Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ στην πιο εκρηκτική ερμηνεία των τελευταίων χρόνων
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ στην πιο εκρηκτική ερμηνεία των τελευταίων χρόνων

O Ζεράρ Ντεπαρντιέ σε μια από τις απολαυστικότερες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων, ο Ρίτσαρντ Γκιρ στο Κύριο Τίποτα και μια ταινία με καστ γνωστών Ελλήνων ηθοποιών μέσα στις κινηματογραφικές επιλογές αυτής της εβδομάδας... 

 

  • Afterimage
  • (Powidoki)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέι Βάιντα
  • Παίζουν: Μπόγκουσλαβ Λίντα, Αλεξάντρα Τζούστα, Μπρονισλάβα Ζαμακόβσκα

 

 

Περίληψη:

Η συγκλονιστική ιστορία ενός πρωτοποριακού καλλιτέχνη που στάθηκε μόνος απέναντι στο καθεστώς, με κόστος την ίδια του τη ζωή. Το κύκνειο άσμα του μεγάλου σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα, που έφυγε πριν από λίγους μήνες σε ηλικία ενενήντα ετών, είναι ένας φόρος τιμής στην ελευθερία της έκφρασης και στη σημασία της τέχνης. Στη μεταπολεμική Πολωνία, ο ζωγράφος Βλάντισλαβ Στρεμίνσκι, ένας από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, δουλεύει ως καθηγητής στην Εθνική Σχολή Καλών Τεχνών. Ιδιοφυής καλλιτέχνης, εκρηκτική προσωπικότητα, τον λατρεύουν οι φοιτητές του, γοητεύει τις γυναίκες και χαίρει σεβασμού από τους ομότεχνούς του. Φιλελεύθερος και μαχητικός αγωνίστηκε για την ελευθερία, πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου έχασε το χέρι και το πόδι του, και τώρα πια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περιμένει μια εποχή ειρήνης. Όμως οι μεγάλες αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη, τον διαψεύδουν. Το Κόμμα θέλει μια τέχνη στρατευμένη στις αρχές και στα πρότυπα του σοσιαλισμού, ενώ ο Στρεμίνσκι υπηρετεί με πάθος την τέχνη που εξυμνεί τη ζωή και την ομορφιά ως απόλυτα επαναστατική πράξη. Οι «ακραίες» ιδέες του θα τον φέρουν σε αντιπαράθεση με το υπουργείο πολιτισμού, θα χάσει τη θέση στη σχολή και θα βρεθεί άνεργος, σε μια χώρα που ζει στη δίνη μιας τεράστιας αλλαγής. Χωρίς να μπορεί να πάρει κουπόνια για φαγητό, αφού στον «κομουνισμό όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει », θα βρεθεί στα όρια της λιμοκτονίας. Στο πλευρό του, η μικρή του κόρη, ένα πλάσμα δυνατό, που μέσα από τα αθώα της μάτια βλέπει μια νέα πραγματικότητα να ανατέλλει και προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σ' ένα σύστημα, που δεν καταλαβαίνει. Ο Στρεμίνσκι δεν μιλάει ποτέ για την πολιτική, μιλάει όμως πολιτικά, και οι θέσεις που πρεσβεύει είναι άκρως επικίνδυνες για οποιοδήποτε σύστημα, γιατί προτάσσουν ως απόλυτη ανάγκη την ελευθερία του ανθρώπου. Γι’ αυτό και τιμωρείται σκληρά από την ίδια του τη χώρα. Ο Βάιντα καταγράφει ένα οδοιπορικό στην κομμουνιστική κοινωνία, που προσπαθεί να αφομοιώσει την καινούρια της ταυτότητα, περιγράφοντας με αδρές γραμμές και κυνικό χιούμορ όλα τα «στρατόπεδα».

Ταυτόχρονα όμως τοποθετείται απέναντι στο ερώτημα που απασχολεί τους καλλιτέχνες σήμερα σχετικά με τον ρόλο της τέχνης, προτάσσοντας την ομορφιά ως απόλυτη αξία. «Δεν αρκεί να κοιτάς, πρέπει να βλέπεις αλλιώς», μοιάζει να λέει ο Βάιντα διά στόματος του Στρεμίνσκι και με την σοφία των ενενήντα του χρόνων υπογράφει μια συνταρακτική ταινία, παρουσιάζοντας το άτομο απέναντι στο σύστημα και στην κοινωνία. Χωρίς να χάνει την ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική και στην ανθρώπινη διάσταση του μεγάλου ζωγράφου, αν και η σχέση του με τη γυναίκα του και επίσης διάσημη γλύπτρια Καταρίνα Κόμπρο μένει στο περιθώριο, τελικά παραδίδει μια βιογραφία με έντονα κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, στιγμές σπάνιας ευαισθησίας, αποφεύγοντας όμως τους καταγγελτικούς τόνους, όχι όμως και την κριτική διάθεση. Ο Μπόγκουσλαβ Λίντα δίνει σάρκα και οστά στον πρωτοποριακό καλλιτέχνη με απίστευτη υποκριτική δεξιοτεχνία, κι έτσι ο Βάιντα μάς αποχαιρετά με ένα μικρό διαμάντι, που έρχεται να μας θυμίσει την προσωπική μας ευθύνη απέναντι στην Ιστορία.

