Αρκαδία, η ανείπωτη ιστορία -Πώς η έκθεση του Νίκου Μουρκόγιαννη κατέκτησε τη Ρώμη
ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΡΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

Αρκαδία, η ανείπωτη ιστορία -Πώς η έκθεση του Νίκου Μουρκόγιαννη κατέκτησε τη Ρώμη

Ο Νίκος Μουρκόγιαννης είναι ένας καλλιτέχνης με πάθος για τη φωτογραφία. Ενα πάθος που αναπτύχθηκε παράλληλα με το ενδιαφέρον του στον εικαστικό πειραματισμό.

Η τελευταία του φωτογραφική έκθεση έβαλε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος την Αρκαδία. Οικιστικά στοιχεία, αρχαιολογικοί χώροι, πρόσωπα, φύση και ζώα συνυπάρχουν σε απόλυτη αρμονία στη φωτογραφική ανθολογία του με τίτλο «Arkadia, The Untold Tale» (Αρκαδία η ανείπωτη ιστορία).

Η έκθεση «Arkadia, The Untold Tale» (Αρκαδία η ανείπωτη ιστορία), η οποία περιγράφει την αρκαδική ζωή, φιλοξενήθηκε στην Ρώμη και πιο συγκεκριμένα, στις στις πανέμορφες ιστορικές αίθουσες του Κέντρου για τη Διάδοση της Ιταλικής Κουλτούρας Società Dante Alighieri.

«Η Αρκαδία έχει μια μοναδική μαγεία, μια αύρα που της προσδίδει ένα χαρακτήρα σχεδόν παραμυθένιο, ενώ ιστορικά και μυθολογικά σε καθηλώνει», λέει χαρακτηριστικά στην Bovary.

Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο φωτογραφίζοντας την Αρκαδία;

Κατά τη περιήγησή μου στην Αρκαδία εντυπωσιάστηκα όταν βρέθηκα σε τόπους όπου ο χρόνος έμοιαζε σαν να είχε κυριολεκτικά σταματήσει. Ήταν σαν να ταξίδευα με τη μηχανή του χρόνου.

Σε πόσο χρονικό διάστημα ολοκληρώθηκε η φωτογραφική έκθεση σας;

Επισκέφτηκα και φωτογράφισα την Αρκαδία και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Είδα όλες τις αποχρώσεις τις φύσης και τις συναρπαστικές αλλαγές του φωτός. Αφιέρωσα συνολικά γύρω στους δύο μήνες.

Η παρουσίαση της έκθεσης «Arkadia, The Untold Tale» (Αρκαδία η ανείπωτη ιστορία) πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Ρώμη με την ευγενική χορηγία και την οργάνωση της Περιφέρειας Πελοποννήσου και την αμέριστη στήριξη της ελληνικής Πρεσβείας της Ρώμης.

«Η προσέλευση ήταν μεγάλη και το κοινό της αιώνιας πόλης ήταν ιδιαίτερα έκδηλωτικό. Παραβρέθηκαν σημαντικές προσωπικότητες από το χώρο της τέχνης, της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής. Η πλειοψηφία εξέφρασε την επιθυμία να επισκεφθεί την Αρκαδία και να νοιώσει προσωπικά την μαγεία του τόπου. Η έκθεση, πριν τη Ρώμη είχε παρουσιαστεί με επιτυχία στην Ουάσιγκτον και στη Νέα Υόρκη», συμπληρώνει ο Νίκος Μουρκόγιαννης.

Ποιος είναι ο προσδοκώμενος αντίκτυπος του έργου σας προς το θεατή;

Σκοπός μου είναι να κάνω το θεατή συνοδοιπόρο στο ταξίδι μου. Να του γεννήσω επιθυμίες, απορίες ακόμη και ενστάσεις. Να φωτίσω τόπους, έννοιες να προκαλέσω σκέψεις. Δηλαδή ένα θεατή «interactive».

