Nέες ταινίες: Tομ Χανκς και Μέριλ Στριπ στο πολυαναμενόμενο «Τhe Post» του Σπίλμπεργκ
ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

Nέες ταινίες: Tομ Χανκς και Μέριλ Στριπ στο πολυαναμενόμενο «Τhe Post» του Σπίλμπεργκ

Το πολυαναμενόμενο «The post» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, μαζί με το στιλάτο «Wonderstruck» του Τοντ Χέινς, αλλά και η βρετανική εκδοχή του «Brokeback Mountain» ανάμεσα στις επιλογές της εβδομάδας.

  • The Post: Απαγορευμένα Μυστικά (The Post)

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ

Παίζουν: Τομ Χανκς, Μέριλ Στριπ, Άλισον Μπρι, Σάρα Πόλσον, Κάρι Κουν, Ντέιβιντ Κρος, Μπρους Γκρίνγουντ, Τρέισι Λετς, Μπομπ Όντενκιρκ.

Περίληψη:

Η ιδιαίτερη συνεργασία ανάμεσα στην πρώτη γυναίκα εκδότη εφημερίδας, Κέι Γκράχαμ, και στον άτεγκτο συντάκτη Μπεν Μπράντλι, στην προσπάθειά τους να αποκαλύψουν και να δημοσιεύσουν ένα τεράστιο σκάνδαλο που αφορά κυβερνητικά μυστικά τριών δεκαετιών και τεσσάρων Αμερικανών Προέδρων. Οι δυο τους καλούνται να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, προκειμένου να ρίξουν φως σε κρυμμένα μυστικά του κράτους, θέτοντας όμως σε κίνδυνο τόσο τις καριέρες τους, όσο και την προσωπική τους ελευθερία. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ τα βάζει με τον Ντόναλντ Τραμπ, οποίος δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις με τον Τύπο, συμπράττοντας με τον Τομ Χανκς και την Μέριλ Στριπ κι αποσπώντας έξι υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα.

Η υπόθεση «Φάκελοι του Πενταγώνου» (Pentagon papers) αποτελεί αφορμή για να τεθούν επί τάπητος σημαντικά ζητήματα σε νευραλγική στιγμή για την Αμερική, όπως θεωρεί ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ, που δήλωσε πως αυτή η ταινία έπρεπε να γυριστεί ακριβώς τώρα. Μάλιστα γι΄αυτό τον λόγο άφησε για λίγο κατά μέρους το επόμενο του πρότζεκτ και αφοσιώθηκε σε αυτό το δημοσιογραφικό δράμα που στο πνεύμα του « Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου» έρχεται να υπενθυμίσει ότι η δημοκρατία νικάει , όταν η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί υποχρέωση.

Τον Μάρτιο του 1971, ο ρεπόρτερ των Νιου Γιορκ Τάιμς, Νιλ Σίχαν, απέκτησε πρόσβαση σε μια μυστική έκθεση 7000 σελίδων, γεμάτη απόρρητες κυβερνητικές πληροφορίες σχετικά με την εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Τα έγγραφα αυτά στην ουσία αποδεικνύουν ότι τέσσερις πρόεδροι των ΗΠΑ - ο Τρούμαν , ο Αϊζενχάουερ, ο Κένεντι και ο Τζόνσον- είχαν παραπλανήσει εσκεμμένα τους πολίτες και είχαν στείλει στον πεδίο της μάχης χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες. Αν και η είδηση αποκομίσθηκε αρχικά από τους Νιου Γιορκ Τάιμς, η κυβέρνηση του Νίξον πετυχαίνει δικαστικά την προσωρινή απαγόρευση της δημοσίευσης κι έτσι τα στοιχεία φτάνουν στα γραφεία της Ουάσινγκτον Ποστ.