  • Ηνωμένες Πολιτείες Αγάπης
  • (United States of Love)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας Βασιλέφσκι
  • Παίζουν: Τζούλια Κιζόφσκα, Μαγκνταλένα Τσιελέκα, Ντορότα Κόλακ, Μάρτα Νιεράντκιεβιτς, Τόμεκ Τίντικ

 

Περίληψη: Πολωνία, 1990. Το πρώτο χαρούμενο έτος ελευθερίας, αλλά και αβεβαιότητας για το μέλλον. Τέσσερις φαινομενικά ευτυχισμένες γυναίκες, διαφορετικών ηλικιών αποφασίζουν ότι έχει έρθει η στιγμή να αλλάξουν τις ζωές τους και να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους. To «τρομερό παιδί» του πολωνικού σινεμά , ο Τόμας Βασιλέφσκι, υπογράφει την πιο γυναικεία ταινία της χρονιάς και αποσπάει το Βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ Βερολίνου. Σε αντίθεση με τον συμπατριώτη του Βάιντα, ο Βασιλέφσκι τοποθετεί τη δράση της ταινίας όχι στην αρχή του κομμουνιστικού καθεστώτος, αλλά σε μια άλλη περίοδος βαθιάς αλλαγής, στο 1990, όπου πλέον η χώρα περνάει στην δημοκρατική της φάση και πρέπει να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά της. Μέσα σε ένα αβέβαιο κι ασταθές πολιτικό περιβάλλον που διαρκώς υπονοείται, ο Πολωνός σκηνοθέτης ακολουθεί τις ιστορίες τεσσάρων γυναικών, που αναζητούν τον έρωτα και πειραματίζονται με τη σεξουαλικότητά τους. Η Αγκάτα είναι μια νεαρή μητέρα, παγιδευμένη σε έναν δυστυχισμένο γάμο, η οποία αποκτάει μια εμμονή με τον ιερέα της ενορίας, αναζητώντας τον έρωτα σε ένα άνδρα που δεν της δίνει καμία απολύτως σημασία. Η Ρενάτα, μια μεγαλύτερη σε ηλικία δασκάλα, παρακολουθεί γοητευμένη τη γειτόνισσά της, Μαρζένα. Εκείνη με τη σειρά της είναι μια πρώην βασίλισσα της ομορφιάς και νυν δασκάλα αερόμπικ, που ενώ αναζητά έναν τρόπο για να ξαναβγεί στο φως της δημοσιότητας, πέφτει θύμα βιασμού. Οι σκηνές όπου παραδίδει μαθήματα υπό τους ήχους αμερικανικής ποπ μουσικής σε μια αίθουσα που παραπέμπει ευθέως στο ανατολικό μπλοκ είναι ενδεικτικό του πώς ο Βασιλέφσκι επιλέγει να περιγράψει μέσα από προσωπικές ιστορίες την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της περιόδου. Τέλος, η Ίζα είναι διευθύντρια σχολείου και διατηρεί παράνομο δεσμό με τον πατέρα μιας μαθήτριάς της. Όταν η γυναίκα εκείνου πεθαίνει, η Ίζα διεκδικεί μια θέση στη ζωή του, χωρίς αποτέλεσμα, γεγονός που την οδηγεί σε παράλογες συμπεριφορές. Με ελάχιστους διαλόγους, αλλά ενδοσκοπική παρατήρηση στα πρόσωπά του, ο Βασιλέφκι επηρεασμένος σαφώς από τον Κισλόφσκι, χρησιμοποιεί μια αποχρωματισμένη παλέτα, που δίνει την αίσθηση των παγωμένων εσωτερικών τοπίων των τεσσάρων ηρωίδων του. Σκύβει με αγάπη, σχεδόν ερωτική αφοσίωση πάνω τους, και καταδύεται στον ψυχισμό τους, υπογράφοντας αν και άνδρας μια λεπτομερή ανατομία της γυναικείας φύσης. Έχοντας μάλιστα στο καστ τέσσερις εξαιρετικές ηθοποιούς που μιλούν μέσα από τις σιωπές και υποστηρίζουν με δύναμη τα σφιχτά μακράς διάρκειας πλάνα του, προσδίδοντας δραματικές εντάσεις χωρίς ίχνος υπερβολής, πετυχαίνει να αποκαλύψει σκοτεινές πλευρές του έρωτα, δικαιολογώντας εύστροφα τον ειρωνικό τίτλο της ταινίας του. Έτσι αποδεικνύει ότι είναι μια σημαντική δύναμη του ευρωπαϊκού σινεμά που αξίζει την προσοχή σας.

