«Οι Πειρατές της Σομαλίας» (The Pirates of Somalia)
«Οι Πειρατές της Σομαλίας» (The Pirates of Somalia)
ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

Νέες ταινίες: Ένας δημοσιογράφος ακολουθεί τα ίχνη Σομαλών Πειρατών -Μια αληθινή ιστορία

Μια « Ιστορία έρωτα και αναρχίας», μια ρομαντική κομεντί με θέμα τις ταξικές ανισότητες, πειρατές κι αεροπειρατές, αλλά και μια κατασκοπική περιπέτεια ανάμεσα στις επιλογές της εβδομάδας.

Οι Πειρατές της Σομαλίας

(The Pirates of Somalia)

Σενάριο- Σκηνοθεσία: Μπράιαν Μπάκλεϊ

Παίζουν: Αλ Πατσίνο, Έβαν Πίτερς, Μπαρκάντ Αμπντί, Μέλανι Γκρίφιθ

Περίληψη: Η απίθανη ιστορία του Καναδού δημοσιογράφου Τζέι Μπάχαντουρ ξεκινά το 2008, όταν απόφοιτος από το πανεπιστήμιο του Τορόντο αναζητά ένα κίνητρο για να ξεκινήσει την καριέρα του. Νέος και άπειρος ακόμη, με ήδη μία μεγάλη λίστα από επαγγελματικές απογοητεύσεις, συναντά τυχαία το είδωλό του, τον συντάκτη της Daily Mail, Σέιμουρ Τόλμπιν, η οποία και τον εμπνέει να κυνηγήσει το ρεπορτάζ της ζωής του. Έτσι, καταστρώνει ένα σχέδιο για να βρεθεί στη Σομαλία.

Η ταινία του Μπράιαν Μπάκλεϊ είναι βασισμένη στην αληθινή ιστορία ενός δημοσιογράφου και στο βιβλίο του ίδιου («The pirates of Somalia: inside their hidden world»), όπου περιγράφει πώς αναζητώντας το τέλειο ρεπορτάζ έφτασε έως τους πειρατές της Σομαλίας.

Ο Τζέι Μπάχαντουρ ως νέος φιλόδοξος απόφοιτος πανεπιστημίου θέλει να ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, όμως δεν βρίσκει τον τρόπο να γίνει δεκτός σε καμία εφημερίδα. Όταν μια μέρα γνωρίζει τυχαία το ίνδαλμά του, τον βετεράνο συντάκτη Σέιμουρ Τόλμπιν, αποφασίζει σύμφωνα με τις συμβουλές του να κυνηγήσει ένα μεγάλο θέμα, κάτι για το οποίο κανείς ποτέ δεν έχει γράψει. Τα βήματά του τον οδηγούν στη Σομαλία και στους περιβόητους πειρατές της. Μαζί τους θα περάσει έξι μήνες, με τη βοήθεια τοπικού μεταφραστή. O Τζέι γοητεύεται από τη ζωή στη Σομαλία και αρχίζει να καταγράφει με μία βιντεοκάμερα από το παράθυρό του τους πειρατές.

Ο Μπάκλεϊ με μια διάθεση ηρωοποίησης και χωρίς μεγάλη έρευνα γύρω από το θέμα των πειρατών αφηγείται στην ουσία τη διαδρομή ενός νέου άντρα που κυνηγάει το όνειρό του. Ένα τυπικό success story, που όμως εδώ εμπλέκει ένα μείζον πολιτικό θέμα, το οποίο ο Αμερικανός σκηνοθέτης, όταν δεν αντιμετωπίζει εντελώς γραφικά, το προσπερνάει ανώδυνα, χωρίς να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα της ζωής στη χώρα, όπου εκτυλίσσεται η δράση του. Οι δικοί του πειρατές μοιάζουν με ήρωες κινηματογραφικής θαλασσινής περιπέτειας, ενώ ταυτόχρονα οι σχέσεις τους με τον νεαρό δημοσιογράφο, όπως τουλάχιστον εδώ περιγράφονται, είναι παραφορτωμένες με ένα σωρό κλισέ που έχουμε δει σε buddy movies για την ανδρική φιλία.

