«Mε αγάπη, Τζούλιετ» Όταν η λογοτεχνία νικά τη φρίκη του πολέμου
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Mε αγάπη, Τζούλιετ» Όταν η λογοτεχνία νικά τη φρίκη του πολέμου

Ο Κεν Λόουτς παίζει μπάλα με τον Ερίκ Καντονά, ο Μάικλ Νιούελ χρήζει απόλυτη πρωταγωνίστρια την Λίλι Τζέιμς σε μια βρετανική ταινία εποχής, ο Ντάνι Μπουν επιστρέφει στις ρίζες του, ενώ νεαροί με υπερφυσικές δυνάμεις ψάχνουν την ταυτότητά τους σε έναν επικίνδυνο κόσμο.

  • Αναζητώντας τον Έρικ (Looking for Eric)

Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς

Παίζουν: Στιβ Έβετς, Ερίκ Καντονά, Στέφανι Μπίσοπ

Περίληψη:

Ο Έρικ είναι ταχυδρόμος και δεν είναι καλά! Η χαοτική οικογένειά του, οι εκτός ελέγχου πρόγονοί του και η μπετονιέρα στον κήπο του σπιτιού δεν βοηθάνε, αλλά αυτό που τον εξωθεί στα όριά του είναι ένα μυστικό, που τον βαραίνει.

Πώς θα αντικρύσει την Λίλι, τη γυναίκα που αγαπούσε τριάντα χρόνια πριν; Παρά τις τιτάνιες προσπάθειες της ποδοσφαιρόφιλης παρέας του, ο Έρικ αισθάνεται όλο και πιο χαμένος. Σ' αυτή την απελπιστική κατάσταση, μόνο ένα τσιγαριλίκι κι ένας ιδιαίτερος φίλος θα τον βοηθήσουν να ταξιδέψει στην πιο επικίνδυνη περιοχή απ' όλες: το παρελθόν.

Ο Κεν Λόουτς συναντάει τον θρύλο του ποδοσφαίρου Ερίκ Καντονά, σε μια γλυκόπικρη κομεντί που γυρίστηκε το 2009, όμως, μόλις φέτος έφτασε στη χώρα μας, λόγω προβλημάτων διανομής.

Γνωστός λάτρης του ποδοσφαίρου ο Λόουτς κάποια στιγμή έλαβε ένα μήνυμα από τον Καντονά, ότι ήθελε να τον συναντήσει. Εκείνος του διηγήθηκε μια προσωπική του ιστορία με έναν φαν του, που δεν μπόρεσε να γίνει σενάριο. Τελικά, όμως, ο Βρετανός σκηνοθέτης εμπνεύστηκε από αυτή κι έφτιαξε ίσως την πιο αστεία του ταινία.

Θα μπορούσε να είναι και σενάριο του Γούντι Άλεν, όμως ο Λόουτς επιμένει πιστά στο ρεαλιστικό σινεμά που ξέρει να κάνει και ταυτόχρονα στην ομαδικότητα του ποδοσφαίρου που φαίνεται ότι τον εντυπωσιάζει, προτάσσοντας το «μαζί» και την αλληλεγγύη ως λύση, ή έστω ως ανακούφιση από την σκληρή πραγματικότητα.

Μπορεί το «Αναζητώντας τον Έρικ» να μην είναι το αριστούργημά του, αλλά αποκαλύπτει το χιούμορ του μεγάλου σκηνοθέτη, που ξέρει να κινηματογραφεί με βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις, συνδέοντας με εύσχημο τρόπο το προσωπικό με το κοινωνικό.

Η επιλογή δε του Στιβ Έβετς στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μας θυμίζει πόσο καλά ξέρει ο Λόουτς να καθοδηγεί τους ηθοποιούς του, βγάζοντάς τους μια αφοπλιστική αλήθεια, ενώ ο Καντόνα με σαρκαστική διάθεση αποκαθηλώνει τον μύθο του. 

  • Με Αγάπη, Τζούλιετ (The Guernsey Literary and Potato Peel Pie Society)

Σκηνοθεσία: Μάικ Νιούελ

Παίζουν: Λίλι Τζέιμς, Τζέσικα Μπράουν Φίντλεϊ, Γκλεν Πάουελ

Περίληψη:

Στον απόηχο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, η Τζούλιετ Άστον, μια νεαρή συγγραφέας, δημιουργεί έναν απροσδόκητο δεσμό με τους κατοίκους των νήσων Γκέρνσεϊ, που χάρη σε μια αυτοσχέδια λογοτεχνική λέσχη βρήκαν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τον πόλεμο.