Η άπειρη εκδότριά της, Κέι Γκράχαμ, είναι υπεύθυνη για μια σημαντική απόφαση που θα κρίνει το μέλλον της εφημερίδας σχετικά με το αν πρέπει η όχι να δημοσιοποιήσει τα στοιχεία, την ίδια ώρα που παλεύει να μπει στο χρηματιστήριο. Ο αρχισυντάκτης της Μπεν Μπράντλι, φιλόδοξος αλλά και ταυτόχρονα υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου, δίνει μια σκληρή μάχη για να πείσει την Γκράχαμ να πράξει κατά συνείδηση. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ που στο σενάριο συνεργάζεται με την Λιζ Χάνα και τον βραβευμένο με Όσκαρ Τζος Σίνγκερ ( «Spotlight») αποφεύγει να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες σχετικά με τα οικονομικά συμφέροντα της Αμερικής στον πόλεμο, που αναφέρονται μόνο εξ απαλών ονύχων, αντίθετα εστιάζει κυρίως στον αγώνα των δημοσιογράφων της Ουάσινγκτον Ποστ να προασπίσουν τις βασικές αρχές του Συντάγματος. Η άρτια όπως πάντα κινηματογράφησή του- πραγματικά δεν υπάρχει ούτε μισό πλάνο που να μην επιβεβαιώνει πόσο σπουδαίος σκηνοθέτης είναι- αντισταθμίζει το διδακτικό και συχνά προπαγανδιστικό τόνο της ταινίας, που σε αρκετά σημεία κουνάει το δάχτυλο στον Αμερικανό πρόεδρο προειδοποιητικά, γεγονός που επιβεβαιώνει την εξουσία που έχει η κινηματογραφική βιομηχανία του Χόλιγουντ. Παρόλα αυτά ο Σπίλμπεργκ , γνωρίζοντας τις βασικές αρχές της δραματουργίας, φροντίζει να κρατάει τις ισορροπίες, αποκαλύπτοντας και τις ματαιόδοξες πλευρές των ηρώων του, που πέρα από τη δημοκρατία , υπερασπίζονται και τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα.

Παράλληλα χρησιμοποιεί την ιστορία της Γκράχαμ για να μιλήσει τελικά για τη θέση της γυναίκας μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία- χαρακτηριστικό το πλάνο που η Μέριλ Στριπ εισέρχεται στο χρηματιστήριο όπου την υποδέχονται γυναίκες, για να περάσει στη κατάμεστη από άνδρες αίθουσα συνεδριάσεων- αναφερόμενος έτσι εμμέσως και στο σκάνδαλο του Γουάινσταϊν. Τέλος, καταγράφει με νοσταλγική διάθεση μια εποχή της δημοσιογραφίας, που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, τότε που η είδηση μύριζε μελάνι.

Βέβαια με δυο μεγαθήρια της υποκριτικής στο καστ του , την Μέριλ Στριπ που ακόμα μια φορά καταθέτει μια σημαντική ερμηνεία, μιλώντας μέσα από τις σιωπές της και τις ευφυείς της παύσεις, και τον εξαιρετικό Τομ Χανκς, ο Σπίλμπεργκ φαίνεται να πετυχαίνει τον στόχο του, κάνοντας αυτό που ξέρει καλά: ταινίες.

 

  • Του Θεού η Χώρα (God's Own Country)

Σκηνοθεσία: Φράνσις Λι

Παίζουν: Τζος Ο' Κόνορ, Τζέμα Τζόουνς, Χάρι Λίστερ Σμιθ

 

Περίληψη:

Ο Τζόνι Σάξμπι εργάζεται επί πολλές ώρες στην απόμακρη φάρμα της οικογένειάς του στο Γιόρκσαϊρ, στα βόρεια της Αγγλίας. Ο μόνος τρόπος για να ξεγελάει τη μοναξιά του είναι να πίνει πολύ τα βράδια και να αναζητά περιστασιακό σεξ, ώσπου η άφιξη ενός Ρουμάνου μετανάστη και εποχικού εργάτη τού αποκαλύπτει κάτι πρωτόγνωρο. Η «βρετανική εκδοχή του «Brokeback Mountain», όπως χαρακτηριστικά λέγεται, φιγουράρει ανάμεσα στις 30 καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αφού πρώτα απέσπασε σημαντικά βραβεία ( Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Sundance, Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Τορόντο, Βραβείο στο Πανόραμα του Φεστιβάλ Βερολίνου) και κέρδισε μια υποψηφιότητα για BAFTA. Τα κοινά στοιχεία του σκηνοθετικού ντεμπούτου του Φράνσις Λι με τη δημοφιλή ταινία του Ανγκ Λι δεν είναι παρά ο ομοφυλοφιλικός έρωτας και το βουκολικό περιβάλλον.

