fbpx «Madre»: Ένα υποβλητικό θρίλερ αναζήτησης για γερά νεύρα | BOVARY
Η εξαιρετική Μάρτα Νιέτο σε ένα υποβλητικό θρίλερ αναζήτησης
Ενα αγωνιώδες ψυχολογικό δράμα
27|02|2020 14:42
SHARE
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Madre»: Ένα υποβλητικό θρίλερ αναζήτησης για γερά νεύρα


Αυτή την εβδομάδα, η «Εμμα» της Τζέιν Όστιν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, ο Μάικλ Μπι Τζόρνταν και ο Τζέιμι Φοξ δίνουν «Αγώνα για τη δικαιοσύνη», ενώ ο Ροντρίγκο Σορογκογιέν οδηγεί την εξαιρετική Μάρτα Νιέτο σε ένα υποβλητικό θρίλερ αναζήτησης.

Αγώνας για δικαιοσύνη (JustMercy)

Σκηνοθεσία: Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον

Παίζουν: Μάικλ Μπι Τζόρνταν, Τζέιμι Φοξ, Μπρι Λάρσον, Τιμ Μπλέικ Νέλσον, Ρέιφ Σπαλ, Ρομπ Μόργκαν 

Περίληψη: Μετά από την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, ο Μπράιαν θα μπορούσε να είχε επιλέξει μία προσοδοφόρα επαγγελματική πορεία. Αντιθέτως, κατευθύνεται στην Αλαμπάμα, προκειμένου να υπερασπιστεί όσους καταδικάζονται άδικα. Έτσι αναλαμβάνει την υπόθεση του Γουόλτερ ΜακΜίλιαν, που το 1987 καταδικάζεται σε θάνατο χωρίς αποδείξεις για την περιβόητη δολοφονία ενός 18χρονου κοριτσιού. Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Μπράιαν εμπλέκεται σε έναν νομικό και πολιτικό λαβύρινθο, καθώς παλεύει για τον Γουόλτερ και άλλους σαν αυτόν, με τις πιθανότητες - και το σύστημα -να είναι εναντίον τους.

Βασισμένος στο best-seller του δικηγόρου Μπράιαν Στίβενσον, που αποφάσισε να αφήσει την πολλά υποσχόμενη καριέρα του και να πάει στην συντηρητική πολιτεία της Αλαμπάμα, προκειμένου να υπερασπιστεί θανατοποινίτες, ο Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον («Μικρά Όμορφα Πλάσματα», «Γυάλινο Κάστρο») χτίζει ένα δικαστικό δράμα, που βάζει στο στόχαστρο τον ρατσισμό.

Αγώνας για δικαιοσύνη

Ο νεαρός Μπράιαν Στίβενσον, μετά από την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, αποφασίζει να θέσει τον εαυτό του στη υπηρεσία της δικαιοσύνης. Έτσι θα έρθει αντιμέτωπος με την πολύκροτη υπόθεση του Γουόλτερ ΜακΜίλιαν, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο, χωρίς αποδείξεις. Το μοναδικό ενοχοποιητικό στοιχείο εναντίον του ήταν η μαρτυρία ενός κατάδικου, που παραδόξως πήρε χάρη, και το γεγονός ότι ήταν μαύρος. Ο Στίβενσον όμως θεωρώντας πως η ζωή του καθενός, ανεξάρτητα με το τι έχει κάνει, έχει τη δική της αξία και πιστεύοντας ότι ο ΜακΜίλιαν ήταν θύμα αναίσχυντου ρατσισμού, έδωσε έναν άνισο αγώνα που τελικά κέρδισε.

Το νομικό και το πολιτικό σύστημα της εποχής, που δεν έχει μεγάλες διαφορές από το σημερινό, το ζήτημα της θανατικής ποινής και φυσικά οι φυλετικές διακρίσεις απασχολούν τον Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον, που ξετυλίγει το νήμα της υπόθεσης ΜακΜίλιαν κυρίως μέσα από τη προσωπικότητα του Στίβενσον, ενός ακέραιου ανθρώπου, που δεν έπαψε να παλεύει για τη δικαιοσύνη και την αλήθεια.