Ο Μάικ Νιούελ ( «Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία») διασκευάζει με βρετανικό στυλ το ομώνυμο best-seller της Μέρι Αν Σάφε, που τελικά ολοκλήρωσε μετά το θανατό της η ανιψιά της Ανι Μπάροους.

Η Τζούλιετ είναι μια πετυχημένη συγγραφέας, που ζει στο μεταπολεμικό Λονδίνο.

Παρά την επιτυχία του τελευταίου της βιβλίου και την υποστήριξη του αγαπημένου της φίλου και εκδότη, δυσκολεύεται να βρει έμπνευση για ένα νέο εγχείρημα εξαιτίας των σκληρών της εμπειριών από τον πόλεμο. Μέχρι που λαμβάνει μια επιστολή από κάποιον Ντόσι Άνταμς, που είναι αγρότης στο νησί Γκέρνσεϊ.

Ο Ντόσι είναι μέλος μιας τοπικής λέσχης βιβλίου με την ονομασία «Guernsey Literary and Potato Peel Society» που ιδρύθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κι αποτέλεσε ένα καταφύγιο για κάποιους από τους κατοίκους, γεγονός που κινεί το ενδιαφέρον της Τζούλιετ. Έτσι αποφασίζει να ταξιδέψει ως εκεί, για να γνωρίσει από κοντά ανθρώπους που πραγματικά χρειάζονται τη λογοτεχνία. Στο Γκέρνσεϊ όμως η Τζούλιετ θα βρει και θα μάθει πολλά περισσότερα.

Από τη μία η αγάπη για τη λογοτεχνία κι από την άλλη το τραύμα του πολέμου, όπως εκδηλώνεται σε μια μικρή κοινωνία, αποτελούν τους βασικούς αφηγηματικούς άξονες του Νιούελ, που ακολουθεί τις ταραγμένες ζωές των ηρώων του με κομψότητα μεν αλλά ακαδημαϊκή διάθεση, υπογράφοντας μια αισιόδοξη ταινία που βλέπεται ευχάριστα σε θερινό.

Η Λίλυ Τζέιμς, που είναι όπως φαίνεται το Νext big thing του Χόλιγουντ, εντελώς διαφορετική από το «Mama Mia, Here we go again», που την είδαμε πρόσφατα αποδεικνύει ότι έχει μεγάλη ερμηνευτική γκάμα κι ένα λαμπρό μέλλον.

 

  • Θα Έρθω Κοντά Σου Σιγά Σιγά (Tout Le Monde Debout)

Σκηνοθεσία-Σενάριο: Φρανκ Ντιμπόσκ

Παίζουν: Φρανκ Ντιμπόσκ, Αλεξαντρά Λαμί, Ζεράρ Νταρμόν, Έλσα Ζίλμπερσταϊν

 

Περίληψη: Ο Ζοσλέν, επιτυχημένος επιχειρηματίας αλλά και μανιώδης ψεύτης, στην προσπάθειά του να αποπλανήσει μια όμορφη γυναίκα, παριστάνει το άτομο με ειδικές ανάγκες.

Όλα πηγαίνουν καλά, μέχρι την ημέρα που θα γνωρίσει την αδελφή της, που είναι ανάπηρη.

Ο σεναριογράφος και κωμικός Φρανκ Ντιμπόσκ πρωταγωνιστεί, γράφει και σκηνοθετεί μια τρυφερή καλοκαιρινή κωμωδία περί διαφορετικότητας. Ο Ζοσλέν, ένας πλούσιος κι επιτυχημένος πενηντάρης, που αρνείται να συμβιβαστεί με την ηλικία του, προκειμένου να φλερτάρει μια όμορφη νεαρή κι άνεργη νοσοκόμα, προσποιείται ότι είναι άτομο με ειδικές ανάγκες. Εκείνη όμως έχει μια αδερφή, που πράγματι είναι, οπότε αποφασίζει να τους φέρει σε επαφή.

Έτσι ο Ζοσλέν θα γνωρίσει έναν κόσμο που μέχρι πρότινος αγνοούσε και θα μάθει να εκτιμά την ουσία των ανθρώπινων σχέσεων κι όχι το φαίνεσθαι.