Επιπλέον ούτε το θέμα της αληθινής δημοσιογραφίας και του ζωντανού ρεπορτάζ φαίνεται πως τον απασχολεί ιδιαίτερα, οπότε το όλο εγχείρημα αντέχει μόνο χάρη στις ερμηνείες των Έβανς Πίτερ, του Μπαρκχάντ Αμπντί - ο οποίος απέσπασε υποψηφιότητα για Όσκαρ στο παρελθόν ενσαρκώνοντας έναν Σομαλό πειρατή («Captain Phillips», 2013)- και του Αλ Πατσίνο, που εμφανίζεται όμως για λίγο.

Mile 22

Σκηνοθεσία: Πίτερ Μπεργκ

Παίζουν: Μαρκ Γουόλμπεργκ, Ίκο Ουβάις, Ρόντα Ράουζι, Τζον Μάλκοβιτς

Περίληψη: Ο Τζέιμς Σίλβα, μέλος της πλέον πολύτιμης μονάδας της CIA, έχει ως αποστολή να ανακτήσει και να μεταφέρει έναν μυστηριώδη κρατούμενο αστυνομικό που γνωρίζει ευαίσθητες πληροφορίες. Με τη βοήθεια της άκρως απόρρητης ομάδας τακτικών επιχειρήσεων, ο Σίλβα πρέπει να ολοκληρώσει την αποστολή με κάθε κόστος.

Ο Μαρκ Γουόλμπεργκ συναντά ξανά τον Πίτερ Μπεργκ («Ο Μόνος Επιζών»), σε μια περιπέτεια που παρά τη δεξιοτεχνική της κινηματογράφηση, μοιάζει με τόσες άλλες.

Ο πράκτορας της CIA Τζέιμς Σίλβα και η επίλεκτη ομάδα του βρίσκονται στη νοτιοανατολική Ασία, με σκοπό να εντοπίσουν τη ραδιενεργή σκόνη που χρησιμοποιείται στην κατασκευή βομβών, ώστε να εμποδίσουν το επόμενο πιθανό τρομοκρατικό χτύπημα. Ο Λι-Νουρ, ένας πράκτορας ειδικών αποστολών της Ιντοκάρ, καταφθάνει στην Αμερικανική πρεσβεία με έναν κρυπτογραφημένο σκληρό δίσκο, ο οποίος περιέχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται. Για αντάλλαγμα όμως ζητάει να μεταφερθεί σε ένα ασφαλές σημείο, γιατί η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο. Μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του Λι-Νουρ, αναγκάζει τον Σίλβα να ζητήσει τη βοήθεια της Overwatch, μιας ομάδας-φάντασμα, που θα τους καθοδηγεί από μακριά, εποπτεύοντας τα πάντα, προκειμένου να διανύσουν τα 22 μίλια που πρέπει, ώστε να φτάσουν εγκαίρως στο αεροδρόμιο.

Ο Μπεργκ με ένταση στην κάμερα και σωστό ρυθμό κινηματογραφεί εντυπωσιακές μάχες, με ασιατική τεχνική , ενώ ο Γουόλμπεργκ μένει στα μετόπισθεν για να μπει στο τερέν μετά τα μέσα της ταινίας. Το στοιχείο που κάνει τη διαφορά από τις γνωστές περιπέτειες των χολιγουντιανών στούντιο που κατά βάση λειτουργούν ως ταινίες διασκέδασης και προπαγάνδας- εδώ τα πυρά στρέφονται μάλλον κατά του Κιμ Γιονγκ Ουν και του καθεστώτος του- είναι η Overwatch, ο κρυφός άσσος στο μανίκι της CIA, που αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει υποθέσεις ειδικού χειρισμού. Γι’ αυτό και τα μέλη της είναι σχεδόν αόρατα και η ταυτότητά τους σβησμένη από τα κρατικά αρχεία. Τον αρχηγό της ερμηνεύει ο Τζον Μάλκοβιτς, που ξέρει καλά να δίνει υπόσταση σε κυνικούς χαρακτήρες, όμως η ταινία του Mπεργκ κουράζει γρήγορα και αφήνει την αίσθηση μιας ιστορίας που έχεις ξαναδεί.