Γι’ αυτό άλλωστε επιλέγει να εντάξει στην αφήγησή του και άλλες παράπλευρες υποθέσεις που είχε αναλάβει την ίδια περίοδο ο διάσημος δικηγόρος, πράγμα που όμως συχνά δημιουργεί προβλήματα στον ρυθμό της ταινίας και στη διαχείριση της κεντρικής ιστορίας. Έτσι μερικές φορές το θέμα της θανατικής ποινής έρχεται σε πρώτο πλάνο, χωρίς όμως ο βασικός άξονας του Κρίτον να το υποστηρίζει όσο θα έπρεπε.

Μια ταινία, ακόμα κι αν διαρκεί δυόμιση ώρες, δεν μπορεί να χωρέσει τρία μεγάλα θέματα, όμως ο Κρίτον φαίνεται πως δεν ξέρει ποιο να πρωτοεπιλέξει κι έτσι τελικά αποφασίζει να ασχοληθεί από λίγο με όλα. Ευτυχώς οι ερμηνείες του Τζείμι Φοξ και του Μάικλ Μπι Τζόρνταν ολοκληρώνουν το πορτρέτο των δύο κεντρικών χαρακτήρων- πράγμα που δεν συμβαίνει με τους υπόλοιπους ρόλους- οπότε τελικά ο θεατής φεύγει από τη αίθουσα στοχαστικός για το αλάθητο του δικαστικού συστήματος.

Έμμα (Emma)

Σκηνοθεσία: Ότομ Ντε Γουάιλντ

Παίζουν: Άνια Τέιλορ-Τζόι, Τζόνι Φλιν, Μπιλ Νάι, Μία Γκοθ, Μιράντα Χαρτ, Τζος Ο’ Κόνορ

Περίληψη: Γοητευτική, έξυπνη και πλούσια, η Έμμα Γούντχαους είναι μια ανήσυχη «βασίλισσα των μελισσών» σε μια μικρή, σχεδόν βαρετή πόλη. Αν και η ίδια επιδίδεται μετά μανίας σε προξενιά, όλα δείχνουν πως έχει έρθει η ώρα να ωριμάσει και να συνειδητοποιήσει ότι η αγάπη βρίσκεται δίπλα της.

Το βιβλίο της Τζέιν Όστενμεταφέρεται ακόμα μια φορά στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνίστρια την ανερχόμενη Άνια Τέιλορ-Τζόι («The Witch» και «Διχασμένος»).

Η Έμμα είναι κακομαθημένη, ζει με τον πατέρα της και περνάει τον καιρό της κάνοντας προξενιά, αν και η ίδια αρνείται την ιδέα του γάμου. Ο γείτονάς τους, ο κύριος Νάιτλι, του οποίου ο αδελφός έχει παντρευτεί την μεγαλύτερη αδελφή της, την ερωτεύεται. Εν τω μεταξύ η Έμμα έχει πάρει υπό την προστασία της την νεαρή και αφελή Χάριετ, την οποία προορίζει για τον τοπικό εφημέριο κύριο Έλτον, αν και εκείνη ενδιαφέρεται για έναν αγρότη, τον Μάρτιν. Όσο το μπέρδεμα γίνεται μεγαλύτερο, η Έμμα αρχίζει και ρίχνει το ενδιαφέρον της στον γιο του κυρίου Γουένστον, τον γοητευτικό Φρανκ Τσόρτσιλ. Στο μεταξύ, όσοι ανήκουν στον κοσμικό της κύκλο, υποψιάζονται ότι ο Νάιτλι ενδιαφέρεται για την πετυχημένη Τζέιν, τη λατρεμένη ανιψιά της κουτσομπόλας, γεροντοκόρης, Μπέιτς.

Τα συναισθηματικά μπλεξίματα δίνουν και παίρνουν και μέσα σε όλα αυτά η Έμμα καλείται να ωριμάσει, να εγκαταλείψει την αλαζονική της συμπεριφορά και να αντιληφθεί πως ο έρωτας που αναζητάει βρίσκεται μπροστά στα μάτια της.