Ο Ντιμπόσκ κινείται στον χώρο μιας συμβατικής ανάλαφρης ρομαντικής κομεντί, χρησιμοποιώντας γνωστά στερεότυπα- δείπνα υπό το φως των κεριών, κλασική μουσική και άνδρες που σταματούν μέχρι και λεωφορεία για να κερδίσουν την καλή τους- όμως η δική του ιστορία έχει μια ενδιαφέρουσα ανατροπή: αφορά στον έρωτα ανθρώπων πολύ διαφορετικών, που βάσει των κοινωνικών στεγανών μάλλον θεωρείται αδύνατος.

Έτσι ο Γάλλος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί με ευαισθησία αλλά εντελώς απενοχοποιημένα το θέμα της αναπηρίας, χωρίς να διαχωρίζει τα άτομα με ειδικές ανάγκες από το κοινωνικό σύνολο, αντίθετα τα παρουσιάζει ενεργά, χαμογελαστά κι ερωτεύσιμα, εστιάζοντας στο τι μπορεί να μας φέρει κοντά κι όχι στο τι μας χωρίζει.

Ο ίδιος μαζί με την Αλεξάντρα Λαμί αποτελούν χαριτωμένο ζευγάρι, αν και τις εντυπώσεις κερδίζει και η απίθανη Έλσα Ζίλμπερσταϊν που υποδύεται τη βοηθό του Ζοσλέν.

  • Σκοτεινές Δυνάμεις (The Darkest Minds)

Σκηνοθεσία: Τζένιφερ Γιου Νέλσον

Παίζουν: Μάντι Μουρ, Γκουέντολιν Κρίστι, Αμάντλα Στένμπεργκ

 

Περίληψη:

Όταν κάποιοι έφηβοι αναπτύσσουν μυστηριωδώς ισχυρές υπερδυνάμεις, θεωρούνται απειλή και τότε η κυβέρνηση αναγκάζεται να τους περιορίσει σε ειδικά στρατόπεδα.

Η δεκαεξάχρονη, όμως, Ρούμπι διαφεύγει και γίνεται μέλος μιας ομάδας νεαρών δραπετών που ψάχνουν για ασφαλές καταφύγιο.

Σύντομα, τα μέλη της νέας αυτής «οικογένειας» αντιλαμβάνονται ότι η φυγή δεν είναι αρκετή και θα πρέπει να αντισταθούν, χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις τους συλλογικά, ώστε να πάρουν πίσω τον έλεγχο του μέλλοντός τους. Η Τζένιφερ Γιου Νέλσον με θητεία στο animation ( έχει σκηνοθετήσει τα δύο τελευταία «Kung Fu Panda» και μάλιστα ένα από αυτά έχει προταθεί για Όσκαρ καλύτερου animation) μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το best seller της Αλεξάντρα Μπράκεν.

Το «The Darkest Minds» ουσιαστικά είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας- που ολοκληρώθηκε με το «Never Fade» (2013) και το «In the Afterlight» (2013) κι είχε μεγάλη απήχηση στο νεανικό κοινό.

Με την ίδια ακριβώς λογική κινείται και η Νέλσον, δημιουργώντας μια teenage movie, επενδύοντας στη δράση, στις γρήγορες σκηνές, στις εντυπωσιακές μάχες και στις δυνατές φιλίες, υποβαθμίζοντας τον βασικό άξονα της ιστορίας που δεν είναι παρά ο έλεγχος της σκέψης.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, σε αυτή τη δυστοπική κοινωνία του βιβλίου, τρέμοντας τα παιδιά με τις υπερφυσικές δυνάμεις που έχουν εμφανιστεί, αποφασίζει να τα απομονώσει σε στρατόπεδα.

Μια νεαρή κοπέλα η Ρούμπι που έχει καταχωρηθεί ως «πορτοκαλί», δηλαδή έχει εξαιρετικές δυνάμεις, δραπετεύει κι ενώνεται με μια παρέα παιδιών που επίσης αναζητούν την ελευθερία. Τα βήματά τους θα τους οδηγήσουν σε μια κοινότητα, όπου αρχηγός είναι ο γιος του Προέδρουτων ΗΠΑ- επίσης παιδί με υπερφυσικές δυνάμεις- που θα προσπαθήσει να μάθει πώς η Ρούμπι καταφέρνει να επηρεάσει τη σκέψη, αλλά και τη μνήμη των ανθρώπων.

Το νευραλγικό ζήτημα του βιβλίου δεν το εκμεταλλεύεται η Νέλσον, αντ' αυτού περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαφορετικότητας, που αντιμετωπίζει στερεοτυπικά κι εντελώς ανώδυνα. Έτσι μένει στα πλαίσια μιας άνευρης ταινίας ενηλικίωσης, με κάποια εκ του προχείρου sci-fi στοιχεία.