Κυρία από Τύχη

(Madame)

Σκηνοθεσία: Αμάντα Σθερς

Παίζουν: Τόνι Κολέτ, Χαρβεϊ Καϊτέλ, Ρόσι ντε Πάλμα,

 

Περίληψη: Η Ανν και ο Μπομπ είναι ένα ευκατάστατο ζευγάρι Αμερικανών, που για να δώσει μια σπίθα στον έγγαμο βίο, μετακομίζει σε μια έπαυλη στο Παρίσι. Ενώ γίνονται οι προετοιμασίες ενός πολυτελούς δείπνου με κοσμοπολίτες προσκεκλημένους, η οικοδέσποινα ανακαλύπτει ότι οι παρευρισκόμενοι θα είναι 1δεκατρείς. Σε πανικό, η Ανν πιέζει την πιστή της οικιακή βοηθό Μαρία, να μεταμφιεστεί σε μία μυστηριώδη Ισπανίδα αριστοκράτισσα, ώστε να αποφύγει τον γρουσούζικο αριθμό. Το κρασί και η χαριτωμένη κουβέντα φέρνουν κατά λάθος τη Μαρία κοντά σε έναν γόη Βρετανό έμπορο έργων τέχνης. Ένα ρομάντζο γεννιέται, οπότε η Aνν αναγκάζεται να κυνηγήσει την οικιακή της βοηθό σε όλο το Παρίσι, με σκοπό να δώσει ένα τέλος σ’ αυτή την απρόσμενη ιστορία αγάπης.

Η Αμάντα Σθερς («Je vais te Manquer») στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία της προτείνει μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της Σταχτοπούτας, με τη μούσα του Αλμοδοβάρ, Ρόσι ντε Πάλμα στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ένα ζευγάρι πλούσιων Αμερικανών έχει εγκατασταθεί στο Παρίσι, ξοδεύοντας αλόγιστα χρήματα. Η κυρία του σπιτιού, η Ανν, αν και η ίδια προέρχεται από χαμηλή τάξη, συμπεριφέρεται με αλαζονεία, ενώ ο Μπομπ, ο σύζυγός της, φλερτάρει με τη δασκάλα των γαλλικών του. Ένα βράδυ που έχουν διοργανώσει ένα σημαντικό δείπνο, όπου πρέπει να πείσουν έναν διάσημο έμπορο τέχνης για τη γνησιότητα ενός πίνακα του Καραβάτζιο, έντρομη η Άννα διαπιστώνει ότι οι καλεσμένοι της είναι δεκατρείς. Ούσα προληπτική ζητάει από την υπηρέτριά της, τη Μαρία να προσποιηθεί μια καλή τους φίλη. Ο γιος του Μπομπ, ένας νεαρός συγγραφέας που αναζητάει την έμπνευση για το καινούργιο του βιβλίο, θα παραπλανήσει τον έμπορο τέχνης, λέγοντάς του ότι η Μαρία είναι Ισπανίδα πριγκίπισσα. Σύντομα ανάμεσά τους, θα ξεκινήσει μια ρομαντική ιστορία που δεν αρέσει καθόλου στην Άνν.

Η Αμάντα Σθερς πατάει σ’ ένα χιλιοειπωμένο θέμα, προκειμένου να περιγράψει κοινωνικές ανισότητες, που όμως εδώ παρουσιάζονται με έναν παλιομοδίτικο τρόπο, αφού ναι μεν οι διακρίσεις υφίστανται, αλλά όχι ακριβώς όπως τις σκιαγραφεί η Γαλλίδα δημιουργός. Ταυτόχρονα στηρίζεται στη γνωστή συνταγή του παραμυθιού, όπου η φτωχή πλην τίμια καμαριέρα ερωτεύεται τον ευγενή πρίγκιπα. Έτσι οδηγείται σε μια αδιάφορη κομεντί, που ευτυχώς τη σώζει το διαφορετικό φινάλε της.