Πόσο εύκολο είναι στις μέρες μας για τον καλλιτέχνη να βρει διόδους και να εκθέσει τα έργα του;

Οι δίοδοι δεν είναι καθόλου εύκολες, κυρίως στο εξωτερικό. Εάν όμως καταφέρεις να συνδυάσεις ποιότητα και θεματολογική συνάφεια τα πράγματα γίνονται πιο εφικτά. Η έκθεση της Ρώμης πραγματοποιήθηκε με την ευγενική χορηγία και την οργάνωση της Περιφέρειας Πελοποννήσου και την αμέριστη στήριξη της Ελληνικής Πρεσβείας.

Θεωρείτε, ότι η τέχνη γενικότερα μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα, τόσο ως προς την οικονομική κρίση, όσο και ως προς την εικόνα της, όταν τα έργα ταξιδεύουν και παρουσιάζονται στο εξωτερικό;

Θεωρώ, ότι η τέχνη σε όλες τις μορφές της διακατέχεται από μια ακατανίκητη δύναμη. Αναμφισβήτητα, τα έργα που ταξιδεύουν στο εξωτερικό συμβάλλουν σημαντικά στην εικόνα της χώρας, όταν μάλιστα χαίρουν και σχετικής προβολής από τα ξένα ΜΜΕ.

Ο Νίκος Μουρκόγιαννης γεννήθηκε στην Αθήνα και από το 1997 ζει στο Τορίνο της Ιταλίας όπου αποφοίτησε από το Διεθνούς κύρους Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Σχεδίου (European Institute of Design) με πτυχίο στην Visual Comunication. Εχει συνεργαστεί ως free lance διαφημιστής, creative director με σημαντικούς ιταλικούς Οίκους, όπως επίσης με διάφορους σκηνοθέτες στην παραγωγή διαφημιστικών spot και ταινιών μικρού μήκους, ενώ έχει συνεισφέρει με έργα του σε πολλές φιλανθρωπικές δημοπρασίες. 

Από το κομμάτι της διαφήμισης στους φωτογραφικούς πειραματισμούς. Πως επιλέξατε να ασχοληθείτε με αυτήν την τέχνη;

Η τέχνη της φωτογραφίας αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της διαφήμισης. Μηνύματα και πληροφορίες μεταδίδονται μέσω πολύμορφων και πολύσημων εικόνων. Η φωτογραφία για εμπορικούς σκοπούς ακολουθεί ευλαβικά τους κανόνες ενώ αντίθετα η καλλιτεχνική συχνά τους σπάει. Προσωπικά, προτιμώ τη δεύτερη.

Ποια είναι τα θέματα που επικεντρώνεται ο φωτογραφικός σας φακός;

Είναι πολλά τα θέματα που με ενδιαφέρουν. Μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα και την κατάλληλη ανάλυση το κάθε θέμα μπορεί να γίνει μοναδικό. Πρόσφατα, μου έκαναν μία πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, να φωτογραφίσω μέσα από το δικό μου βλέμμα τα παλιά και πλέον ξεχασμένα πολιτισμικά στοιχεία μιας χώρας. Εξαιρετικά δύσκολο θέμα, δεν σας κρύβω όμως ότι με ιντριγκάρει.

Υπάρχει κάποιος φωτογράφος τα έργα και η δουλειά του οποίου να αποτελούν πρότυπο για εσάς;

Με μια μικρή δόση νοσταλγίας θα αναφέρω τους Robert Doisneau και Henri Cartier-Bresson, δύο αξεπέραστες μορφές της τέχνης της φωτογραφίας. Επίσης λατρεύω τα πορτρέτα της Annie Leibovitz, την ευρηματικότητα του Oliviero Toscani και το απαράμιλλο ταλέντο του Steve McCurry.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Στο μέλλον σκοπεύω να δουλέψω πάνω στην έννοια του «Kitsch» και την αισθητικοποίηση της κοινωνικής και αρχιτεκτονικής του χροιάς. Ένα θέμα με πολλές χρωματικές αντιφάσεις, αντιθέσεις στην φόρμα και στη σύνθεση. 