  • Ο κύριος Τίποτα
  • ( Norman: Τhe moderate rise and tragic fall of a New York fixer)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Τζόζεφ Σένταρ
  • Παίζουν: Ρίτσαρντ Γκιρ, Λιόρ Ασκενάζι, Μάικλ Σιν, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Νταν Στίβενς, Στιβ Μπουσέμι, Χανκ Αζάρια, Τζόναθαν Αβίγκντορι

 

 

Περίληψη: Ο Νόρμαν Όπενχαϊμερ ζει μια μοναχική ζωή στο περιθώριο της δύναμης και του χρήματος που υπόσχεται η Νέα Υόρκη. Είναι φιλόδοξος και διαρκώς εμπνέεται σχέδια, που όμως δεν αποδίδουν ποτέ καρπούς. Μη έχοντας ουσιαστικά να προσφέρει κάτι, ο Νόρμαν πασχίζει να γίνει φίλος με τους πάντες, αλλά το διαρκές networking τον οδηγεί στο απόλυτο πουθενά. Ο Τζόζεφ Σένταρ σκηνοθετεί την ιστορία ενός σύγχρονου Εβραίου μεσάζοντα- με στοιχεία από τον σαιξπηρικό Σάιλοκ και τον Φάγκιν του «Ολιβερ Τουίστ»- που προσπαθεί να βρει ένα τρόπο να υπάρξει στη Νέα Υόρκη, αλλά συντρίβεται τελικά από το παιχνίδι που προσπαθεί να στήσει. Ο Νόρμαν κάνει ένα πολύ περίεργο επάγγελμα: αναλαμβάνει να προσφέρει υπηρεσίες σε ανθρώπους με υψηλές θέσεις. Για να το πετύχει αυτό, πρέπει να δημιουργήσει ένα δίκτυο ισχυρών γνωριμιών. Οι αποτυχημένες του προσπάθειες δεν τον πτοούν και όταν συναντάει έναν φέρελπι ισραηλινό πολιτικό, τον Μίχα Έσελ, τον προσεγγίζει αγοράζοντάς του ένα πανάκριβο ζευγάρι παπούτσια, μια κίνηση που συγκινεί τον νεαρό άντρα βαθύτατα. Τρία χρόνια αργότερα ο Μίχα γίνεται πρωθυπουργός του Ισραήλ και τότε ο Νόρμαν συνειδητοποιεί ότι για πρώτη φορά έχει ποντάρει στο « σωστό άλογο». Κατακλυσμένος από ένα μοναδικό αίσθημα επιτυχίας και απολαμβάνοντας τη «φιλία» ενός ισχυρού ηγέτη, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το όνομα του Έσελ για να κλείσει τη μεγαλύτερη δουλειά της ζωής του. Την ίδια ώρα ο νέος πρωθυπουργός προσπαθεί να επιτύχει την ειρήνη μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης. Το σχέδιο όμως του Νόρμαν μπάζει νερά κι έτσι θα προκαλέσει άθελά του ένα διεθνές διπλωματικό επεισόδιο και θα απειλήσει τη μεγάλη συμφωνία. Τελικά θα βρεθεί μπλεγμένος σε μια σκοτεινή υπόθεση, που ίσως μόνος του έχει προκαλέσει και θα συντριβεί. Ο κεντρικός χαρακτήρας του Σένταρ είναι ένας ανθρωπάκος, που δεν γίνεται συμπαθής ούτε στο περιβάλλον ούτε στους θεατές.

Αντίθετα μιλάει πολύ, λέει ψέματα, εκμεταλλεύεται κερδοσκοπικά τους πάντες και τα πάντα. Έχει όμως μια μοναξιά, είναι ένας άνθρωπος χωρίς τη δική του ζωή, που αναζητάει με εμμονή την προσοχή των άλλων, όχι για να βγάλει χρήματα, ούτε για να κερδίσει εξουσία, αλλά απλώς για να υπάρξει. Κι αυτό το ανθρωπάκι στο οποίο κανείς δεν δίνει σημασία γίνεται ξαφνικά η πέτρα του σκανδάλου, εν μέρει λόγω της προσωπικής ευθύνης, εν μέρει γιατί έτσι επιβάλλει το σύστημα. Το γεγονός ότι ο Σένταρ περιστρέφει την υπόθεση της ταινίας γύρω από μια ειρήνη που σήμερα τουλάχιστον μοιάζει μάλλον αδύνατη και βάζει έναν απλό πολίτη να μπορεί να την κάνει πραγματικότητα, ή να την καταστρέψει έχει ενδιαφέρον, αλλά ο τρόπος που χειρίζεται την όλη ιστορία συχνά δημιουργεί ασάφειες. Επιλέγει τον δύσκολο δρόμο, αναφερόμενος σε ένα θέμα μείζονος πολιτικής σημασίας, ίσως γι’ αυτό οι προσπάθειές του να αποκαλύψουν την ευάλωτη πλευρά ενός καιροσκόπου δεν έχουν αποτέλεσμα. Ο Ρίτσαρντ Γκιρ όμως, ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της ζωής του, σε έναν ρόλο τελείως διαφορετικό από όσους τον έχουμε συνηθίσει απεκδύεται την γοητευτική του περσόνα και υποδύεται μοναδικά αυτόν τον απίστευτο loser, υπηρετώντας με μέτρο τις υπερβολές του και προσδίδοντάς του μια παιδική αθωότητα. Τελικά ο Κύριος Τίποτα δεν απαντάει στο αν οι άνθρωποι μπορούν να επηρεάσουν το σύστημα ή είναι έρμαία του, αλλά παρόλα αυτά αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ταινία, που με ανορθόδοξο τρόπο εισβάλλει στα άδυτα μια πολιτικής παραδοξολογίας.
 

