Νέες ταινίες: Ο Τομ Φορντ σκηνοθετεί τα «Νυκτόβια Πλάσματα» -Με πολύ στιλ
NEEΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Νέες ταινίες: Ο Τομ Φορντ σκηνοθετεί τα «Νυκτόβια Πλάσματα» -Με πολύ στιλ

Η Σιωπή του Σκορτσέζε, το Paterson του Τζάρμους, αλλά και ο Φασμπέντερ στο Assassin’s Creed υπόσχονται μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εβδομάδα με συναρπαστικό θέαμα. Την ίδια ώρα το ντεμπούτο στη σκηνοθεσία επιστρέφει και ο Τομ Φορντ!

Η σιωπή

  • (The silence)
  • Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
  • Παίζουν: Άντριου Γκάρφιλντ, Άνταμ Ντράιβερ, Λίαμ Νίσον  

 

Η  πολυαναμενόμενη ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε επαναφέρει το θέμα της πίστης, σε μια εποχή που ο δυτικός κόσμος μοιάζει να έχει ξεχάσει ότι το να πιστεύεις είναι μια ανθρώπινη ανάγκη κι αυτό από μόνο του είναι σημαντικό. Βασισμένος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του  Σιουσάκου Έντο  που γράφτηκε  το 1966, ο Σκορσέζε διηγείται την ιστορία δύο Ιεραπόστολων του 17ου αιώνα πο ταξιδεύουν ως την Ιαπωνία, σε μια εποχή που οι χριστιανοί διώκονται προκειμένου να αναζητήσουν τον αγνοούμενο μέντορά τους, Πατέρα Φερέιρα. Οι φήμες λένε ότι εκείνος έχει αποστατήσει και ζει τη ζωή του, αρνούμενος το δρόμο του Χριστού. Φτάνοντας στη μακρινή Ανατολή, οι δυο ιερείς θα έρθουν σε επαφή με μια μυστική καθολική κοινότητα Ιαπώνων χωρικών,  που μπορούν να πεθάνουν για την πίστη τους,  ελπίζοντας σε έναν μεταθανάτιο παράδεισο.  Ανάμεσά τους ο οδηγός  τους, ένας Ιάπωνας Ιούδας, που αν και χριστιανός, συνεχώς πατάει το ομοίωμα του Ιησού όπως απαιτούν  οι αρχές, αλλά πάντα μετανοημένος και συντετριμμένος,  ζητάει συγχώρεση.  Ο κεντρικός ήρωας, που αφηγείται και την ιστορία, ο Πάτερ Ροντρίγκες ( Άντριου Γκάρφιλντ)  έρχεται αντιμέτωπος με τον πόνο και η σιωπή του Θεού απέναντι στο ανθρώπινο μαρτύριο δοκιμάζει την ισχυρή του πίστη.