Στα εγκαίνια της έκθεσης έδωσαν το «παρών» πολλές προσωπικότητες μεταξύ των οποίων: η “Cavalliere del Lavoro” και πρόεδρος του Ιδρύματος Dino ed Ernesta Santarelli, Paola Santarelli, η γνωστή επιχειρηματίας και πρόεδρος του Ιδρύματος Renato Armellini, Angiola Armellini, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Mario Di Napoli, η διευθύνουσα γραμματέας του υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού Giorgia Floriani, η ιστορικός τέχνης κοντέσα Giovanna Deodato Drake, ο βραβευμένος με Oscar costumes-designer, Dino Trapetti, ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Paolo Franchi, ο πρώην Πρέσβης της Αρμενίας στη Ρωμη, Sargis Ghazaryan, η πανεπιστημιακός και μέλος της Accademia dell’Arcadia di Roma, Maria Sofia Corciulo ο ελληνοιταλός βουλευτής Costantino Sacchetto, ο περιφερειάρχης Αρκαδίας Βαγγέλης Γιαννακούρας. Την έκθεση επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Vasken Berberian.

Χαρακτηριστικά ο διευθυντής του ιταλικού Marie Claire Antonio Mancinelli αναφέρει σε κείμενο του που αφιέρωσε στα έργα του κ. Μουρκόγιαννη:

««Et in Arcadia ego» (Και εγώ στην Αρκαδία). Αυτή η φράση, που αναγράφεται σε κάποιους διάσημους πίνακες του 17ου αιώνα παραμένει μια αδιευκρίνιστη και μυστηριώδης φράση. Γιατί λείπει το ρήμα; Τι ακριβώς θα κάνω στην Αρκαδία; Ποιος είμαι εγώ; Ποιος το λέει; Και γιατί στην Αρκαδία; Αυτή η περιοχή της Αρχαίας Ελλάδας που απλώνεται στα υψώματα της Πελοποννήσου, εξελίχθηκε σε ένα σύμβολο της Ευρωπαϊκής κουλτούρας, σε μια αλληγορία, σε ένα έμβλημα του ιδανικού τόπου, όπου βασιλεύουν αρμονία, γαλήνη και συνύπαρξη μεταξύ ανθρώπου και φύσης.

Ο καλλιτέχνης Νίκος Μουρκόγιαννης περιηγείται στην Αρκαδία και δημιουργεί εικόνες που αποτελούν ύμνο στην εκφραστική απλότητα ως μια υπερ-σύγχρονη και ειρηνική ένσταση κατά του δυτικού συστήματος εικαστικής κατάχρησης. Η απλότητα των τοπίων, των «still-life» και των πορτρέτων του δεν αποτελούν νοσταλγική επιστροφή σε ένα ποιμενικό όραμα της ύπαρξης μας, αλλά υπέρβαση του περίπλοκου για να επιτευχθεί μια καθαρή σημασιολογία, αντιληπτή από τα συναισθήματα και τις εικόνες.

Στα έργα του Μουρκόγιαννη είναι έκδηλη μια αδιάλειπτη αναζήτηση στην φωτογραφική σύνθεση που υπερβαίνει τον κατακλυσμό εικόνων – συχνά περιττού – που μας πλημμυρίζει καθημερινά, για να βρει την ψυχή, την ουσία που μία φωτογραφία μπορεί να περιγράψει και να μας διηγηθεί. Η γεωγραφική Αρκαδία του καλλιτέχνη μας ταξιδεύει σε μια ιδεατή Αρκαδία όπου κυβερνάει ένας οικολογικός συναισθηματισμός.

Θεωρώ πως ο Νίκος Μουρκόγιαννης με τις φωτογραφίες του ίσως επιλύει το μυστικό που περικλείει η φράση «Et in Arcadia ego». Η Αρκαδία μας αφορά όλους, αρχίζοντας από σένα που παρατηρείς τις εικόνες, εσένα που υποδεικνύεις τον εαυτό σου σαν «ego». Ο καθένας μας λοιπόν, για αυτόν τον τόπο που ονομάζει συνείδηση, ήθος και ηθική θα πρέπει να χαρίσει στον εαυτό του ένα εισιτήριο one way. Με προορισμό την απλή - ουδέποτε απλοϊκή ­­- έννοια της ομορφιάς.

Εκεί κάπου βρίσκεται η Αρκαδία του καθενός μας».