  • Αίμα από το αίμα μου
  • ( Blood of my Blood)
  • Σκηνοθεσία-Σενάριο: Μάρκο Μπελόκιο
  • Παίζουν: Ρομπέρτο Χερλίτζκα, Πιερ Τζόρτζιο Μπελόκιο, Λιντίγια Λίμπερμαν

 

 

Περίληψη: Δυο διαφορετικές χρονικές περιόδους, δυο ιστορίες, που συνδέονται με έναν περίεργο συμβολιστικό τρόπο, από τον Ιταλό σουρεαλιστή. Ο Μάρκο Μπελόκιο επιστρέφει στη βορειοιταλική πόλη Μπόμπιο για να αφηγηθεί δυο διαφορετικές ιστορίες- η μία εκτυλίσσεται τον 17ο αιώνα, η άλλη σήμερα, με φόντο το μοναστήρι της Santa Chiara - και αποσπάει το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο 72ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας. Στο πρώτο μέρος, ο Ιταλός σκηνοθέτης, γνωστός για το σουρεαλιστικό του ύφος, εμπνέεται από την ιστορία μιας καλόγριας που σύμφωνα με τον θρύλο θάφτηκε ζωντανή μέσα στο μοναστήρι. Περιγράφει πώς μια νεαρή γυναίκα κατηγορείται ως μάγισσα, επειδή την είχε ερωτευτεί ο ιερέας Φεντερίκο, ο οποίος αυτοκτόνησε. Ο αδελφός του προκειμένου να πετύχει την χριστιανική του ταφή και να παρηγορήσει τη μητέρα του, πρέπει να αποδείξει ότι η όμορφη αδερφή Μπενεντέτα ήταν όργανο του σατανά και παρέσυρε τον ευσεβή ιερέα. Αν και γοητεύεται από την παρουσία της, σε συνεργασία με τους εκκλησιαστικούς φορείς, θα υποβάλλουν την κοπέλα σε τρομερές δοκιμασίες και τελικά θα την χτίσουν μέσα στους τοίχους του μοναστηριού. Στο δεύτερο μέρος, η ατμόσφαιρα αλλάζει και αποκτάει μια κωμικό-σατιρική διάθεση. Μεταφερόμαστε στη σύγχρονη εποχή, όπου ένας εκκεντρικός Ρώσος πολυεκατομμυριούχος θέλει να αγοράσει τη φυλακή του Μπόμπιο. Ο εφοριακός Φεντερίκο βοηθά τον μεγιστάνα να πετύχει τον σκοπό του, όμως ένας μυστήριος ηλικιωμένος κύριος, που όλοι τον αποκαλούν ο « Κόμης» κι εμφανίζεται μόνο τις νύχτες, στέκεται εμπόδιο. Ο Φεντερίκο πρέπει να αποδείξει ότι ο άνθρωπος αυτός είναι μια απάτη για να καταφέρει την πώληση.

Ο Μπελόκιο προφανώς ζητάει από τους θεατές να συσχετίσουν τις δυο ιστορίες, που σε πρώτη ανάγνωση ελάχιστη σχέση φαίνεται να έχουν μεταξύ τους, αν και πολλοί από τους ήρωες της πρώτης, επανεμφανίζονται με άλλο πρόσωπο. Η κριτική του απέναντι στον καθολικισμό και στις ανάλγητες πρακτικές της Εκκλησίας είναι σαφής και κινείται σε εντελώς ρεαλιστικά επίπεδα στο πρώτο μέρος. Όταν όμως μεταφερόμαστε στο σήμερα, πράγμα που γίνεται απότομα, ο σκηνοθέτης επιλέγει να ακολουθήσει συμβολισμούς δυσανάγνωστους και μάλλον άτοπους, με αποτέλεσμα να περιπλέκεται ο βασικός του άξονας. Οπότε ελάχιστα μπορεί κάποιος να καταλάβει τι σχέση έχει ο εκκεντρικός βρικόλακας με την τραγική μοίρα της αδερφής Μπενεντέτα και γιατί ο σκηνοθέτης επέλεξε να παντρέψει αυτές τις δυο ιστορίες σε μια ταινία. Αν και πάντα διατηρεί το προσωπικό του κινηματογραφικό ύφος,δημιουργώντας ποιητικές εικόνες και χρησιμοποιώντας το γκροτέσκ στοιχείο για να ασκήσει κριτική στα πρόσωπα, εδώ ο Μπελόκιο δεν καταφέρνει να κατασκευάσει ένα στέρεο οικοδόμημα, κι έτσι χάνεται μέσα σε αλληγορίες, που προκαλούν αμηχανία, όχι μόνο επειδή δεν αποκωδικοποιούνται εύκολα, αλλά κυρίως επειδή δεν μεταφέρουν ατμόσφαιρες, που μπορούν να ταξιδέψουν τη σκέψη μας.