Στη Βόρεια Αγγλία, ένας νεαρός, ο Τζόνι εργάζεται στην οικογενειακή του φάρμα, ζώντας μια θλιβερή ζωή. Η μόνη διέξοδός του από την πλήξη και την έλλειψη επικοινωνίας που βιώνει στο περιβάλλον του είναι το ποτό και το περιστασιακό σεξ. Όταν προσλαμβάνει στο κτήμα του έναν εποχικό εργάτη από τη Ρουμανία θα γνωρίσει τον αληθινό έρωτα και τη σημασία της συντροφικότητας.

Ο Λι με ωμό ρεαλισμό, που εκδηλώνεται κατά βάση στις ερωτικές συνερεύσεις του Τζόνι και στον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα ζώα της φάρμας, δημιουργεί ένα απονεκρωμένο από συναισθήματα περιβάλλον, που με την άφιξη ενός έξωθεν στοιχείου, του Ρουμάνου Γκεόργκι, θα δώσει τη θέση του σε έναν ποιητικό λυρισμό. Χωρίς μελοδραματικούς τόνους, αλλά με βασικό όχημα την αγάπη, ο ταλαντούχος Βρετανός δημιουργός δίνει ενδιαφέροντα δείγματα γραφής και πετυχαίνει να συγκινήσει. Αν και ο ανεξάρτητος κινηματογράφος σπανίως οδηγείται σε happy end, o Λι δεν φοβάται την ευτυχία, αφού έχει φροντίσει πρώτα να δείξει την πιο σκληρή πλευρά της ζωής αποκαλύπτοντας έτσι τη βία και την τρυφερότητα που συνυπάρχουν μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Δεν λείπει επίσης το δικό του σχόλιο σχετικά με το θέμα της μετανάστευσης, που τόσο στην μετά-Brexit Βρετανία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη αποτελεί μείζον ζήτημα, ορίζοντας ότι πατρίδα μας τελικά είναι εκεί που αγαπάμε και αγαπιόμαστε.

  • Το δωμάτιο των Θαυμάτων (Wonderstruck),

Σκηνοθεσία: Τοντ Χέινς

Παίζουν: Τζούλιαν Μουρ, Όουκς Φέγκλι, Μίλισεντ Σίμοντς, Τζέιντεν Μάικλ, Μισέλ Γουίλιαμς

Περίληψη:

Ένα νεαρό αγόρι κι ένα νεαρό κορίτσι, εκείνος στο παρόν κι εκείνη πενήντα χρόνια νωρίτερα, περιπλανιούνται στη Νέα Υόρκη. Ψάχνουν και οι δύο την ίδια μυστηριώδη σύνδεση, μέσα από μια μαγική περιπέτεια ενηλικίωσης. Ο Τοντ Χέινς του αριστουργηματικού «Carol» βασίζεται στο best-seller μυθιστόρημα του Μπράιαν Σέλζνικ («Hugo) και δημιουργεί ένα αριστουργηματικό εικαστικά, αλλά αδύναμο δραματουργικά παραμύθι. Δυο παράλληλες ιστορίες , η μια ενός κωφού εκ γενετής κοριτσιού, της Ρόουζ, που αναζητάει την ηθοποιό μητέρα του στην Νέα Υόρκη του κραχ και της οικονομικής κρίσης και η δεύτερη ενός κωφού από ατύχημα αγοριού, του Μπεν, που αφήνει την μικρή του πόλη για να βρει τον πατέρα του την ξέφρενη κι απελευθερωμένη δεκαετία του ’70, ακολουθεί με την κάμερα του ο Χέινς. Με σαφείς αναφορές στον βωβό κινηματογράφο, αν και η έλλειψη ακοής των μικρών πρωταγωνιστών του δημιουργούν μια ρεαλιστική συνθήκη γι’ αυτή την επιλογή, ο οραματιστής σκηνοθέτης αποδεικνύει ότι ξέρει να φτιάχνει εικόνες απίστευτης αισθητικής, συνεπικουρούμενος από την εξαίσια φωτογραφία του Έντουαρντ Λάκμαν.