Ο Σκορσέζε περιγράφοντας διαφορετικές διαδρομές και ιστορίες πολλών χαρακτήρων, κυκλώνει το θέμα του από όλες τις πλευρές. Οι ήρωές του και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν την προσωπική τους πίστη είναι στην πραγματικότητα ο άξονάς του. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης που ήθελε να γίνει ιερέας, έχει βαθιές αναζητήσεις σχετικά με το θέμα που καταπιάνεται κι αυτό επιβεβαιώνεται σε κάθε του πλάνο.  Επιλέγει να μην δίνει ποτέ καμία απάντηση, προφανώς γιατί ούτε ο ίδιος την  έχει, αλλά παρακολουθώντας με την κάμερά του κάθε βήμα των προσώπων του προς την αποδοχή ή την άρνηση,  καταγράφει πολλές πιθανές εκδοχές του θέματος που τον απασχολεί: οι χωρικοί  πιστεύουν σε έναν Θεό γιατί δεν αντέχουν την  κόλαση που ζουν,  ο Ροντρίγκες δια μέσου της πίστης του αναζητάει τη θέωση, ο πατήρ Φερέιρα αποστατεί γιατί πιστεύει στη ζωή,   ο Ιάπωνας ανακριτής που εξαπολύει τους διωγμούς πιστεύει στην τάξη. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο Σκορσέζε φροντίζει να  φωτίσει και το δίκαιο της ιαπωνικής πλευράς, που αναρωτιέται  γιατί πρέπει να δεχτεί μια πίστη που δεν ταιριάζει στη   κουλτούρα του λαού της. Όταν η κάμερα του εισχωρεί στο βουδιστικό ναό,  ο θεατής αισθάνεται ότι τελικά  η πίστη  έχει  παντού τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως και η σιωπή. Με φόντο το  ιαπωνικό τοπίο,  ο Σκορσέζε κινηματογραφεί μαεστρικά τους ήρωές του μέσα στη λάσπη, για να τους απαλλάξει από  αυτή μόνο όταν επανέλθει η τάξη, έστω κι επιφανειακά. Οι σκηνές των μαρτυρίων μοιάζουν με  θρησκευτικούς πίνακες, όπου η αδυσώπητη  βία   μέσα από μια μυστικιστική σχεδόν τελετουργία οδηγεί στον εξαγνισμό. Στα 160 λεπτά αυτής της επικής δημιουργίας, ο  μεγάλος σκηνοθέτης μπερδεύει πολλές φορές το θεατή του, αλλά αυτό ακριβώς είναι και η μεγάλη αρετή της «Σιωπής». Γιατί ο Σκορσέζε συνειδητά δεν  παίρνει θέση. Αντίθετα σε αυτό το έργο ζωής, που τον απασχολεί τα τελευταία τριάντα χρόνια, επιλέγει να καταθέσει τον δικό του προβληματισμό, που ενίοτε γίνεται βασανιστικός,  γι’ αυτό ίσως αυτή να είναι η πιο βαθιά προσωπική του ταινία.   Ο Άντριου Γκάρφιλντ  -μια απρόσμενη επιλογή για τον ρόλο του πάτερα Ροντρίγκες-  τον βγάζει ασπροπρόσωπο με μια ερμηνεία, που αποτυπώνει εξαίσια τον απελπισία, την αμφιβολία και τη συντριβή. Ο Άνταμ Ντράιβερ και ο Λίαμ Νίσον επίσης με εσωτερικότητα  ακολουθούν τις πορείες των ηρώων τους,  συνεπείς  στο πνεύμα της ταινίας, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί του καστ , ο καθένας από τη δική του πλευρά,  φωτίζουν τις διαφορετικές εκδοχές που απασχολούν τον σκηνοθέτη. Προς το τέλος, η ιστορία αρχίζει να τρέχει στο χρόνο κι εκεί τα πράγματα συμβαίνουν αρκετά γρήγορα και κάπως περιγραφικά, καθώς οι πληροφορίες σχετικά με το τι απέγιναν όλα αυτά τα πρόσωπα κυριαρχούν. Όμως ο Σκορσέζε ήδη έχει φροντίσει να δώσει στον θεατή τροφή για σκέψη, αποδεικνύοντας  για μια ακόμα φορά ότι είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινηματογραφιστές της εποχής μας. 

Πάτερσον

  • Σκηνοθεσία & Σενάριο: Τζιμ Τζάρμους
  • Παίζουν: Άνταμ Ντράιβερ, Γκολσεφτί Φαραχανί, Μπάρι Χένλεϊ, Κλιφ Σμιθ, Τσάστεν Χάρμον, Ουίλλιαμ Τζάκσον Χάρπερ

 