Η Ότομ Ντε Γουάιλντ, διακεκριμένη φωτογράφος και δημιουργός video clip μεγάλων ονομάτων, δοκιμάζεται ίσως στο καλύτερο μυθιστόρημα της Όστεν, που αναμειγνύει στοιχεία ρομαντικής κομεντί, κοινωνικής σάτιρας, αλλά και μιας περιπέτειας ενηλικίωσης, ακολουθώντας την πορεία των τεσσάρων εποχών του χρόνου. Εμπνευσμένη από τις γκραβούρες και τους πίνακες του 19ου αιώνα, δημιουργεί μια άρτια αναπαράσταση της περιόδου, εστιάζοντας στη γυναικεία χειραφέτηση και στο λεπτό χιούμορ που διακρίνει την Όστεν. Συχνά βέβαια παρασύρεται από το ηθογραφικό στοιχείο, φορτώνοντας την ταινία της με σκηνές που μόνο στόχο έχουν τον εντυπωσιασμό, όμως η Άνια Τέιλορ-Τζόι, που παραλαμβάνει τη σκυτάλη της Έμμα από την Αλίσια Σίλβερστοουν και την Γκουίνεθ Πάλτροου, αποδίδει με βρετανικό πνεύμα και κομψότητα την πορεία αυτής της ενηλικίωσης.

Εξαφανισμένος (Madre)

Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκογιέν

Παίζουν: Μάρτα Νιέτο, Ζιλ Ποριέ, Άλεξ Μπρεντεμούλ, Αν Κονσινί, Φρεντερίκ Πιερό, Γκιγιόμ Αρνόλ

Περίληψη: Δέκα χρόνια έχουν περάσει από την εξαφάνιση του εξάχρονου γιου της Έλενα. Στην τελευταία επικοινωνία της μαζί του, ο μικρός τής τηλεφώνησε για να της πει ότι είχε χαθεί σε μια παραλία στη Γαλλία και ότι δεν μπορούσε να βρει τον πατέρα του. Σήμερα, η Έλενα ζει στην ίδια παραλία και δουλεύει σ’ ένα εστιατόριο. Έχει επιτέλους αρχίσει να αφήνει πίσω της το τραγικό αυτό συμβάν, όταν γνωρίζει έναν Γάλλο έφηβο, που της θυμίζει τον χαμένο της γιο. Οι δυο τους θα αναπτύξουν μια σχέση, που θα σπείρει χάος και καχυποψίες στους γύρω τους.

Εξαφανισμένος (Madre)

Ο Ροντρίγκο Σορογκογιέν («Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει», «Έκπτωτος») επιστρέφει με ένα θρίλερ αναζήτησης, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου η Μάρτα Νιέτο τιμήθηκε με το Α’ βραβείο ερμηνείας στο τμήμα ORIZZONTI.

Τρία χρονιά μετά από την υποψηφιότητά του για Όσκαρ για τη μικρού μήκους ταινία «Madre», ο Σορογκογιέν αποφάσισε να αφηγηθεί τη συνέχεια της ιστορίας. Η Έλενα λοιπόν μια μητέρα που έχει χάσει τον εξάχρονο γιό της, επιστρέφει δέκα χρόνια αργότερα στην ίδια παραλία απ’ όπου της τηλεφώνησε το παιδί της για τελευταία φορά, προσπαθώντας να διαχειριστεί την απώλεια. Εργάζεται ως υπεύθυνη σε ένα εστιατόριο και διατηρεί μια σχέση με έναν άνδρα που γνωρίζει όσα έχει περάσει. Μια μέρα όμως τυχαία θα δει ένα νεαρό αγόρι, που της θυμίζει τον γιο της και από μακριά θα αρχίσει να τον παρακολουθεί. Ο νεαρός όμως την ερωτεύεται και έτσι μεταξύ τους ξεκινάει μια περίεργη σχέση, που θα προκαλέσει την αντίδραση της οικογένειάς του και θα οδηγήσει την Έλενα στα όρια της εμμονής.

Ενώ το κεντρικό αίσθημα στη μικρού μήκους του Σορογκογιέν ήταν ο φόβος, πράγμα που υπάρχει στην μεγάλης έντασης αρχική σκηνή της ταινίας, εδώ οι διαδρομές των προσώπων είναι λυτρωτικές, καθώς τελικά οδηγούν στην αποδοχή και στην αγάπη.