Το απόφθεγμα του Όσκαρ Γουάιλντ, «είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάζουμε τ' αστέρια», που συχνά επαναλαμβάνεται , το «Space Oddity» του Ντέιβιντ Μπάουι, αλλά και το μουσικό θέμα της «Οδύσσειας του Διαστήματος» στην ουσία συνδέουν δυο διαφορετικές ταινίες- τρεις αν συνυπολογίσουμε κι αυτή στην οποία πρωταγωνιστεί η μητέρα της μικρής Ρόουζ (Τζούλιαν Μουρ )- κάτω από δυο άξονες που απασχολούν του Χέινς: τον κινηματογράφο και τη σημασία του να αγαπάς. Η ιδέα του είναι μεγαλεπήβολη, η κινηματογράφηση του μαεστρική, όμως δυστυχώς το σενάριο δεν τον βοηθάει σε αυτή την περιπέτεια ενηλικίωσης και θαυμάτων που θέλει να οδηγήσει τους ήρωές του. Η δε προβλέψιμη σύνδεση των δυο ιστοριών στο φινάλε διασώζεται μόνο χάρη στην εικαστικότητα με την οποία κινηματογραφεί μια υπέροχη μακέτα της Νέας Υόρκης. Οι μικροί του πρωταγωνιστές ερμηνεύουν με δεξιοτεχνία την έλλειψη της ακοής, αλλά αυτή που κλέβει την παράσταση στον μικρό της ρόλο είναι η Τζούλιαν Μουρ , που συνδυάζει το παλιό στυλ του Μεσοπολέμου με μια πολύ σύγχρονη υποκριτική προσέγγιση. Τελικά όμως αν και η εικόνα του Χέινς μαγεύει, η συγκίνηση δεν έρχεται και το θαύμα δεν γίνεται- ίσως συμβεί σε μια επόμενη ταινία.

  • Ο Διπλός Εραστής (L’ Amant Double)

Σκηνοθεσία: Φρανσουά Οζόν

Παίζουν: Μαρίν Βακτ, Ζερεμί Ρενιέ, Ζακλίν Μπισέ

Περίληψη:

Η Κλοέ, μια ευάλωτη νεαρή γυναίκα με καταθλιπτικές τάσεις, αρχίζει ψυχοθεραπεία και ερωτεύεται τον ψυχίατρο της Πολ. Μερικούς μήνες αργότερα μετακομίζουν στο ίδιο σπίτι και σύντομα ανακαλύπτει ότι ο εραστής της κρύβει την πραγματική του ταυτότητα. Ο Φρανσουά Οζόν, σκηνοθέτης που έχει δοκιμαστεί σε πολλά και διαφορετικά είδη, επιστρέφει με ένα ερωτικό θρίλερ χωρίς αναστολές ,αλλά και χωρίς καμία λογική συνέπεια. Το βιβλίο της Τζόις Κάρολ Όουτς, «Lives of the Twins», το οποίο η Aμερικανή συγγραφέας είχε γράψει το 1987 με ψευδώνυμο, διασκευάζεται με αρκετές ελευθερίες και εμμονική διάθεση από τον Γάλλο δημιουργό, προκαλώντας περισσότερο απορία παρά σοκ. Η ταινία ξεκινάει με ένα κοντινό στο αιδοίο της πρωταγωνίστριας για να καταλήξει σ’ ένα μεγάλο μάτι. Προφανώς για τον Οζόν η αντίληψη του κόσμου- τουλάχιστον αυτή τη φορά- ταυτίζεται με τις σεξουαλικές φαντασιώσεις, όμως αλήθεια πόσο μακριά μπορεί να μας πάει ένας τέτοιος ισχυρισμός; Η Κλοέ λοιπόν, μια νεαρή γυναίκα με πόνους στο στομάχι και κατάθλιψη, επισκέπτεται και στα πρώτα δέκα λεπτά ερωτεύεται χωρίς κανέναν προφανή λόγο τον ψυχαναλυτή της. Πολύ γρήγορα οι δυο τους γίνονται ζευγάρι και ζουν την τέλεια σχέση στο πανάκριβο σπίτι τους, αν κι εκείνη εργάζεται απλώς ως φύλακας σε μια γκαλερί. Όταν όμως από μια μοιραία σύμπτωση, η Κλοέ θα γνωρίσει τον δίδυμο αδερφό του συντρόφου της, του οποίου την ύπαρξη αγνοούσε, θα αρχίσει να επιδίδεται σε ένα παιχνίδι πάθους, εξερευνώντας την σεξουαλικότητά της, αλλά και τις πιο σκοτεινές της πλευρές. Φυσικά αυτή η αναζήτηση δεν πρόκειται να καταλήξει πουθενά, απλώς θα ρίξει στο κρεβάτι την πανέμορφη Μαρίνα Βακτ, για να εκτελέσει ηδονοβλεπτικές σκηνές που δεν έχουν καμία σχέση με τη γυναικεία ψυχολογία, όπως ισχυρίζεται ο δημιουργός, αλλά μάλλον με χείριστες ψυχαναλυτικές παρερμηνείες της φροϋδικής θεωρίας.

Μέσα σε όλο αυτό το κομφούζιο έρχεται και ένας περίεργος συνδυασμός με τις δίδυμες κυήσεις, που δύσκολα μπορεί κανείς να αποκωδικοποιήσει πού ακριβώς αποσκοπεί. Έτσι ο Οζόν, αν και σε στιγμές τα πλάνα του μαρτυρούν σκηνοθετική δεξιοτεχνία, χάνεται όχι απλώς στη μετάφραση, αλλά στην υστερική τάση πολλών γαλλικών ταινιών να ανιχνεύουν τα μύχια της ύπαρξης μέσα από σαδομαζοχιστικά παιχνιδάκια, που αρχίζουν πλέον να κουράζουν.

  • Jumanji: Καλωσήρθατε στη ζούγκλα (Jumanji: Welcome to the jungle)

Σκηνοθεσία: Τζέικ Κάσνταν

Παίζουν: Ντουέιν Τζόνσον, Τζακ Μπλακ, Κέβιν Χαρτ, Κάρεν Γκίλαν

 

Περίληψη:

Όταν τέσσερις έφηβοι φίλοι ανακαλύπτουν ένα παλιό βιντεοπαιχνίδι, που το /όνομά του δεν τους λέει τίποτα, μπαίνουν μέσα στη ζούγκλα του Jumanji και μεταμορφώνονται στο άβαταρ που διάλεξαν. Ο έμπειρος παίχτης Σπένσερ γίνεται ένας μυώδης τυχοδιώκτης, ο αθλητής Φριντζ χάνει το μισό του ύψος, η δημοφιλής Μπέθανι μεταμορφώνεται σε έναν μεσήλικα καθηγητή και η ντροπαλή Μάρθα γίνεται μια σκληροτράχηλη πολεμίστρια. Αυτό όμως που ανακαλύπτουν είναι ότι το Jumanji δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι – πρέπει πραγματικά να επιβιώσεις. Για να κερδίσουν και να επιστρέψουν στον πραγματικό κόσμο, πρέπει να ζήσουν την πιο επικίνδυνη περιπέτεια της ζωής τους, να ανακαλύψουν τι άφησε πίσω του ο Άλαν Πάρις είκοσι χρόνια πριν και να μάθουν να παίζουν ομαδικά, χρησιμοποιώντας τα δυνατά στοιχεία του καθένα. Αλλιώς θα μείνουν μέσα στο παιχνίδι για πάντα. Είκοσι δύο χρόνια μετά, χωρίς όμως τον Ρόμπιν Ουίλιαμς και τη μαγεία της πρώτης ταινίας, το Jumanji πετάει τα ζάρια και πιάνει τα τηλεχειριστήρια, προφανώς για να απευθυνθεί στη νέα γενιά. Έτσι από επιτραπέζιο γίνεται videogame και μεταφέρει τέσσερις εφήβους στη ζούγκλα, όπου μέσα από ένα παιχνίδι επιβίωσης θα βιώσουν την πιο μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους.