Η Ρόσι Ντε Πάλμα είναι μια ηθοποιός ειδικών αποστολών, που αν κι εδώ δεν έχει πολλά πατήματα από το σενάριο να αναδείξει τις ιδιαιτερότητές της, κινείται με πρωτοτυπία σε έναν ρεαλιστικό δρόμο, δίνοντας μια πολυεπίπεδη ερμηνεία, η Τόνι Κολέτ υποδύεται μονοδιάστατα μεν αλλά με στυλ την σνομπ κυρία της υψηλής κοινωνίας, ενώ ο Χάρβεϊ Καϊτέλ λειτουργεί διεκπεραιωτικά σε έναν διακοσμητικό ρόλο.

Ερωτευμένος με τη γυναίκα μου

(Amoureux de Ma Femme)

Σκηνοθεσία: Ντανιέλ Οτέιγ

Πρωταγωνιστούν: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Σαντρίν Κιμπερλέν, Αντριάνα Ουγάρτε, Ντανιέλ Οτέιγ

Περίληψη: Ο Ντανιέλ μπορεί να είναι πολύ ερωτευμένος με τη γυναίκα του, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να υποκύπτει στην αχαλίνωτη φαντασία του. Όταν ο κολλητός του εμφανίζει την καινούρια, κατά πολύ νεότερη και αφοπλιστικά όμορφη σύντροφό του, ο Ντανιέλ θα βρεθεί διχασμένος ανάμεσα στη σύζυγό του και σε απαγορευμένες φαντασιώσεις για μια ζωή πλάι στη γοητευτική νεαρή.

Ο Ντανιέλ Οτέιγ πρωταγωνιστεί και μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το σκαμπρόζικο θεατρικό έργο του Φλοριάν Ζελέρ («Ψέμα»), υπογράφοντας μια χαριτωμένη ρομαντική κομεντί.

Ο Ντάνιελ είναι ένας επιτυχημένος εκδότης, χρόνια παντρεμένος και ευτυχισμένος κατά τα φαινόμενα με τον γάμο του. Ένα βράδυ έχει καλέσει τον κολλητό του φίλο σπίτι του για δείπνο. Εκείνος φέρνει μαζί την κατά πολύ νεότερη και πανέμορφη καινούργια σύντροφό του, που γοητεύει αφάνταστα τον Ντανιέλ. Εκείνος τότε αρχίζει να φαντασιώνεται τη ζωή του δίπλα της, ενώ η σύζυγός του βράζει από το θυμό της. Τα όνειρά του όμως μπερδεύονται σχεδόν με την πραγματικότητα , σε σημείο που ο θεατής δεν μπορεί πάντα διαχωρίζει τι τελικά συμβαίνει. Αυτό είναι η επιτυχία του Ντανιέλ Οτέιγ που στην τέταρτη σκηνοθεσία του, με χιούμορ και γαλλική φινέτσα περιγράφει τις περιπέτειες του έρωτα, αλλά και την ανάγκη του ανθρώπου να διαφεύγει από την πεζή καθημερινότητα, ίσως για να την εκτιμήσει ακόμα περισσότερο. Ο κεντρικός ήρωας λοιπόν ζει ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες, μια εντελώς ρεαλιστική και μια ονειρική, που στην ουσία αποδεικνύουν τις ενδότερες επιθυμίες και σκέψεις του. Ενδιαφέρον έχει ότι ο Οτέιγ χρησιμοποιεί με μια διαφημιστική λογική χιλιοειπωμένα κινηματογραφικά κλισέ, που έχουν επηρεάσει τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την έννοια του « ρομαντισμού», για να τα ανατρέψει λίγο αργότερα. Ο ίδιος μαζί με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ αποδίδουν εξαιρετικά δυο διαφορετικές εκδοχές της ανδρικής κρίσης ηλικίας, ενώ στο πλάι τους οι γοητευτικές κυρίες Σαντρίν Κιμπερλέν-Ιζαμπέλ και η εκθαμβωτική Αντριάνα Ουγάρτε, φέρνουν άρωμα θηλυκότητας σε μια ταινία που ποντάρει στο ανδρικό κοινό.