Τα ακίνητα κάδρα και οι αργοί ρυθμοί συχνά λειτουργούν εις βάρος της πλοκής, όμως είναι απαραίτητοι για τις ψυχαναλυτικές προεκτάσεις που θέλει ο Σορογκογιέν να προσδώσει στην ιστορία του. Τα στάδια του πένθους και το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα κατέχουν κεντρικό ρόλο στο σενάριο, γεγονός που υποστηρίζει η εκπληκτική Μάρτα Νιέτο, η οποία ισορροπεί ανάμεσα στη μητρότητα, την απόγνωση και τη θηλυκότητα μιας γυναίκας, που έχει να διαχειριστεί μια τεράστια απώλεια. Με την ερμηνεία της, ακόμα και οι εύκολες λύσεις στις οποίες καταφεύγει ο Σορογκοκιέν, αποκτούν ποιότητα, γοητεία και μια αύρα μυστηρίου.

Οι Μητέρες μας (Nuestras Madres)

Σκηνοθεσία: Σεζάρ Ντίαζ

Παίζουν: Αρμάντο Εσπίτα, Έμα Ντιμπ, Ορέλια Κάαλ, Χούλιο Σεράνο Ετσεβαρία

Περίληψη: Ο Ερνέστο ζει στη Γουατεμάλα του 2018 και δουλεύει ως ιατροδικαστής, ταυτοποιώντας σωρούς με ανθρώπους από τον Εμφύλιο της χώρας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούνταν αγνοούμενοι, όταν η μαρτυρία μιας γυναίκας πιστεύει πως θα τον οδηγήσει στα ίχνη του αντάρτη πατέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ.

Ο ντοκιμαντερίστας Σεζάρ Ντίαζ στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία καταπιάνεται με μια σκοτεινή σελίδα της ιστορίας της Λατινικής Αμερικής, αποσπώντας την Χρυσή Κάμερα και το βραβείο SACD της Εβδομάδας Κριτικής στο Φεστιβάλ των Καννών.

Στη Γουατεμάλα το 2018, όλοι παρακολουθούν τη δίκη των στρατιωτικών, που ξεκίνησαν τον Εμφύλιο, οδηγώντας τη χώρα στο χάος και τη βία. Ο Ερνέστο, ένας νέος ανθρωπολόγος, εργάζεται στο Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο για την ταυτοποίηση αγνοουμένων. Μια μέρα, ενώ καταγράφει τη μαρτυρία μιας ηλικιωμένης γυναίκας, νομίζει ότι βρήκε ένα στοιχείο που μπορεί να τον οδηγήσει στον πατέρα του, έναν αντάρτη που εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ενάντια στη θέληση της μητέρας του, αφοσιώνεται σε αυτή την υπόθεση, ψάχνοντας για την αλήθεια.

Με φόντο το πρόσφατο παρελθόν της πατρίδας του, ο Ντίαζ καταπιάνεται με τις συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και την ανάγκη διατήρησης της μνήμης. Θεματοφύλακές της στην ιστορία του είναι οι μητέρες, ανώνυμες γυναίκες που βιώνουν τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της άδικης μάχης.

Αξιοποιώντας την εμπειρία του στο ντοκιμαντέρ , και με όχημα τις αφηγήσεις πραγματικών προσώπων που έζησαν τα γεγονότα - οι γυναίκες της ταινίας είναι ερασιτέχνες στην πλειοψηφία τους- καταγράφει μια άγνωστη στον περισσότερο κόσμο γενοκτονία, ως φόρο τιμής σε όσους πάλεψαν για τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Οι αφηγήσεις των γυναικών που κινούνται στη λογική του ντοκιμαντέρ έχουν ενέργεια, είναι συγκινητικές χωρίς μελοδραματισμούς, όμως ο Ντίαζ δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει το fiction κομμάτι, δηλαδή την ιστορία του Ερνέστο που αναζητάει τον πατέρα του, γύρω από την οποία στήνεται αυτή η ελεγεία μνήμης, οπότε το συνολικό αποτέλεσμα μοιάζει άνισο. Παρόλα αυτά αυτές οι γενναίες μητέρες, που με χαμόγελο αντιμετωπίζουν την μοίρα, λειτουργούν καταλυτικά, με την ειλικρίνεια και την αξιοπρέπειά τους.

Brahms: The Boy II

Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Μπρεντ Μπελ

Παίζουν: Κέιτι Χολμς, Ραλφ Ινσον, Οουεν Γίομαν

Περίληψη: Έπειτα από ένα τραυματικό γεγονός, μια οικογένεια μετακομίζει στη έπαυλη των Χίλσαϊρ, όπου ο μικρός γιος βρίσκει μια πορσελάνινη κούκλα με την οποία γίνονται αχώριστοι φίλοι.