O δεξιοτέχνης Τζιμ Τζάρμους επιστρέφει με ένα  κινηματογραφικό  κομψοτέχνημα και μας αποκαλύπτει  την ποίηση της καθημερινότητας.Η ταινία περιγράφει μια  εβδομάδα  από τη ζωή του  Πάτερσον,    ο οποίος εργάζεται ως  οδηγός λεωφορείου στην ομώνυμη πόλη  Πάτερσον, στο Νιου Τζέρσι. Χωρίς ποτέ να συμβαίνει  τίποτα μεγαλειώδες, ο Τζάρμους καταγράφει την εσωτερική περιπέτεια ενός απλού ανθρώπου και ην ανάγκη του να δημιουργεί. Η κάμερά  του στέκεται σε όλες αυτές τις ασήμαντες λεπτομέρειες που προσπερνάμε καθημερινά και τελικά μας ξεναγεί σε μια πόλη που σε κάθε γωνιά της κρύβει έναν  δημιουργό. Η γυναίκα του Πάτερσον φτιάχνει κέικ με περίτεχνες διακοσμήσεις, μεταμορφώνει κάθε χρηστικό αντικείμενο σε έργο τέχνης και μπορεί να κάνει ένα απλό μαύρο φόρεμα να μοιάζει με εξώφυλλο της Vogue. Ο μπάρμαν στην παμπ που συχνάζει ο ήρωας  είναι ένας  εκκεντρικός συλλέκτης. Ένας ηθοποιός  ζει στη ζωή του μεγάλα δράματα, ένας άγνωστος σκαρώνει τραγούδια, ενώ περιμένει να τελειώσει το  πλυντήριο,  κι ένα κορίτσι γράφει ποιήματα στο ημερολόγιό του. Η ταινία ακολουθώντας ένα επαναληπτικό μοτίβο, αφηγείται μια απλή ιστορία, που όμως έχει μεγάλες στιγμές. Η επαναληπτικότητα  αυτή είναι σημαντική, γιατί δημιουργεί  μια  γλυκιά μελαγχολική ατμόσφαιρα,  που  φωτίζεται  από  τις προσωπικές δημιουργίες των ηρώων, όπως άλλωστε οι ζωές όλων μας. Γυρισμένη στο Πάτερσον, εμπνευσμένη από το  διάσημο ποιήμα « Πάτερσον»  του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς και με κεντρικό ήρωα  ένα νεαρό  Πάτερσον, ο Τζάρμους δημιουργεί μια σειρά από «συμπτώσεις»  και μας κάνει να αναρωτιόμαστε  πώς  το έργο ενός βραβευμένου συγγραφέα μοιάζουν με τα ποιήματα ενός δημοτικού υπαλλήλου, αλλά και με τα στιχάκια ενός δεκάχρονου  κοριτσιού. Έτσι ο ανεξάρτητος Αμερικανός σκηνοθέτης, βαθιά επηρεασμένος από την ποιητική σχολή της Νέας Υόρκης,  αποθεώνει την ομορφιά που κρύβουν τα μικρά πράγματα, αλλά και την εγγενή ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία,   ενώ ταυτόχρονα βγάζει γλώσσα στο star system, λέγοντας πολύ απλά ότι ο καθένας μπορεί να παράξει ένα έργο τέχνης, καταρρίπτοντας  το μύθο ότι   μόνο οι επαγγελματίες  του χώρου είναι οι «εκλεκτοί». Ο Άνταμ Ντράιβερ φτιάχνει έναν  χαρακτήρα απόλυτα αξιαγάπητο, με τιτάνια υπομονή και στωικότητα, που αποκλείεται να μην  σας κατακτήσει. Στο πλευρό του η γλυκιά Γκολσεφτί Φαραχανί, στο ρόλο της  συζύγου του,  συνθέτουν ένα ζευγάρι, που ξέρει να αγαπιέται κόντρα στις δυσκολίες. Ο Πάτερσον  θα σας θυμίσει  πως η καθημερινότητα, όσο σκληρή κι αν είναι, μπορεί να γίνει αφορμή για ένα ποίημα, αρκεί να  μπορεί κανείς να δει την ομορφιά που κρύβει ακόμα κι ένα ταπεινό σάντουιτς. 

