αυτής της ανάρμοστης συμπεριφοράς, η οικογένεια θα καταρρεύσει, όταν ο Έβαν θεωρηθεί ο βασικός ύποπτος για την εξαφάνισης μιας νεαρής κοπέλας. Ο ντετέκτιβ Ρόμπερτ Μάλοϊ αναλαμβάνει την υπόθεση και παλεύει να ανακαλύψει την αλήθεια. Εν τω μεταξύ, ο Έβαν προσεγγίζει μια όμορφη φοιτήτρια, την Άνα με σκοπό να γίνει η επόμενη ερωμένη του, ή το επόμενο θύμα του. Βασισμένο στο μυθιστόρημα του βραβευμένου Τζορτζ Χαράρ, ο «Βασικός ύποπτος « του Σουηδού Σάιμον Κάιζερ («Before We Die»), ξεδιπλώνει μία μυστηριώδη ιστορία, που προσπαθεί να συνδέσει τη μνήμη με τις ενοχές.

Ο Κάιζερ ξεκινάει την αφήγησή του σαν μια τυπική ιστορία αστυνομικού μυστηρίου: δηλαδή έχουμε ένα κορίτσι που εξαφανίζεται, έναν βασικό ύποπτο και έναν αστυνομικό που αναζητάει την αλήθεια. Όλα αυτά μοιάζουν χιλιοειπωμένα και ο ύποπτος είναι τόσο προφανής από την πρώτη στιγμή, πράγμα που από μόνο του σε κάνει να αναρωτιέσαι τι ακριβώς συμβαίνει. Με ατμόσφαιρα ενός νέο- νουάρ, ο Κάιζερ παίζει με τη συνθήκη του ψευδορεαλισμού, απόλυτα ταιριαστού στην ψυχοσύνθεση του κεντρικού ήρωα, του καθηγητή Έβανς, προετοιμάζοντας τον θεατή για μια μεγάλη ανατροπή.

Η οποία έρχεται μεν, αλλά δεν είναι τόσο ρηξικέλευθη, ούτε εξηγείται επαρκώς, όποτε σίγουρα θα φύγετε από την αίθουσα με απορίες. Παρόλα αυτά, οι ερμηνείες των Γκάι Πιρς, Πιρς Μπρόσναν και κυρίως της Μίνι Ντράιβερ, που επενδύουν στις εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων τους, ενισχύουν μια ταινία που δεν καταφέρνει, παρά τις καλές της προθέσεις, να ξεφύγει από την πεπατημένη.

  • Κορίτσι για Φίλημα (I Feel Pretty)

Σκηνοθεσία: Άμπι Κον και Μαρκ Σίλβερσταϊν

Παίζουν: Έϊμι Σούμερ, Βανέσα Γουίλιαμς, Εμιλι Ρατακόφσκι,

 

Περίληψη:

Η Έϊμι Σούμερ αναζητά την πραγματική ομορφιά σε μια ανάλαφρη καλοκαιρινή κωμωδία για όλα όσα δεν βλέπουμε. Η Ρενέ γνωρίζει πολύ καλά πως είναι να έχεις μια μέση εμφάνιση στη Νέα Υόρκη, την πόλη των γενετικά και οικονομικά ευλογημένων. Μετά όμως από ένα ατύχημα στο γυμναστήριο, ξυπνάει στα αποδυτήρια και συνειδητοποιεί ότι κάτι έχει συμβεί: τα πόδια της δείχνουν πιο γυμνασμένα , τα μαλλιά της είναι μεταξένια και το πρόσωπό της λαμπερό. Μόνο που για όλους τους άλλους, παραμένει ακριβώς η ίδια.

Αν και η εμφάνισή της δεν έχει αλλάξει καθόλου, η ανεβασμένη της αυτοπεποίθηση τη βοηθάει να εξελιχθεί επαγγελματικά στην εταιρία καλλυντικών που εργάζεται, να βρει έναν όμορφο φίλο και να είναι συνεχώς καλεσμένη στα πιο περιζήτητα πάρτι. Κάποια στιγμή όμως αρχίζει να συμπεριφέρεται απαξιωτικά σε αυτούς που δεν είναι προικισμένοι από τη φύση τους, όπως ακριβώς έκαναν κάποτε οι άλλοι στην ίδια.

  • Στις ρεματιές με τα βατόμουρα (Krasnye polyany- 1967)

Σκηνοθεσία- Σενάριο: Εμίλ Λοτιάνου

Παίζουν: Σβετλάνα Τόμα, Μιχαήλ Μπατιτσεάνου, Βίκτορ Τσούτακ

 

Περίληψη:

Τα βοσκοτόπια ενός κολχόζ (συνεταιριστικό αγρόκτημα στην Σοβιετική Ένωση) καταστράφηκαν από τον καυτό ήλιο. Για να σώσουν τα κοπάδια τους, οι βοσκοί αποφασίζουν να τα μεταφέρουν στις «Ρεματιές με τα βατόμουρα». Στο μακρύ τους ταξίδι, τους συνοδεύουν ο δημοσιογράφος ​​ ​Αντρέι και η νεαρή Ιλούτσε, που είναι ερωτευμένη με τον βοσκό ονόματι Σάβα. Η ταινία αποτέλεσε αφετηρία μιας πιο ποιητικής και ρομαντικής κινηματογραφικής προσέγγισης από τον Εμίλ Λοτιάνου, που είναι εμφανής και στις μετέπειτα ταινίες του.