Ο Τζέικ Κάσνταν που αναλαμβάνει αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία και η σεναριακή ομάδα (Κρις ΜακΚένα, Έρικ Σόμερς, Σκοτ Ρόζενμπεργκ, Τζεφ Πίνκερ) βασίζονται στο δημοφιλές βιβλίο του Κρις Βαν Άλσμπουργκ , όμως φροντίζουν να το εκσυγχρονίσουν με αναφορές στον ψηφιακό κόσμο ( οι παίκτες έχουν από τρεις ζωές , όπως σε ανάλογα βιντεοπαιχνίδια, το ενδυματολογικό των κοριτσιών θυμίζει digital ήρωες) και προσπαθούν να ακολουθήσουν το πνεύμα της πρώτης ταινίας, χωρίς όμως να καταφέρνουν να διατηρήσουν το παραμυθένιο στοιχείο της.

Περιπέτεια, δράση και ειδικά εφέ σε συνδυασμό με τα ειδυλλιακά τοπία της Χαβάης, όπου έγιναν τα γυρίσματα, είναι από τα ισχυρά χαρτιά αυτού του Jumanji, που όμως υστερεί στους χαρακτήρες . Oι ήρωες εδώ μοιάζουν επιφανειακοί και δεν επιτρέπουν δεύτερες αναγνώσεις, που μας άρεσαν στην εκδοχή του Τζο Τζόνστον, περί απόδρασης από τον πραγματικό κόσμο. Ούτε τα χλιαρά αστεία, ούτε φυσικά οι ερμηνείες των νεαρών ηθοποιών, βελτιώνουν τα πράγματα, οπότε η όλη προσπάθεια μοιάζει τελικά να απευθύνεται μονάχα σε όσους δεν έχουν δει την ταινία του 1995.

  • Ο Επιβάτης (The Commuter)

Σκηνοθεσία: Ζομ-Κολέτ Σερά

Παίζουν: Λίαμ Νίσον, Βέρα Φαρμίγκα, Πάτρικ Γουίλσον, Σαμ Νιλ

 

Περίληψη:

Ο Μάικλ ΜακΚόλει είναι μάνατζερ σε μία ασφαλιστική εταιρία και ζει με την οικογένειά του σε ένα προάστιο της Νέας Υόρκης. Όπως τόσοι άλλοι σκληρά εργαζόμενοι οικογενειάρχες, αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες με τον γιο του να είναι έτοιμος να ξεκινήσει τις σπουδές του στο κολέγιο. Ξαφνικά μία μέρα η κατάσταση του γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, όταν του ανακοινώνουν ότι απολύεται. Παρόλα αυτά, αυτό δεν είναι το μόνο γεγονός που θα του χαλάσει το μέρα. Επιστρέφοντας σπίτι του με το τρένο, μια γυναίκα τού κάνει μία δελεαστική πρόταση: να βρει ποιος επιβάτης δεν είναι τακτικός, με ανταμοιβή ένα αστρονομικό ποσό. Μία εύκολη δουλειά θα έλεγε κάποιος, που όμως θα τον οδηγήσει σε μια απίστευτη ιστορία. Ακόμα μια χαμένη ευκαιρία για τον Λίαμ Νίσον, που δυστυχώς ξοδεύει το ταλέντο του σε μετριότατες περιπέτειες, παρά τις πρόσφατες δηλώσεις του ότι θα σταματήσει να συμμετέχει σε ταινίες δράσης. Ένας πρώην αστυνομικός, ο Μάικλ ΜακΚόλει , που πλέον εργάζεται ως ασφαλιστής, χάνει τη δουλειά του και βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Επιστρέφοντας σπίτι του με το τρένο, αρχίζει να παρατηρεί με λεπτομέρεια τους συνεπιβάτες τους, όταν μια γυναίκα τον πλησιάζει και του κάνει μια δελεαστική πρόταση: να βρει ποιος επιβάτης δεν είναι τακτικός και να πληρωθεί πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες του. Η υπόθεση μοιάζει απλή, όμως σύντομα ο Μάικλ θα ανακαλύψει ότι βρίσκεται στο κέντρο μιας θανάσιμης συνωμοσίας. Οι επιβάτες του τρένου μαζί και η οικογένειά του κινδυνεύουν. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα κι εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να σώσει το τρένο.