 

  • Καλοκαιρινές Νύχτες (Hot Summer Nights)

Σκηνοθεσία: Ελάιτζα Μπαίνουμ

Παίζουν: Τίμοθι Σαλαμέ, Μάικα Μονρό, Αλεξ Ρόου

 

Περίληψη:

Καλοκαίρι του 1991.

Ο Ντάνιελ Μίντλετον, είναι ένας συμπαθέστατος αλλά αδέξιος κοινωνικά έφηβος, που μόλις έχει τελειώσει το λύκειο.

Η μητέρα του τον στέλνει να περάσει το καλοκαίρι του στη θεία του, στο Κέιπ Κοντ, μια των ΗΠΑ, στην πολιτεία της Μασαχουσέτης. Ο Ντάνιελ δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην ανθρωπογεωγραφία της περιοχής έως ότου συναντά τον Χάντερ Στρόμπερι, το «κακό παιδί», που βγάζει λεφτά πουλώντας μαριχουάνα σε ευκατάστατους παραθεριστές, ενώ φυλάει ως κέρβερος όσους βάζουν στο μάτι τη μικρότερη αδελφή του.

Ο Ντάνιελ όμως την ερωτεύεται, αλλά προσπαθεί να κρατήσει τη σχέση τους κρυφή, ιδίως από τον Χάντερ. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ελάιτζα Μπάινουμ με τον Τίμοθι Σαλαμέ σε μια ιστορία ενηλικίωσης, που έκανε αίσθηση στο Φεστιβάλ του SXSW.

Ο Ντάνιελ περνάει το καλοκαίρι στο Κέιπ Κοντ της Μασαχουσέτης, όπου τον έχει στείλει η μητέρα του για να ξεπεράσει τον θάνατο του πατέρα του. Εκεί θα γνωρίσει τον Χάντερ , το «κακό παιδί» της περιοχής που θα τον μυήσει στα ναρκωτικά και στην παρανομία, ενώ ταυτόχρονα θα ερωτευτεί την αδερφή του, το κορίτσι που όλοι θέλουν. Όμως ο Χάντερ δεν επιτρέπει σε κανέναν να την αγγίζει.

Ο Μπάινουμ καλά μελετημένος κι εμφανώς επηρεασμένος από τον Μάρτιν Σκορσέζε αλλά και το «Boogie nights» του Πολ Τόμας Άντερσον , υπογράφει μια ταινία ενηλικίωσης, κάνοντας όλα τα λάθη των νέων δημιουργών.

Δηλαδή προσπαθεί να πει τα πάντα με μια μόνο ιστορία. Έτσι παραφορτώνει τις σεκάνς του με σκηνές περιττές, που ανοίγουν άνευ λόγου τον ρυθμό του, χρησιμοποιεί συνεχώς τραγούδια από τη δεκαετία του ’70 χωρίς λόγο, κι αναμειγνύει είδη και στυλ, χάνοντας τελικά το νόημα. Αν και περιγράφει έναν κόσμο βίας και σκληρότητας, που σαφώς τον συσχετίζει με αυτό το δύσκολο πέρασμα από την αθωότητα στον κόσμο των ενηλίκων, κι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τα πάντα να συμβούν όταν πια ο ενήλικας αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του, δεν καταφέρνει στο ενδιάμεσο να διεισδύσει στα κίνητρα των πρωταγωνιστών του.

Σίγουρα η βία που ο βιώνει ο Χάντερ και ο θάνατος που καλείται να ξεπεράσει ο Ντάνιελ μπορούν να οδηγήσουν έναν νέο άνθρωπο σε ακρότητες- όμως αυτές οι παράμετροι δεν φαίνεται να απασχολούν ιδιαιτέρως τον Μπάινουμ που σκέφτεται περισσότερο «κινηματογραφικά» και αναλώνεται σε σκηνοθετικούς πειραματισμούς που τον αποπροσανατολίζουν.

Ο Τίμοθι Σαλαμέ («Να Με Φωνάζεις Με Τ’ Ονομά Σου»!), που δεν είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνει τον ρόλο του έφηβου που ενηλικιώνεται, σαφώς έχει ταλέντο και κινηματογραφική παρουσία, όμως κινδυνεύει να τυποποιηθεί, ενώ ο Άλεξ Ρόου και η Μάικα Μονρό ερμηνεύουν με ενδιαφέρον το θράσος και την ευαισθησία της εφηβείας.