  • Μια Βόλτα στη Γαλλία
  • (Tour de France)
  • Σκηνοθεσία- Σενάριο: Ρασίντ Ντζαϊντανί
  • Παίζουν: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Σαντέκ

 

 

Περίληψη: Ο Φαρούκ είναι ένας εικοσάχρονος ράπερ από τα προάστια του Παρισιού. Εξαιτίας μιας διαμάχης με έναν άλλο μουσικό, κινδυνεύει και πρέπει να φύγει μακριά από την πρωτεύουσα. Ο φίλος του, Μπιλάλ του προτείνει να πάρει τη θέση του και να συνοδεύσει σε ένα ταξίδι στα λιμάνια της Γαλλίας τον πατέρα του Σερζ, που ακολουθεί τα βήματα του κλασικού ζωγράφου Ζοζέφ Βερνέ. Παρά το χάσμα γενεών και κουλτούρας, μια αναπάντεχη φιλία γεννιέται ανάμεσα σε αυτόν τον πολλά υποσχόμενο, αντικομφορμιστή νέο και στον παραδοσιακό, συντηρητικό Γάλλο από τα Βόρεια, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, που θα τους οδηγήσει στη Μασσαλία για μια τελευταία συναυλία. Ένα ευχάριστο road movie, που υποστηρίζει τη δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών λαών και γενεών, κερδίζοντας το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο 18ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου στην Ελλάδα. Δυο εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους καλλιτέχνες, ένας μεσήλικας συντηρητικός Γάλλος που ζωγραφίζει θαλασσινά τοπία , και ένας Άραβας ράπερ, θα συναντηθούν εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού και θα μοιραστούν ένα ταξίδι στα λιμάνια της χώρας, για να καταλάβουν ότι όσα τους χωρίζουν είναι λιγότερα από αυτά που τους ενώνουν. Ο νεαρός Φαρούκ , που τον υποδύεται το αστέρι της γαλλικής ραπ Σαντέκ, αναγκάζεται να συνοδεύσει τον πατέρα ενός φίλου του, τον Σερζ, σε ένα οδοιπορικό στη Γαλλία, ακολουθώντας τη διαδρομή του ζωγράφου του 18ου αιώνα Βερνέ που ειδικευόταν στις θαλασσογραφίες και είχε εντολή από τον αυτοκράτορα να αποτυπώσει όλα τα λιμάνια της χώρας. Στην αρχή, κανένας από τους δυο δεν εννοεί να καταλάβει τον κόσμο του άλλου, όμως η καθημερινότητα και η συνύπαρξη θα τους κάνουν να δουν πόσο μοιάζουν: μπορούν να συγκινηθούν με τα ίδια τραγούδια, να μείνουν έκθαμβοι μπροστά στην απεραντοσύνη της θάλασσας, να θαυμάσουν την ομορφιά, να διασκεδάσουν μαζί , να υποστούν αδικίες. Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ, που ξαναβρίσκει τον πολύ καλό του εαυτό σε μια εκρηκτική ερμηνεία, με τον Σαντέκ αποτελούν ένα αχτύπητο δίδυμο, που στην ουσία μας λέει ότι το χάσμα των γενεών και οι φυλετικές διαφορές δεν είναι αγεφύρωτες. Σε μια εποχή που οι ρατσιστικές συμπεριφορές και η ξενοφοβία κερδίζουν έδαφος, ο σκηνοθέτης Ρασίντ Ντζαϊντανί αφήνει έναν δυτικό και έναν μουσουλμάνο να μιλήσουν ελεύθερα, να εκθέσουν όλα τους τα μειονεκτήματα και να αγαπήσουν ο ένας τον άλλον, όπως ένας πατέρας αγαπάει τον γιο του. Οι πρωταγωνιστές του, ο ένας εκπρόσωπος μιας εργατικής τάξης που παραπαίει κι ο άλλος κομμάτι της νέας γενιάς που αναζητά τον δρόμο της, μοιράζονται μερικές πολύ δυνατές σκηνές, ενώ το τελευταίο τραγούδι που αφιερώνει ο Φαρούκ στον καινούργιο του φίλο συμπυκνώνει όλο το νόημα αυτής της πολύ τρυφερής κομεντί.

Με μοντέρνα αφήγηση, παίζοντας ανάμεσα στην εικόνα της κινηματογραφικής κάμερας και της κάμερας ενός κινητού, ο Ντζαϊντανί ισορροπεί θαυμάσια, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός ή μελοδραματικός, ανάμεσα σε δυο αντίθετους χαρακτήρες, που εκπροσωπούν τη σημερινή Ευρώπη. Δεν τους κρίνει, ούτε τους καθοδηγεί, αλλά τους αφήνει ελεύθερους να αντιληφθούν πόσο ανάγκη έχουν ο ένας τον άλλον, στέλνοντας έτσι ένα ισχυρό μήνυμα αλληλεγγύης.