7 Μέρες στο Έντεμπε

(7 Days in Entebbe)

Σκηνοθεσία: Χοσέ Παντίλα

Παίζουν: Ντάνιελ Μπρουλ, Ρόζαμουντ Πάικ

 

Περίληψη: Το καλοκαίρι του 1976, ένα αεροπλάνο της Air France που πραγματοποιούσε δρομολόγιο από το Τελ Αβίβ στο Παρίσι μέσω Αθήνας, καταλαμβάνεται εν μέσω πτήσης από τέσσερις αεροπειρατές: δύο Παλαιστίνιους και δύο Γερμανούς σοσιαλιστές. Το αεροπλάνο εκτρέπεται σε ένα εγκαταλειμμένο τερματικό σταθμό του αεροδρομίου του Έντεμπε στην Ουγκάντα. Καθώς η πιθανότητα να βρεθεί μια διπλωματική λύση καταρρέει, η ισραηλινή κυβέρνηση θέτει σε ενέργεια ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο απελευθέρωσης των ομήρων.

Ο βραβευμένος με Χρυσή Άρκτο Χοσέ Παντίλα («Οι Επίλεκτοι») βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, σκηνοθετεί ένα πολιτικό θρίλερ, που καταπιάνεται με το φλέγον παλαιστινιακό ζήτημα.

Το καλοκαίρι του 1976 δύο Παλαιστίνιοι που ανήκαν στην οργάνωση «Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης» και δύο Γερμανοί της οργάνωσης «Επαναστατικοί Πυρήνες», κατέλαβαν ένα αεροσκάφος της Air France με 248 επιβάτες (μεταξύ των οποίων και δέκα Έλληνες). Οι αεροπειρατές εξέτρεψαν το αεροπλάνο στην Ουγκάντα που βρίσκονταν τότε υπό την κυβέρνηση του Ίντι Αμίν Νταντά. Οι αεροπειρατές ζητούσαν την απελευθέρωση 53 κρατουμένων συντρόφων τους. Η Μοσάντ ανέλαβε την επιχείρηση διάσωσης των ομήρων που έμεινε στην Ιστορία με την ονομασία «Thunderbolt» και τελικά πραγματοποιήθηκε τη νύχτα της 3ης προς 4ης Ιουλίου.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη επιχείρηση έχει απασχολήσει τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση, καθώς υπάρχουν ήδη πολλές ταινίες και σειρές γύρω από το ζήτημα, με πιο γνωστή «Επιχείρηση Αστραπή» (1977) του Μεναχέμ Γκολάν με τον Κλάους Κίνσκι.

Εδώ ο Παντίλα, με ντοκιουμαντεριστική λογική και μια πολύ καλή αναπαράσταση της δεκαετίας του ’70,

Ακολουθεί βήμα βήμα τόσο τις κινήσεις των αεροπειρατών όσο και των Ισραηλινών, εισχωρεί στους χώρους του αεροδρομίου όπου κρατούνται οι όμηροι, αλλά και στα γραφεία που παίζεται ένα επικίνδυνο πολιτικό παιχνίδι, καταγράφοντας λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα. Το θέμα όμως είναι ότι αν και προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, αποφεύγει το πολιτικό παρασκήνιο κι απλώς στέκεται μετέωρος, υπερασπιζόμενος το δίκιο δυο πλευρών συναισθηματικά κι αποφεύγοντας μεθοδικά οποιοδήποτε πολιτικό σχόλιο. Η δε παράλληλη ιστορία του Ισραηλινού στρατιώτη, καθώς και η τελική χορογραφία της ταινίας, που προτείνει την ειρήνη και την αδερφοσύνη ως λύση, όσο κι αν είναι συγκινητική, παραείναι απλοϊκή κι εύκολη για ένα ζήτημα δεκαετιών.

Μη φέρνεις λουλούδια

(Le Fidèle/ Racer and the Jailbird)

Σκηνοθεσία: Μίκαελ Ρ. Ρόσκαμ

Παίζουν: Ματίας Σέναρτς, Αντέλ Εξαρχόπουλος. Ερίκ ντε Στέρκε

 

Περίληψη: Όταν ο Τζίνο ( που τον φωνάζουν Τζίτζι) συναντά τη Μπενεντίκτ ( που τη φωνάζουν Μπίμπι) ερωτεούνται με την πρώτη ματιά. Εκείνη εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση και είναι οδηγός σε αγώνες ταχύτητας αυτοκινήτων. Εκείνος είναι ένας γοητευτικός άνδρας που ενώ δείχνει σε όλα φυσιολογικός, κρύβει ένα σκοτεινό μυστικό.

