Η «Τελειότητα» και η ανικανοποίητη ζωή των millennials: O Βιντσέντο Λατρόνικο μιλά για το βιβλίο του στην Αθήνα

Η «Τελειότητα» και η ανικανοποίητη ζωή των millennials: O Βιντσέντο Λατρόνικο μιλά για το βιβλίο του στην Αθήνα

Ο Ιταλός συγγραφέας της Τελειότητας, προσκεκλημένος του Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού μίλησε στον Πρόεδρό του και συντονιστή Νίκο Μπακουνάκη για τη γενιά των millennials, τις προκλήσεις μιας εποχής στο μεταίχμιο και τον δικό του τρόπο γραφής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Την τελευταία φορά που είδα το βιβλίο, ο τίτλος του οποίου παραπέμπει σε μια απόλυτη υπόσχεση ευτυχίας ήταν, μόλις, πριν από δύο εβδομάδες στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Εκεί, ένας νέος άντρας, μάλλον millennial, κρατούσε με αδημονία το ένα και μοναδικό αντίτυπο μπροστά από το σύστημα έγκρισης, χωρίς να μπορεί να το πάρει. Κι αυτό γιατί κάποιος άλλος το είχε δεσμεύσει ήδη!

Το μικρό πράσινο βιβλίο των εκδόσεων Loggia, που λέγεται ότι βρισκόταν σε τουλάχιστον μία ανά πέντε ξαπλώστρες το περασμένο καλοκαίρι, αποτελώντας το ανάγνωσμα της χρονιάς, μοιάζει, με το σιωπηρό μανιφέστο μιας ολόκληρης γενιάς. Εκείνης που πέρασε από την αναλογική εποχή, τα κλειστά σύνορα και τα ακριβά αεροπορικά εισιτήρια, στο κοινό νόμισμα, τις ανταλλαγές του Erasmus και τη ρευστότητα μιας ενηλικίωσης σε έναν κόσμο περισσότερο αβέβαιο. 

Γιατί, όμως να ενδιαφερθεί κανείς να διαβάσει για αυτή τη γενιά; Τη στιγμή που στη χώρα του, πολλά βιβλία έχουν καλύψει ιστορικά την εποχή των Παρτιζάνων ή τα γεγονότα της γενιάς του Μάη του ’68, ο Λατρόνικο βρίσκει ενδιαφέρον στο να καταγράψει σε πραγματικό χρόνο αυτό το σημείο τομής των δύο διαστάσεων. Της Ευρώπης που ανοίγεται και της εθνικής σύγχυσης.

Τα δέκα χρόνια κατά τα οποία ο συγγραφέας έζησε στη «Νέα Υόρκη της Ευρώπης», το Βερολίνο, με τις τότε αναρίθμητες γκαλερί και τα παρεϊστικα μπαρ, που προέκυπταν αυθόρμητα, χωρίς τους περιορισμούς των δυσθεώρητων ενοικίων στις μητροπόλεις του σήμερα, σχημάτισαν το σκηνικό για το νεαρό ζευγάρι των ηρώων του. Το σκηνικό αυτό, αλλαγμένο ριζικά πια υπό το πρίσμα του εξευγενισμού τον ώθησε να επιστρέψει στο Μιλάνο. Παρατηρώντας πια ότι «το κεφάλαιο είναι πιο σημαντικό από την εργασία και την προσπάθεια παραγωγής πλούτου», ο Λατρόνικο σχολιάζει κάτι μεγαλύτερο. Την απώλεια στο δικαίωμα της στέγασης που κανονικοποιείται ορμητικά. Και που μπορεί να επακολουθήσει το δικαίωμα στην υγεία και στην εκπαίδευση…

Ακούγοντάς τον βλέπεις πίσω από τη φαινομενικότητα. Ο Τομ και η Άννα, ένα ζευγάρι ψηφιακών νομάδων, με την καλογυαλισμένη τους ζωή, τις μονστέρες, τις στοίβες από τεύχη των περιοδικών Monocle και New Yorker, τις καρό κουβέρτες, τα εκλεπτυσμένα αντικείμενα design και τις περιγραφές που φέρουν κάτι από τη νωχελικότητα του Προυστ συνθέτουν ένα αφήγημα δυνάμει πολιτικό. 