  • Life
  • Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Εσπινόζα
  • Παίζουν: Τζέικ Τζίλενχαλ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Ράιαν Ρέινολντς, Χιρογιούκι Σανάντα, Όλγκα Ντιχοβίτσναγια

 

 

Περίληψη:

Έξι μέλη του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού βρίσκονται μπροστά σε μια από τις πιο σημαντικές ανακαλύψεις στην ιστορία του ανθρώπου: την ύπαρξη εξωγήινης ζωής στον Άρη. Όσο το πλήρωμα ερευνά, τόσο οι μέθοδοί τους καταλήγουν να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες και η ξένη μορφή ζωής αποδεικνύεται πιο έξυπνη απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Μια αποτυχημένη απόπειρα αντιγραφής του «Αlien», που δημιουργεί αναπόφευκτες συγκρίσεις. Η ιστορία ελάχιστα διαφέρει από αυτή της γνωστής ταινίας του Ρίντλεϊ Σκοτ: ήτοι σε ένα διαστημικό σταθμό έχει ανακαλυφθεί σε δείγματα εδάφους ένας εξωγήινος οργανισμός, που πιστοποιεί την ύπαρξη ζωής στον Άρη. Στην αρχή, ο Κάλβιν, όπως τον έχουν ονομάσει τα παιδιά ενός σχολείου, μοιάζει χαριτωμένος. Τόσο στον συαθμό σό κι στην Γη στο επικρατεί ενθουσιασμός για τη μοναδική αυτή ανακάλυψη. Σταδιακά όμως το παράξενο πλάσμα μεταμορφώνεται σε δολοφονική μηχανή, γιγαντώνεται και εξολοθρεύει τα μέλη τους πληρώματος. Ο Ντάνιελ Εσπινόζα δεν έχει να προσθέσει τίποτα περισσότερο από τον Σκοτ, ο οποίος μάλιστα φέτος ετοιμάζει και το prequel του « Αlien», με αυτή την αδιάφορη διαστημική περιπέτεια, που δεν καταφέρνει να δημιουργήσει κανένα σασπένς, ενώ το εκκωφαντικό σε πολλά σημεία sound design δυσκολεύει τη θέαση. Όσο αφορά στην ιστορία, είναι υποτυπώδης, προβλεπόμενη ως εκεί που δεν πάει, με μοναδική έκπληξη ότι η διοικητής του σταθμού και μια από τα πιο βασικά πρόσωπα θυσιάζεται πολύ νωρίς, οι χαρακτήρες δεν έχουν καμιά εξέλιξη, ενώ το φινάλε έχει μια μικρή ανατροπή που δεν αξιοποιείται όμως επαρκώς.

  • Πέντρο Νούλα
  • Σκηνοθεσία Κάρολος Ζωναράς
  • Σενάριο: Κάρολος Ζωναράς, Κατερίνα Μπέη
  • Παίζουν : Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Katia Leclerc O’Wall is, Παύλος Ευαγγελόπουλος, Χρήστος Σαπουντζής, Αθηνά Παππά, Μελέτης Γεωργιάδης.

 

 

Περίληψη: Ένας νεαρός άνδρας σώζεται ως εκ θαύματος μετά από ένα θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα στην Εθνική Οδό. Όταν όμως συνέρχεται δεν ξέρει πλέον ποιος είναι. Ένα ιταλικό διαβατήριο που δηλώνει το υποτιθέμενο όνομά του, ένα σπασμένο κινητό, μια επιταγή και η φωτογραφία μιας γυναίκας είναι τα μοναδικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του. Με βάση αυτά θα επιχειρήσει την αναζήτηση της ταυτότητάς του, για να βρεθεί μπλεγμένος σε μια εφιαλτική περιπέτεια. Ένα νουάρ θρίλερ με φόντο τις γειτονιές της Αθήνας, που ξεκινάει με καλές προοπτικές αλλά δεν καταφέρνει μέχρι τέλους να διατηρήσει τον άξονά του. Ένας νέος άντρας μετά από ένα τρακάρισμα παθαίνει αμνησία και αναζητάει την ταυτότητά του. Τα μόνα στοιχεία που έχει είναι ένα διαβατήριο, ένα κινητό που δέχεται μηνύματα από κάποια Μαίρη, η φωτογραφία μιας γυναίκας και μια επιταγή που την έχει υπογράψει κάποιος Ιωάννης Φελέκης. Ο άντρας που θεωρεί πως ονομάζεται Πέντρο Νούλα, σύμφωνα με το διαβατήριο, αναζητάει την άκρη του νήματος για να θυμηθεί τον εαυτό του. Σε αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας, θα βρεθεί μπλεγμένος στον κόσμο της παρανομίας και σε μια σκοτεινή αστυνομική υπόθεση. Καταρχάς, ο Κάρολος Ζωναράς έχει μια πολύ καλή ιδέα στα χέρια, την οποία στο πρώτο μισό τη ταινίας διαχειρίζεται με συνέπεια. Μας εισάγει σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και, όπως σε όλα τα καλά αστυνομικά, γινόμαστε μαζί με τον πρωταγωνιστή του ντετέκτιβ, αναζητώντας τη λύση στο αίνιγμα.

Όμως από ένα σημείο και μετά δείχνει αδυναμία να εξελίξει την ιστορία και καταφεύγει σε εύκολες λύσεις τόσο σεναριακά όσο και από πλευράς κινηματογράφησης, κι έτσι καταλήγει σε μονότονες επιλογές, με ένα αυτοαναφορικό φινάλε που δεν είναι αντάξιο των προσδοκιών που δημιουργεί. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης αποδίδει πειστικά τον μετεωρισμό του ανθρώπου που δεν ξέρει ποιος είναι, ενώ το σύνολο της διανομής ικανοποιητικά προσαρμόζεται στους μάλλον σχηματικούς χαρακτήρες, που έχει να υπηρετήσει. Ενδιαφέρουσα η ονειρική φωτογραφία του Γιώργου Παπανδρικόπουλου και η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, επιτυχημένα locations, αλλά όπως λέει κι ένας από τους ήρωές του Ζωναρά « καλό είναι το σενάριο, όμως από ένα σημείο και μετά κάνει κοιλιά, ενώ το φινάλε ήθελε λίγο δουλειά ακόμα».