Ο Ζομ-Κολέτ Σερά στην τέταρτη συνεργασία του με τον Λίαμ Νίσον ( έχουν προηγηθεί το «Άγνωστο», το «Non-Stop» και η «Νυχτερινή Καταδίωξη») ξεκινάει με καλές προϋποθέσεις μια ιστορία που καταρχάς μοιάζει να έχει αλληγορικά στοιχεία. Συμπυκνωμένα σκηνοθετεί την απόλυση του κεντρικού του ήρωα και μετά με πυρετικό ρυθμό τον ακολουθεί στην καθημερινή του διαδρομή , που αυτή τη φορά μοιάζει διαφορετική. Οι συνεπιβάτες του Μάικλ - άλλοτε εχθρικοί κι απειλητικοί κι άλλοτε μελαγχολικοί και τραγικοί- είναι και συνοδοιπόροι του στο ταξίδι της ζωής, Δυστυχώς όμως η πρώτη εντύπωση γρήγορα καταρρέει και μια εντελώς απίθανη κι αναληθοφανής ιστορία παραλαμβάνει τη σκυτάλη. Από αυτό το σημείο και μετά, ακολουθεί ο γνωστός Γολγοθάς του Λιαμ Νίσον, που θα γίνει ο ήρωας της μέρας, θα μας μάθει τι σημαίνει αλληλεγγύη και φυσικά θα ανταμειφθεί για τους κόπους του, όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει σε όλες τις χολιγουντιανές ταινίες που σέβονται τον εαυτό τους και αρέσκονται στο να κολακεύουν το κοινό τους.

  • Γουέστερν (Western)

Σκηνοθεσία: Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ

Παίζουν: Μάινχαρντ Νιούμαν, Ράινχαρντ Βέτρεκ, Σουλειμάν Αλίλοφ Λετίφοβ

 

Περίληψη:

Στα σύνορα της Βουλγαρίας με την Ελλάδα, μια ομάδα Γερμανών εργατών έρχεται να χτίσει ένα υδροηλεκτρικό εργοστάσιο και να κάνει «έργα υποδομής» όπως λέει ο εργοδηγός στους ντόπιους. Η έλλειψη επικοινωνίας λόγω διαφορετικής γλώσσας και κουλτούρας ανάμεσα στους Δυτικούς και τους Βαλκάνιους, δημιουργούν αυτομάτως δυσπιστία. Όμως ανάλογη δυσπιστία υπάρχει και ανάμεσα στην ομάδα των Γερμανών, με την «εξουσία» του μάτσο εργοδηγού Βίνσεντ να απειλείται από τη σιωπηλή δύναμη του πενηντάρη Μέιναρντ, νεοφερμένου στο γκρουπ και υπερβολικά πρόθυμου να χτίσει σχέσεις με τους ντόπιους. Με την τρίτη ταινία της, η Βαλέσκα Γκρίζεμπαχ (συμμετοχή στο σενάριο του «Τόνι Έρντμαν» της Μάρεν Άντε, η οποία εδώ εκτελεί χρέη παραγωγού) στήνει το δικό της αργόσυρτο γουέστερν στα σύνορα Ελλάδας – Βουλγαρίας, σημειώνοντας μια καλή φεστιβαλική πορεία κι αποσπώντας το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (Fipresci). Για την Γερμανίδα δημιουργό η Άγρια Δύση της Ευρώπης είναι τα Βαλκάνια. Εκεί , σε ένα μίζερο χωριό, μια ομάδα Γερμανών εργατών καταφτάνει για να φέρει εις πέρας ένα υδροηλεκτρικό εργοστάσιο. Δύο ομάδες από διαφορετικές κουλτούρες και περιβάλλοντα, πλην όμως ίδιας κοινωνικής τάξης έρχονται σε σύγκρουση. Όμως ένας από την γερμανική ομάδα, ο Μέιναρντ, θα έρθει σε επαφή με τους ντόπιους με ανοιχτό πνεύμα κι έτσι θα επιτευχθεί η πολυπόθητη επικοινωνία.