Ο “μηχανισμός της επέκτασης των εμπορικών δυνάμεων”, όπου τίποτα δεν είναι αρκετό, χρωματίζει πλέον και τις πιο προσωπικές πτυχές. Τη στιγμή όπου όλα δυνητικά μπορούν να γίνονται ολοένα και καλύτερα, τότε ξεκινά η απώλεια της ουσιαστικής ικανοποίησης. Η αισθητική ομοιογένεια που εξαπλώθηκε ταχύτερα μέσα από τις εικόνες των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης, διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου. Το ίδιο και η αίσθηση ότι ακόμα κι αν βρίσκεσαι σε μια “φούσκα”, διαμορφωμένη στην εντέλεια με τα δικά σου αψεγάδιαστα κριτήρια, δεν έχεις κατακτήσει το άπιαστο της πληρότητας. Η Tελειότητα μιλά για μια ζωή «ανικανοποίητη και μοναχική που σε αυτή την πολιτική διάσταση του παρόντος εκείνη είναι απούσα». 

Μεταξύ της οξύνοιας ενός κοινωνιολόγου και της ευαισθησίας του λογοτέχνη, ο Λατρόνικο μιλά για την αντίφαση ανάμεσα στη γραμμικότητα της αφήγησης στη λογοτεχνία, ένα είδος «παρωχημένης τεχνολογίας» και την υπαρκτή τεχνολογία, όπου όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα. Με αυτό το δεδομένο η πρόκληση έγκειται στο να αποδώσεις έναν νέο ρυθμό… 

Μιλά ακόμα για αυτό το διασκεδαστικό και υποτιμημένο γλωσσολογικό εργαλείο της περιγραφής που για εκείνον δεν είναι ένα διακοσμητικό φόντο στο βάθος. Αλλά, ένα σχήμα που τον βοηθά να εκφράσει κάτι γενικευμένο και ταυτόχρονα πολύ συγκεκριμένο. Χωρίς διαλόγους, που κάνουν διαχωρισμούς, φωτίζοντας τη μοναδική περίπτωση ενός ατόμου ή την επιδίωξη ταύτισης μέσα από την ανάλυση μιας προσωπικότητας. Η Τελειότητα με την αποστασιοποιημένη αοριστία της απευθύνεται στο συλλογικό. Σαν τις φιγούρες του πειρατή ή του υπερήρωα στο λούνα παρκ των παιδικών χρόνων του συγγραφέα με το κενό στο πρόσωπο που καλούσαν τον οποιονδήποτε να φωτογραφηθεί μέσα σε αυτές.

Κρατώντας την εμπειρία του ως κριτικού τέχνης ο Λατρόνικο γνωρίζει πως αξία έχει λιγότερο η κριτική και περισσότερο η περιγραφή, αφήνοντας τον αναγνώστη να φανταστεί  μέσα από τα μάτια του. Τα “Πράγματα” του Ζωρζ Περέκ, ένα μυθιστόρημα που εντοπίζεται στην εποχή της αφθονίας και της άνθησης του design της δεκαετίας του ’60 μετά τον Πόλεμο ήταν το δικό του δημιουργικό εγχειρίδιο. Ένα βιβλίο που μιλά για το πώς συγκροτείται η ταυτότητα ενός ζευγαριού σε σχέση με τα αντικείμενα που το περιβάλλουν. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να παραδεχτεί, ότι όπως στον κινηματογράφο ή τη μουσική με τις παρωδίες των κλασικών, προχώρησε στη δική του μεταγραφή, ένα remake, που προέκυψε μέσα από σημειώσεις στο περιθώριο των σελίδων, αντιστοιχίες για το πώς θα μπορούσε να συμβεί το καθετί σήμερα. Άλλωστε, όπως αναφέρει χαριτολογώντας υπό τον φόβο των μεγάλων, ακόμα και ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του δεν επινόησε κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως.

Η Τελειότητα, μπεστ-σελερ στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι το ευτυχές αποτέλεσμα της προσπάθειας μικρών εκδοτικών οίκων, οι οποίοι γνωρίζουν πώς να μεταχειρίζονται χωρίς αμηχανία το διαφορετικό, σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου παραδόξως η Τελειότητα ιδωμένη σαν ένα «εξωτικό ντοκουμέντο εκτός καθημερινότητας», όπως έχει πει ο ίδιος, δεν έγινε εκδοτική επιτυχία παρά έπειτα από τρία χρόνια.