  • Θα Πέσει η Νύχτα
  • (Night Will Fall)
  • Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Αντρέ Σίνγκερ

 

 

Περίληψη:

Βασισμένο στο μοναδικό ντοκιμαντέρ του Άλφρεντ Χίτσκοκ «Τεκμηριωμένη Eρευνα για τα Γερμανικά Στρατόπεδα Συγκέντρωσης» που γυρίστηκε το 1945, το «Θα Πέσει η Νύχτα» αποτελεί μια συγκλονιστική εμπειρία, με φόντο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από τη χρήση εξαιρετικού αρχειακού υλικού και μαρτυριών από τους επιζώντες, αλλά και τους απελευθερωτές, η ταινία μιλάει για τις απόπειρες τεκμηρίωσης των σχεδόν απίστευτων σκηνών με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωποι οι Σύμμαχοι. Το ντοκιμαντέρ καταγράφει πώς μία ομάδα από κορυφαίους σκηνοθέτες, ανάμεσά τους ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο Σίντνεϊ Μπέρνσταϊν και ο Ρίτσαρντ Κρόσμαν, ένωσαν τις δυνάμεις τους για να κάνουν μια ταινία που θα παρείχε αδιάψευστα στοιχεία για όσα ανακάλυψαν οι συμμαχικές δυνάμεις. Παρά την καλλιτεχνική γνησιότητα του ντοκιμαντέρ του 1945 και τη χρήση του πιο καθηλωτικού φιλμικού υλικού που τραβήχτηκε ποτέ σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, το πρότζεκτ του Μπέρνσταϊν δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το ντοκιμαντέρ «Γερμανικά Στρατόπεδα Συγκέντρωσης – Πραγματική Έρευνα» δεν ολοκληρώθηκε το 1945, καθώς υπήρξαν αρκετά προβλήματα, όπως οι πρακτικές δυσκολίες της διεθνούς συνεργασίας και οι μεταπολεμικές ελλείψεις. Από το 1952, το ντοκιμαντέρ φυλαγόταν ανολοκλήρωτο στα αρχεία του Βασιλικού Πολεμικού Μουσείου στο Λονδίνο. Το 1984, μια εκδοχή του με τίτλο «Memory of the Camps» Μνήμες των στρατοπέδων προβλήθηκε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου. Η ολοκληρωμένη ταινία περιλαμβάνει σπαρακτικές συνεντεύξεις με επιζώντες, στρατιώτες, ιστορικούς και αρχειονόμους, που παρουσιάζονται μαζί με το αποκατεστημένο και σπάνιο αρχειακό φιλμικό υλικό, καθώς και τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, που έζησαν ή είδαν με τα μάτια τους την κόλαση. Ανατριχιαστικές εικόνες που δεν έχετε ξαναδεί θα σας σοκάρουν, καθώς εδώ η κάμερα σε απόσταση αναπνοής ζουμάρει στα αποστεωμένα σώματα των κρατουμένων για να τεκμηριώσει τις θηριωδίες των Ναζί, εστιάζει στους σωρούς με τα πτώματα που μοιάζουν με εφιαλτικές κούκλες. Ένα σπάνιο ιστορικό ντοκουμέντο που δεν πρέπει να ξεχαστεί, αλλά σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε πρέπει να μας υπενθυμίζει πώς ο άνθρωπος έφτασε στην απόλυτη αποκτήνωση, γιατί είναι χρέος μας να θυμόμαστε το πιο μελανό κεφάλαιο της Ιστορίας και κυρίως να κάνουμε ό,τι μπορούμε να μην επαναληφθεί. Τον ρόλο της αφηγήτριας έχει η διάσημη ηθοποιός Έλενα Μπόναμ Κάρτερ.
 

  • Τα μυστήρια του Ιερώνυμου Μπος
  • ( Bosch: the Garden of the dreams)
  • Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Χοσέ Λουίς Λοπέζ - Λινάρες

 

 