Η κούκλα που μας τρόμαξε στο «The Boy» το 2016 επιστρέφει σε ένα άνευρο sequel, ακολουθώντας τα χνάρια του Τσάκι και της Άναμπελ.

Μια οικογένεια βιώνει την τρομακτική εμπειρία μιας διάρρηξης, οπότε αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη και να μετακομίσει στην επαρχία. Ο μικρός της γιος σε ένα κοντινό σπίτι, που ο θρύλος λέει πως περίεργα πράγματα έχουν συμβεί σε όλους τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, ανακαλύπτει τον Μπραμς, μια χαριτωμένη κούκλα που μοιάζει με παιδί. Σύντομα όμως οι γονείς του θα ανακαλύψουν ότι το αγαπημένο παιχνίδι του γιου τους κρύβει σκοτεινές δυνάμεις.

Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό τα περισσότερα θρίλερ μόνο ανατριχίλες δεν προκαλούν. Η έλλειψη καλών σεναρίων και πρωτότυπων ιδεών οδηγούν μάλλον σε κοινότοπες προσπάθειες και αυτό το sequel δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Οπότε όλα τα γνωστά κλισέ- στοιχειωμένα σπίτια στην εξοχή, σατανικές κούκλες και κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν- μπαίνουν στο μπλέντερ, αυτή τη φορά με ελάχιστα jump scares και ακόμα λιγότερο σασπένς, οπότε η υπόσχεση στο φινάλε ότι θα υπάρξει και συνέχεια είναι τελικά το πιο απειλητικό στοιχείο της ταινίας.

Οι Σφυριχτές (La Gomera / The Whistlers)

Σκηνοθεσία: Κορνέλιου Πορομπόιου

Παίζουν: Βλαντ Ιβάνοφ, Κατρινέλ Μάρλον, Ροντίκα Λαζάρ, Αγκούστι Βιλαρόνγκα

Περίληψη: Ο Κρίστι, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός ερευνητής από το Βουκουρέστι, βρίσκεται στα Κανάρια Νησιά με σκοπό να βοηθήσει στη δραπέτευση ενός μαφιόζου από τη φυλακή. Εκεί θα μάθει τη μυστική γλώσσα των Σφυριχτών και θα μπλεχτεί σε ένα παιχνίδι προδοσίας και διαφθοράς.

Ο Ρουμάνος Κορνέλιο Πορουμπόιου («Αστυνομία, Ταυτότητα») υπογράφει ένα ανατρεπτικό κωμικό νεο- νουάρ, που έχει αποσπάσει σημαντικά διεθνή βραβεία.

Ο Κρίστι, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός που αλλάζει στρατόπεδο ανάλογα με το συμφέρον του, καταφθάνει στη Λα Γκομέρα, στα Κανάρια Νησιά, έχοντας ως αποστολή να βοηθήσει έναν μαφιόζο της περιοχής να αποδράσει από τη φυλακή. Προκειμένου να φέρει σε πέρας την αποστολήτου, πρέπει να μάθει στην εντέλεια τη σφυριχτή(και πάνω απ’ όλα μη αντιληπτή) γλώσσα των ντόπιων, η οποία έχει χρησιμεύσει ως μυστικός κώδικας επικοινωνίας μεταξύ των κακοποιών εδώ και πολλές γενιές.

Μια ραφινάτη απόδοση τιμών στα νουάρ ήθη και στα γκάνγκστερ έθιμα, καρυκευμένη με έναν απολαυστικό αέρα φάρσας και έναν ήρωα που παριστάνει τον πρωταγωνιστή, ενώ προσελήφθη για κομπάρσος, που αν είχε γυριστεί από μια ισχυρή κινηματογραφική βιομηχανία, θα είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Ο Πίνκι και οι Πειρατές

Σκηνοθεσία: Τζον Αντρεας Αντερσεν, Λίζα Μαρί Γκαμλέμ

Παίζουν: Τούβα Νοβότνι, Γιον Εϊγκάρντεν, Αντερς Μπάασμο Κρίστιανσεν

Περίληψη: Ένα ορφανό αγόρι ο Πίνκι, ακολουθεί τον Καπετάνιο Μαυρογένη σε ένα συναρπαστικό και επικίνδυνο ταξίδι, ψάχνοντας έναν θησαυρό, αλλά και τον χαμένο πατέρα του.