Νυχτόβια πλάσματα

  • (Nocturnal Animals)
  • Σενάριο- Σκηνοθεσία: Τομ Φορντ
  • Παίζουν: Εϊμι Ανταμς, Τζέικ Τζίλενχαλ, Μάικλ Σάνον, Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον, Άρμι Χάμερ, Λόρα Λίνεϊ

 

Ο Τομ Φορντ επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη,  μετά το «A Single Man»,  με μια ταινία γεμάτη νύχτα και απαράμιλλο στυλ, που στο φινάλε όμως σου αφήνει ένα μεγάλο ερωτηματικό.  Η Σούζαν ( Έιμι Άνταμς ) είναι ιδιοκτήτρια  μιας γκαλερί.   Έχοντας εγκαταλείψει το όνειρο να γίνει καλλιτέχνης,  βιώνει έναν  δυστυχισμένο γάμο με έναν σύζυγο που την απατάει.  Ώσπου  ο πρώην άντρας της, ο  Έντουαρντ ( Τζέικ Τζίλενχαμ),   τον οποίο δεν έχει δει 19 ολόκληρα χρόνια,  της στέλνει το βιβλίο του με  τίτλο «Νυκτόβια Πλάσματα», αφιερωμένο σε αυτήν.  Διαβάζοντάς το η Σούζαν ανατρέχει στο παρελθόν  τους, ενώ ταυτόχρονα μπαίνει κυριολεκτικά στην εφιαλτική ιστορία του βιβλίου. Σε αυτήν ο κεντρικός  ήρωας, ο Τόνι , που τον ερμηνεύει επίσης ο Τζίλενχαμ,   πηγαίνοντας με την οικογένειά του από το Ντάλας στην έρημο του Τέξας,  θα συναντήσει τη συμμορία ενός serial killer  και θα ζήσει μια τραγωδία, σε ένα μέρος όπου η αυτοδικία είναι η μόνη  λύση. Στην ουσία ο Φορντ  συνειδητά μας βάζει να παρακολουθούμε δυο διαφορετικές ταινίες που έχουν εντελώς διαφορετική αισθητική και κατεύθυνση.

Η ιστορία της Σούζαν είναι ένα τυπικό δράμα χαρακτήρων, όπου περιγράφεται  ο εσωτερικός κόσμος μιας ηρωίδας που βλέπει τη ζωή της να καταρρέει, και η δεύτερη – η ιστορία του βιβλίου- είναι ένα σκληρό  νουάρ, που θα σας κάνει πολλές φορές να κρατηθείτε  σφιχτά από την καρέκλα σας. Και στις δύο, η προσωπική στιλιστική σφραγίδα  του Φορντ είναι έντονη: στα ρούχα, στην αρχιτεκτονική, στη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων.   Η πρώτη όμως  κινείται σε ρεαλιστικά επίπεδα, ενώ η δεύτερη έχει  έναν  πιο ονειρικό χαρακτήρα, καθιστώντας σαφές ότι πρόκειται για μια μυθιστορηματική κατασκευή. Όμως, αν και η κεντρική ηρωίδα επηρεάζεται συναισθηματικά από αυτή,  δεν διαφαίνεται η βαθύτερη σύνδεση των δυο ιστοριών. Τελικά ο θεατής αναρωτιέται γιατί ο Έντουαρντ  στέλνει αυτό το βιβλίο.  Περιγράφει με κάποιον τρόπο ένα περιστατικό από τη ζωή τους,  ή  μέσα από μια   φανταστική ιστορία προσπαθεί να της στείλει ένα μήνυμα; Δυστυχώς μέχρι το τέλος αυτό το ερώτημα μένει αναπάντητο, αν και η ερμηνεία της  Άνταμς μας επιβεβαιώνει κάθε στιγμή ότι κάτι πολύ σημαντικό σημαίνουν για την ηρωίδα της τα  «Νυκτόβια πλάσματα». Αυτό είναι και το μειονέκτημα μιας ενδιαφέρουσας κατά τα άλλα ταινίας, που έχει πολύ δυνατές σκηνές και  διαχειρίζεται τη βία σχεδόν  με έναν ποιητικό τρόπο, αποκαλύπτοντας την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης.  Η κάμερα του Φορντ εστιάζει στα πρόσωπα, στη σκληρότητα και στη μοναξιά τους,  ενώ δεν λείπουν και  αναφορές  σε ταινίες και δημιουργούς που φαίνεται πως τον εμπνέουν: η περφόρμανς που λαμβάνει χώρα  στην γκαλερί της Σούζαν  με τις υπέρβαρες γυναίκες να χορεύουν γυμνές θα μπορούσε να είναι   σκηνή από μια ταινία του  Ντέιβιντ Λιντς.  Η Άνταμς και ο Τζίλενχαμ  δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, ενώ η Λώρα Λίνεϊ ως μητέρα της Σούζαν,  αν και εμφανίζεται μόνο σε μια σκηνή,  είναι πραγματικά απολαυστική και δίνει την καλύτερη  απάντηση  για το χάσμα  των γενεών,  λέγοντας ότι  τελικά  όλοι στις μαμάδες μας θα μοιάσουμε. 