Κι αν για κάποιους άλλους αντιμετωπίστηκε ως σάτιρα, για εκείνον σκοπός ήταν κάτι πιο τρυφερό και γενναιόδωρο, που εγκύπτει πάνω από το οικείο μιας περίπτωσης οικουμενικής. Ο Λατρόνικο μέσα από την εργογραφία του μέχρι στιγμής μελετά μια «πορεία κατάρρευσης του ακτιβισμού». Από το πρώτο του βιβλίο με τις διαδηλώσεις κατά των G8 στη Γένοβα, με την προσπάθεια των ανθρώπων να αλλάξουν τον κόσμο και το δεύτερο βιβλίο του με την προσπάθεια τους να σώσουν μια γειτονιά από το gentrification, φτάνουμε σε εκείνους που αρκούνται στο να έχουν ένα όμορφο διαμέρισμα…

Φτάνοντας στην έμπνευση, ο Λατρόνικο, που δεν θέλει να συνεισφέρει στην πρωτοκαθεδρία της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, μιλά για τους λατίνους. Τον Μπόρχες που διάβαζε στα εφηβικά του χρόνια και τον Ρομπέρτο Μπολάνιο που σε σύγκριση μαζί του ένιωθε για μια απλή του πρόταση σαν να την έχει πατήσει αυτοκίνητο! Για την Άννα-Μαρία Ορτέζε και τη Δημοκρατία της Τζόαν Ντίντιον. Για την Ανί Ερνώ, την Όλγκα Τοκάρτσουκ και τις Χαμένες Ψευδαισθήσεις του Μπαλζάκ. Κι όταν μια ακροάτρια τον ρωτά πως ένιωσε όταν κριτικοί είπαν για αυτόν πως ένας δημοσιογράφος πήγε να μιμηθεί έναν μεγάλο συγγραφέα εκείνος ανακαλεί με θυμηδία τη φράση του Μπολάνιο ότι για μέρες δεν τρώει, δεν κοιμάται, περπατά, κοιτάζει τους γλάρους στη θάλασσα και αναρωτιέται «Θεέ μου τι κακό έκανα;».

Όσο για το μέλλον που παρομοιάζεται με δυστοπία; Ο Λατρόνικο βλέπει πάντα στα δυστοπικά έργα ένα διαχρονικό κλειδί για να αποκωδικοποιούμε τον κόσμο. Όμως, παραμένει αισιόδοξος. Ειδικά με τη Gen Z που διαβάζει βιβλία των οχτακοσίων σελίδων ακόμα κι αν πρόκειται για «εμπορικές αηδίες», με μάγισσες και δράκους, όπως τα επικρίνουν πολλοί. Γιατί και η Οδύσσεια είχε μέσα της τα δικά της μυθικά πλάσματα.

Νίκος Μπακουνάκης, Βιντσέντο Λατρόνικο

Στην αρχή της συζήτησης, ο Νίκος Μπακουνάκης διαβάζει το μήνυμα ενός παλιού φοιτητή του, που αναγνώρισε στο βιβλίο τον εαυτό του και μια βαθύτερη αίσθηση ανηδονίας, που χαρακτηρίζει αυτή τη γενιά. Φεύγοντας ο αλγόριθμος του TikTok με οδηγεί στο βίντεο μιας Ψυχολόγου που μιλά για τη μη γραμμική αντίληψη του χρόνου από τους millenials. Τη γενιά που μεγάλωσε σε ένα παραμορφωμένο χρονικό πεδίο, όπου δεν υπάρχει μια προβλέψιμη και εξασφαλισμένη ανταμοιβή, όπως στο παρελθόν. Μέσα από τη συνεχή σύγκριση και τις ταχύτατες μεταβολές, οι millenials καλούνται να προσαρμόζονται κινούμενοι ανάμεσα στο αίσθημα του κατεπείγοντος και μιας εσωτερικής παράλυσης. Σε ένα πλαίσιο, όπου ένας χρόνος φαντάζει με μία εβδομάδα και ένα email διαρκεί όσο τρεις καριέρες, πού καιρός για ευχαρίστηση;

Η έννοια του χρόνου, που έπαψε να συμπεριφέρεται αξιόπιστα ισοδυναμεί με πίεση. Οξύνει τις αισθήσεις. Καλλιεργεί μια κοινωνική υπερένταση. Γι’ αυτό και οι millennials «επαναπρογραμματίστηκαν» αναζητώντας απλώς τη συνοχή.  Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, αν ο Τομ και η Άννα μέσα στο δικό τους bubble δεν ιδιωτεύουν αυτάρεσκα αμέτοχοι, αλλά έχουν φτιάξει το δικό τους καταφύγιο. Τον μηχανισμό επιβίωσης των millennials… Άραγε τι γνώμη θα είχε ο Βιντσέντζο Λατρόνικο για αυτό;