Περιπέτεια νορβηγικής παραγωγής, βασισμένη στο graphic novel «Ο Πειρατής Μαυροδόντης και το Κυνήγι του Θησαυρού του Σουλτάνου», που αποτελεί μια από τις πιο ακριβές νορβηγικές κινηματογραφικές παραγωγές όλων των εποχών.

Μαζί με τον τρομερό πειρατή Μαυροδόντη, θρύλο των επτά θαλασσών, ο μικρός Πίνκι και το κορίτσι του, η Ρέιβεν, ξεκινούν μία συναρπαστική περιπέτεια προς το εξωτικό βασίλειο της Λάμα Ράμα, όπου βρίσκεται κρυμμένος ο θρυλικός θησαυρός του Βασιλιά Ρούφους.

Ο Πειρατής Μαυροδόντης γεννήθηκε πριν από σχεδόν τριάντα χρόνια από τη φαντασία του ηθοποιού, συγγραφέα και μουσικού Terje Formoe ως χαρακτήρας μιας παιδικής παράστασης. Η αναπάντεχα τεράστια επιτυχία τον έκανε έναν από τους πιο αγαπητούς και διάσημους παιδικούς ήρωες της Νορβηγίας και όχι μόνο, με τις περιπέτειές του να γίνονται κόμικς, βιβλία, βιντεοπαιχνίδια, θεατρικό μιούζικαλ, τηλεοπτική σειρά, ακόμα και ολόκληρο θεματικό πάρκο.

Το Αστέρι του Βορρά (Thenorthstar)

Σκηνοθεσία: Λιούις Μάιλστοουν

Παίζουν: Αν Μπάξτερ, Ντάνα Άντριους, Γουόλτερ Μπρέναν, Γουόλτερ Χιούστον

Περίληψη: Το 1941 οι κάτοικοι ενός ουκρανικού χωριού οργανώνουν ομάδες αντίστασης κατά των ναζί κατακτητών, ενώ ένας Γερμανός γιατρός χρησιμοποιεί τα παιδιά της περιοχής ως αιμοδότες των τραυματισμένων στο μέτωπο συμπατριωτών του.

Πολεμική αντιναζιστική ταινία του Λούις Μάιλστοουν (1943), υποψήφια για έξι Όσκαρ .

Τον Ιούνιο του 1941 σε έναν γεωργικό συνεταιρισμό της Ουκρανίας, οι χωρικοί ζουν ειρηνικά. Παρόλο που όλοι ακούν για τις ωμότητες του πολέμου στα ραδιόφωνά, οι περισσότεροι δεν επηρεάζονται. Έρχεται το τέλος της σχολικής χρονιάς και κάποιοι από τους μεγαλύτερους νέους είναι ενθουσιασμένοι για το μέλλον τους. Τα πράγματα όμως αλλάζουν, όταν οι Ναζί εισβάλλουν στη Σοβιετική Ένωση με αεροπορικές επιθέσεις και με στρατιωτικές δυνάμεις. Η βαρβαρότητα των Ναζί αποκαλύπτεται, όταν οι Γερμανοί στέλνουν τον Δόκτωρ φον Χάρντεν να χρησιμοποιήσει τα παιδιά του χωριού ως αιμοδότες για τους τραυματίες Γερμανούς στρατιώτες. Μερικά χάνουν τόσο πολύ αίμα που πεθαίνουν. Όταν ο Δόκτωρ Πάβελ Κούριν, ένας διάσημος Ρώσος γιατρός, ανακαλύπτει τι συμβαίνει κατηγορεί τον Γερμανό συνάδελφό του και τον πυροβολεί.

Η ταινία ήταν ένας ύμνος για την σοβιετική μαχητικότητα εναντίον των Ναζί και στη δεκαετία του 1950 επικρίθηκε για το λόγο αυτό, οπότε το Χόλιγουντ την εποχή του Μακάρθι το αποκήρυξε και ξαναμοντάρισε με τις κατάλληλες περικοπές ως «Armored Attack».





SHARE