Περίληψη: Ένα ντοκιμαντέρ πάνω στην αλήθεια και στη τέχνη του πιο αινιγματικού ζωγράφου όλων των εποχών του Ιερώνυμου Μπος. Το 2015 συμπληρώθηκαν 500 χρόνια από το θάνατο του σπουδαίου ζωγράφου του Μεσαίωνα Ιερώνυμου Μπος. Το μουσείο Πράδο της Μαδρίτης με αφορμή την επέτειο αυτή έδωσε αποκλειστική πρόσβαση στον σκηνοθέτη Χοσέ Λουίς Λοπέζ – Λινάρες να φέρει στο φως τον «Κήπο των Επίγειων Απολαύσεων» , το πιο διάσημο έργο του. Οι ερευνητές προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τους αμέτρητους συμβολισμούς που κρύβουν οι εφιαλτικές φιγούρες του μοναδικού αυτού καλλιτέχνη και ο Λοπέζ- Λινάρες με τη σειρά του, γοητευμένος από το μυστήριο του πίνακα, συνεντευξιάζει ανθρώπους διαφόρων ειδικοτήτων, που προσεγγίζουν ο καθένας με το δικό του τρόπο αυτό το μοναδικό αριστούργημα. Σημαντικές προσωπικότητες, όπως οι συγγραφείς Σαλμάν Ρούσντι και Ορχάν Παμούκ, ο συνθέτης Λουντοβίκο Εϊνάουντι, αλλά και επιστήμονες από διαφορετικούς κλάδους, αναλύουν την τεχνοτροπία και το περιβάλλον της εποχής του Μπος, στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν από ποιο μυαλό γεννήθηκαν αυτές οι απίστευτες εικόνες. Το ντοκιμαντέρ εστιάζει στον συγκεκριμένο πίνακα, όμως οι πληροφορίες που υπάρχουν αφορούν στο συνολικό του έργο, αλλά και στην προσωπικότητα του ζωγράφου. Ακολουθώντας μια εκπαιδευτική λογική υψηλού επιπέδου, καταφέρνει μια λεπτομερή έρευνα πάνω σε ένα ανεξάντλητο θέμα, καθώς η κάθε πινελιά του Μπος μπορεί να γίνει αντικείμενο διατριβής.

  • Ares: Κίνδυνος στο Παρίσι
  • (Ares)
  • Σενάριο – Σκηνοθεσία: Ζαν-Πατρίκ Μπενέ
  • Παίζουν: Όλα Ραπάς, Μίκα Λεσκότ, Τιερί Ανσίς, Ρουθ Βέγκα Φερνάντεζ

 

 

Περίληψη: Μία δυστοπική ματιά στο μέλλον της Γαλλίας, όπου βασιλεύει η βία, οι ηθικές αρχές έχουν καταλυθεί και το πιο δημοφιλές τηλεοπτικό πρόγραμμα είναι οι μάχες μέχρι θανάτου. Βρισκόμαστε στο έτος 2035 και η παγκόσμια τάξη έχει υποστεί δραματικές αλλαγές. Η Γαλλία, με 10 εκατομμύρια άνεργους κατοίκους, αποτελεί μία από τις νέες χώρες κάτω από το όριο της φτώχειας. Ο ταλανισμένος από τα προβλήματα πληθυσμός αμφιταλαντεύεται μεταξύ της επανάστασης και της παραίτησης, μέχρι που βρίσκει «καταφύγιο» σε ένα νέο τηλεοπτικό πρόγραμμα: τις υπέρ-βίαιες μάχες μέχρι θανάτου. Ο Ρέντα, γνωστός ως «Άρες», είναι ένας βετεράνος μαχητής που βγάζει τα προς το ζην κάνοντας μικροδουλειές για την αστυνομία. Όταν η αδερφή του κατηγορείται για οπλοκατοχή, θα διακινδυνέψει τα πάντα, ώστε να καταφέρει να σώσει αυτήν και τις κόρες της. Η ολοένα και συνεχιζόμενη φτωχοποίηση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και τα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία, όπως η ανεργία, δε θα μπορούσαν παρά να αποτελούν έμπνευση για τον κόσμο του κινηματογράφου. Φυσικά, οι κοινωνικές συνθήκες αυτές, δεν βρίσκουν εφαρμογή μόνο στο σινεμά του ρεαλισμού, αλλά και σε αυτό των ειδών. Στην περίπτωση του «Ares», ο σκηνοθέτης Ζαν-Πατρίκ Μπενέ, τοποθετεί το υλικό του σε ένα δυστοπικό μέλλον. Δεν υπάρχουν όμως μόνο οι καταφανείς καταπατήσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πολύ πιο επικίνδυνες, είναι αυτές που εκτελούν χρέη «Δούρειου Ίππου» και, χρησιμοποιώντας την επίφαση της ελευθερίας, προωθούν τη δική τους, μοχθηρή ατζέντα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο νόμος που εμφανίζεται στην οθόνη, στην αρχή του «Ares», και μας πληροφορεί πως ο σεβασμός απέναντι στον άνθρωπο έχει μεταβληθεί.
 

  • Μπάντι, ο ροκ σταρ
  • ( Rockdog)
  • Σκηνοθεσία: Ας Μπράνον
  • Aκούγονται στα ελληνικά οι φωνές των: Παναγιώτης Αποστολόπουλος, Θοδωρής Σμέρος, Γιάννης Υφαντής, Κώστας Σεραφειμίδης

 

 

Περίληψη: Όταν ένα ραδιόφωνο πέφτει από τον ουρανό στα χέρια ενός θιβετιανού μαστίφ, εκείνο θα αποφασίσει να φύγει από το σπίτι του για να γίνει μουσικός, προκαλώντας ένα σωρό απρόσμενα γεγονότα. H ταινία είναι βασισμένη στο κόμικ του Ζενγκ Τζουν, διάσημου ροκ σταρ της Κίνας. Το graphi cnovel κυκλοφόρησε το 2009 με τίτλο «Tibetan Rock Dog». Η σκηνοθεσία είναι του Ας Μπράνον, σεναριογράφου και σκηνοθέτη του «Surf’sUp» και συν-σκηνοθέτη του «ToyStory 2».