Ο Μίκαελ Ρόσκαμ ( «Μοσχαροκεφαλή») υπογράφει ένα amour noir, που αποτελεί κατά έναν τρόπο το δεύτερο μέρος της τριλογίας του σχετικά με το έγκλημα.

Εδώ κεντρικός ήρωας είναι ένας ληστής τραπεζών από τις συμμορίες των Βρυξελλών που ερωτεύεται παράφορα μια οδηγό ράλι. Όταν εκείνη ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα θα πρέπει να πάρει αποφάσεις καθοριστικές για τη ζωή τους.

Ο Ρόσκαμ διαθέτει ένα λαμπερό πρωταγωνιστικό ζευγάρι - τον Ματίας Σέναρτς, και την Αντέλ Εξαρχόπουλος- όμως βιάζεται πάρα πολύ να τα πει όλα στα πρώτα είκοσι λεπτά της ταινίας. Έτσι για να καλύψει τις δυο ώρες που του απομένουν καταφεύγει σε σεναριακές υπερβολές, κι ευκολίες που καταλήγουν σε μια αναληθοφανή και μελοδραματική ιστορία, εκβιάζοντας τη συγκίνηση του θεατή. Επίσης το γεγονός ότι η πρωταγωνίστριά του είναι οδηγός ράλι,- ένα επάγγελμα που στο σινεμά δεν χρησιμοποιείται χωρίς λόγο- δεν έχει απολύτως καμία σημασία στην όλη ιστορία, πράγμα αξιοπερίεργο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, πολλά ακόμα αναφέρονται , χωρίς να αποκτούν ποτέ οργανική θέση μέσα στην ταινία, και τελικά η ιλουστρασιόν κινηματογράφηση κι οι γρήγορες σκηνές δράσης δεν σώζουν το όλο εγχείρημα.

Επαναπροβολές:

Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας

(Film d'amore e d'anarchia)

Σενάριο -Σκηνοθεσία: Λίνα Βερτμίλερ

Παίζουν: Τζιανκάρλο Τζιανίνι, Μαριάντζελα Μελάτο

 

Περίληψη: Ιταλία, δεκαετία του’30. Ο Τονίνο είναι ένας αγρότης που καταφτάνει στη Ρώμη με σκοπό να δολοφονήσει τον Μουσολίνι. Έχει συνδέσμους με αναρχικούς και ιδίως την Σαλόμ, μια πόρνη, που θα τον παρουσιάσει στον οίκο ανοχής ως ξάδελφό της. Εκεί καταστρώνουν τα σχέδια για τη δολοφονία, ενώ από την πρώτη μέρα κιόλας, ο Τονίνο ερωτεύεται τη νεαρή Τριπολίνα.

Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Καννών για την ερμηνεία του Τζιανκάρλο Τζιανίνι, ταινία της Λίνα Βερτμίλερ, επιστρέφει για να μας θυμίσει πόσο επίκαιρο είναι το πολιτικό της σχόλιο ενάντια στο φασισμό και πόσο προοδευτική παραμένει στην αποθέωση του έρωτα.

Λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Τονίνο, ένα απλό αγροτόπαιδο, μαθαίνει ότι ένας φίλος του εκτελέστηκε από το καθεστώς μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι. Παρόλο που είναι εντελώς άπειρος και απροετοίμαστος, αποφασίζει να αναλάβει αυτός την ημιτελή αποστολή. Έτσι αφήνει πίσω την απλή ζωή του και φτάνει σε έναν οίκο ανοχής στη Ρώμη, όπου καταστρώνει σχέδια με τη βοήθεια μιας ιερόδουλης, η οποία επίσης δραστηριοποιείται στο χώρο της αναρχίας. Μέσα σε μια μέρα, ερωτεύεται ένα άλλο κορίτσι του οίκου ανοχής και ζει δύο ευτυχισμένες μέρες μαζί της, πριν από την εκτέλεση του σχεδίου του. Ο έρωτας αυτός όμως θα περιπλέξει τα πράγματα.