  • H Οικουγένεια (La Ch’tite Famille)

Σκηνοθεσία: Ντάνυ Μπουν

Παίζουν: Ντάνι Μπουν, Λιν Ρενό, Πιερ Ρισάρ

 

Περίληψη:

Ο Βαλεντίν Ντε είναι ένας καταξιωμένος και διάσημος σχεδιαστής επίπλων, που παρουσιάζεται ως ορφανός, γιατί ντρέπεται για την ταπεινή του καταγωγή, μέχρι που εμφανίζεται η οικογένειά του και η πραγματική του ταυτότητα αποκαλύπτεται.

Τα βάσανά του όμως δεν τελειώνουν, αφού μετά από λίγο τον χτυπάει αυτοκίνητο και καταλήγει με μία μορφή αμνησίας που διαγράφει τα τελευταία χρόνια της κοσμοπολίτικης ζωής του. Η παριζιάνικη περσόνα του Βαλεντίν Ντε σβήνει και στη θέση της εμφανίζεται ο γνήσιος γόνος μιας λαϊκής οικογένειας.

Ο Γάλλος κωμικός Ντάνυ Μπουν αυτή τη φορά κινείται στα χνάρια του «Bienvenue chez les Ch'tis» («Είναι τρελοί αυτοί οι Βόρειοι»), της ταινίας που τον καθιέρωσε και έσπασε τα ταμεία στη Γαλλία, κι εμπνευσμένος από τις προσωπικές του εμπειρίες - ο ίδιος κατάγεται από μία λαϊκή οικογένεια της γαλλικής επαρχίας- σκηνοθετεί, γράφει και πρωταγωνιστεί σε μια κωμωδία που αποθεώνει τα αγνά συναισθήματα.

Αν σας ξαφνιάζει ο τίτλος της ταινίας, δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος ο τίτλος, αφού έχουμε να κάνουμε με μια οικογένεια από τη Βόρεια Γαλλία, που πηγαίνει στο Παρίσι για να επισκεφτεί τον αγαπημένο τους Βαλεντίν, ο οποίος είναι επιτυχημένος αρχιτέκτονας επίπλων, αλλά έχει αποφασίσει να αποποιηθεί την καταγωγή του.

Μάλιστα δηλώνει ορφανός σε όλους και στα ΜΜΕ, όμως η μητέρα του εμφανίζεται στα εγκαίνια της έκθεσής του για να γιορτάσει μαζί του τα γενέθλιά της.

Την ίδια μέρα ο Βαλεντίν θα πέσει θύμα ατυχήματος, που προκαλεί ο πεθερός του και θα χάσει τη μνήμη του. Συγκεκριμένα θα παραγράψει όσα έγιναν τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια που συμπεριφέρεται ως Παριζιάνος. Οπότε θα επιστρέψει στις ρίζες του και θα αρχίσει να μιλάει με ντοπιολαλιά, που ο κύκλος του απεχθάνονται ( στην αρχή η ακριβής μετάφραση της προφοράς κουράζει, σταδιακά όμως τη συνηθίζεις). Ο Ντάνι Μπουν με αγάπη για τους ανθρώπους της γαλλικής υπαίθρου απ’ όπου κατάγεται φτιάχνει μια οικογενειακή κομεντί, με στοιχεία φάρσας, επαναλαμβάνοντας τα γνωστά κλισέ περί σνομπ πρωτευουσιάνων και καλόκαρδων επαρχιωτών, που μπορεί να μην έχουν τρόπους έχουν όμως χρυσή καρδιά και ξέρουν να αγαπούν.

Αντιπαραβάλλοντας δύο διαφορετικούς κόσμους, ο Μπουν ασκεί μια ανάλαφρη κι εξ απαλών ονύχων κριτική στη μεγαλοαστική τάξη που μπορεί να πάθει ακόμα και ισχιαλγία προκειμένου να κάτσει σε πολυβραβευμένες πλην όμως τελείως άβολες καρέκλες, αλλά ποτέ δεν ξεπερνάει τα εσκαμμένα.

Με αυτό τον τρόπο αποφεύγει μεν τις κακοτοπιές, αλλά από ένα σημείο και μετά αρχίζει να επαναλαμβάνεται, με αποτέλεσμα να χάνει τον ρυθμό του και να καταλήγει σε ένα εντελώς προβλέψιμο φινάλε.