Assassin's Creed

  • Σκηνοθέτης: Τζάστιν Κουρζέλ
  • Παίζουν: Μάικλ Φασμπέντερ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Τζέρεμι Άιρονς, Μπρένταν Γκλίσον, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Αριάν Λαμπέντ

 

 

Το διάσημο βιντεοπαιχνίδι δράσης, που μετρά μερικές δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη με τον Μάικλ Φασμπέντερ και  την Μαριόν Κοτιγιάρ  στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
 Μέσω μιας επαναστατικής τεχνολογίας που ξεκλειδώνει τις γενετικές του μνήμες, ο Κάλουμ Λιντς (Μάικλ Φασμπέντερ) βιώνει τις περιπέτειες του προγόνου του, Αγκιλάρ, στην Ισπανία του 15ου αιώνα. Ο Κάλουμ ανακαλύπτει ότι κατάγεται από μια μυστηριώδη κρυφή αδελφότητα, τους Assassins (Ασασίνους), και συγκεντρώνει φοβερές γνώσεις και ικανότητες για να αντιμετωπίσει την καταπιεστική και παντοδύναμη οργάνωση Templar στο σήμερα.
Ο Μάικλ Φασμπέντερ διέκρινε αμέσως τη δυνατότητα μίας συναρπαστικής, κινηματογραφικής μεταφοράς του γνωστού παιχνιδιού και κατάφερε να πείσει και την εταιρία του, την DMC, να προσχωρήσει στην παραγωγή της ταινίας. Στην ομάδα σύντομα προστέθηκαν ο Φρανκ Μάρσαλ και ο Πάτρικ Κρόλει, υπεύθυνοι για τις παραγωγές των «Bourne» και «Jurassic World».
Το στοίχημα  που έπρεπε να κερδηθεί από  τον σκηνοθέτη Τζάστιν Κουρζέλ  και  την παραγωγή ήταν η ταινία να γίνει απολύτως κατανοητή, ακόμη και σε όσους δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το παιχνίδι, πράγμα που επιτεύχθηκε, όπως όλα δείχνουν.  
Το  «Assassin’s Creed» είναι γνωστό για τις σκηνές δράσης που ξεπερνάνε κάθε φαντασία. Μάλιστα, στο παιχνίδι, υπάρχουν και σκηνές παρκούρ, στις οποίες οι Ασασίνοι πηδάνε από στέγη σε στέγη πάνω από τις ταράτσες σε διάφορες πόλεις, όπως είναι  Ιερουσαλήμ, η Φλωρεντία, το Παρίσι και το Λονδίνο. Αυτό που κάνει τη διαφορά όμως στην ταινία είναι η πραγματοποίηση του «Leap of Faith» (Άλμα Πίστης), της κίνησης-υπογραφής των Ασασίνων,  κατά την οποία πηδάνε από την άκρη κτιρίων και προσγειώνονται στο έδαφος ανέπαφοι.