Είναι σαφές πως η Γκρίζεμπαχ αποπειράται να στηλιτεύσει τον «σωτήριο» ρόλο που θέλει να διαδραματίσει η Γερμανία στη σύγχρονη Ευρώπη, και να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα σχετικά με την αδελφοποίηση των λαών. Τα σύγχρονα Βαλκάνια, όπως τα παρουσιάζει, μοιάζουν με ένα μέρος ξεχασμένο από τον χρόνο, οι δικοί της μοναχικοί καουμπόηδες είναι άνθρωποι που ξεπήδησαν από την υστερία του δυτικού πολιτισμού και αναζητούν την λύτρωση, ενώ Ινδιάνοι είναι οι ντόπιοι που παρά τα προβλήματα τους αγαπούν τη ζωή. Ναι μεν αγαθές οι προθέσεις της Γκρίζεμπαχ , όμως φαίνεται πως δεν την αφορά τόσο να πει μια ιστορία και μέσα από αυτή να μιλήσει για τα ζητήματα που την απασχολούν, αντίθετα μάλλον βιάζεται να στείλει ξεκάθαρα μηνύματα. Τελικά καταφεύγει σε έναν αργό ρυθμό, κεντράροντας σε λεπτομέρειες μικρής αξίας, πράγμα όμως που δημιουργεί δραματουργικές αδυναμίες τόσο στην πλοκή όσο και στους χαρακτήρες της και φυσικά στις μεταξύ τους σχέσεις, που αντιμετωπίζονται σχηματικά.

  • Bitter Harvest

Σκηνοθεσία: Τζορτζ Μέντελουκ

Παίζουν: Μαξ Άιρονς, Σαμάνθα Μπαρκς, Ταμέρ Χασάν, Τέρενς Σταμπ, Μπάρι Πέπερ

 

 

Περίληψη: Ένα νεαρό ζευγάρι προσπαθεί να επιβιώσει την ώρα που εκατομμύρια άνθρωποι γύρω του πεθαίνουν, στη βασισμένη στα τραγικά γεγονότα του Γολοντομόρ της Ουκρανίας ταινία του Τζορτζ Μέντελουκ. Βασισμένο σε μία από τις λιγότερο προβεβλημένες τραγωδίες του 20ου αιώνα, το «Bitter Harvest» είναι μία ιστορία αγάπης και επιβίωσης, μέσα από τα μάτια δύο νεαρών ερωτευμένων που βρίσκονται στην Ουκρανία του ’30, όταν ο Ιωσήφ Στάλιν αποφασίζει πρακτικές γενοκτονίας. Την ώρα λοιπόν που ο Πατερούλης εντείνει τις φιλοδοξίες των κομμουνιστών στο Κρεμλίνο, ένας νεαρός καλλιτέχνης, ο Γιούρι αγωνίζεται για να επιβιώσει από τον λιμό, τη φυλάκιση και τα βασανιστήρια, προκειμένου να σώσει την αγαπημένη του Νατάλκα από το Γολοντομόρ, τον λιμό που κατάληξε στον θάνατο εκατομμυρίων Ουκρανών.