Γυρισμένο το 1973, το «Μια Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας» ήταν η ταινία που εκτόξευσε την καριέρα της Λίνας Βερτμίλερ, η οποία είχε διατελέσει βοηθός του Φεντερίκο Φελίνι στα πρώτα της βήματα. Προοδευτικό κι ανατρεπτικό, το έργο της είναι ένα ισχυρό μήνυμα κατά του φασισμού ή οποιουδήποτε ολοκληρωτικού καθεστώτος . Όντας ένα διαμάντι που ισορροπεί δεξιοτεχνικά ανάμεσα στην πολιτική τραγωδία και την ανατρεπτική κωμωδία αποθεώνει τελικά τον έρωτα ως την απόλυτη δύναμη ζωής.

Ορκισμένη αναρχική που είχε γεννηθεί στους κύκλους της ιταλικής αριστοκρατίας, φεμινίστρια που όμως συχνά εξαγρίωνε τις ομοϊδεάτισσές της με την απεικόνιση της θηλυκής σεξουαλικότητας, πολιτικοποιημένη δημιουργός που δεν δίσταζε να περάσει το εκλεπτυσμένο σχόλιό της μέσα σε κωμικές ιστορίες, η Βερτμίλερ έγινε η πρώτη γυναίκα που κέρδισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Σκηνοθεσίας για το «Seven Beauties».

Ο Λαβύρινθος του Πάνα

(Pan's Labyrinth)

Σκηνοθεσία – Σενάριο: Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο

Παίζουν: Σερζί Λοπέζ, Μαριμπέλ Βερντού, Ιβάνα Μπαγκέρο

 

Περίληψη: Το 1944, μετά την επικράτηση του Φράνκο, ένα μικρό κορίτσι με τη μητέρα του ταξιδεύουν στην ύπαιθρο της βόρειας Ισπανίας, προκειμένου να συναντηθούν με τον πατριό του. Το κορίτσι ζει σ' ένα φανταστικό κόσμο και δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Το φασιστικό καθεστώς είναι στο απόγειό του στη μεταπολεμική Ισπανία, οπότε εκείνη επιλέγει να κρυφτεί στον δικό της μύθο.
 

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Γκιγιέρμο Nτελ Τόρο, φετινού θριαμβευτή των Όσκαρ με την ταινία «Η Μορφή του Νερού», επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη. Η ταινία είχε προταθεί για έξι βραβεία Όσκαρ (μεταξύ των οποίων και Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας για το Μεξικό) και τελικά κέρδισε τρία: Καλύτερης Φωτογραφίας, Καλύτερου Σχεδιασμού Παραγωγής και Καλύτερου Μακιγιάζ.

Σύμφωνα με τον ίδιο τον δημιουργό: «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» διαδραματίζεται την εποχή του Φράνκο, μετά από τον εμφύλιο, οπότε έχει να κάνει με τον φασισμό. Όχι άμεσα μα έμμεσα, κάπως κωδικοποιημένα, γιατί προτιμώ τις ταινίες που απαιτούν σκέψη από τη μεριά του θεατή. Για μένα, ο φασισμός αντιπροσωπεύει τον υπέρτατο τρόμο και, γι’ αυτόν το λόγο, αποτελεί ιδανικό θέμα για ένα παραμύθι για ενήλικες. Το πραγματικό τέρας της ταινίας είναι ο Λοχαγός Βιντάλ, κι όχι τα τέρατα που ζουν στον λαβύρινθο.

Πάντα προτιμούσα οι ταινίες μου να μην ανήκουν μόνο σ' ένα κινηματογραφικό είδος. «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» είναι ένα δράμα με μυθολογικά και παραμυθένια στοιχεία που εκτυλίσσεται σε συνθήκες πολέμου. Πάνω απ' όλα όμως, είναι μια συγκινητική, δραματική ιστορία. Μια ιστορία που θέτει πανανθρώπινα ερωτήματα τα οποία, θέλω να πιστεύω ότι, μας αφορούν όλους».