Είδαμε τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»: Μια προκλητική νέα ανάγνωση του κλασικού έργου
Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμεραλντ Φένελ με τη Μάργκοτ Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι μπορεί να μην είναι απόλυτα πιστά στο πρωτότυπο της Έμιλι Μπροντέ, αλλά σίγουρα δεν απογοητεύει.
Βγαίνοντας από την αίθουσα -ίσως με βουρκωμένα μάτια-, είναι αδύνατο να μην αισθανθείς ότι τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμεραλντ Φένελ δεν είναι απλώς μια ακόμη διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ, αλλά μια σκόπιμη ρήξη με το ιστορικό αριστούργημα.
Η σκηνοθέτις του «Promising Young Woman» και του «Saltburn» δεν ενδιαφέρεται για την πιστότητα στο πρωτότυπο, αλλά μοιάζει να το χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη για να «χτίσει» μια κινηματογραφική αφήγηση γύρω από την εμμονή, τον πόθο και τη δύναμη της επιθυμίας.
Τοποθετημένη σε μια σχεδόν εξωπραγματική εκδοχή του 18ου αιώνα στο Γιορκσάιρ, η ταινία μετατρέπει τους βραχώδεις βάλτους σε σκηνικό σχεδόν μεταφυσικό. Η φύση δεν λειτουργεί απλώς ως φόντο, αλλά ως αντανάκλαση του εσωτερικού χάους των δύο ηρώων.
Η νεαρή Κάθριν, αρχικά ερμηνευμένη άψογα από τη μικρή Charlotte Mellington, μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον παρακμής και βίας. Όταν ο πατέρας της φέρνει στο σπίτι τον μικρό Χίθκλιφ -τον οποίο ενσαρκώνει ο εξαιρετικός και πολλά υποσχόμενος Όουεν Κούπερ (ο νεότερος νικητής Emmy στην ιστορία για το «Adolescence»)- η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους ξεφεύγει γρήγορα από τα όρια μιας παιδικής συντροφικότητας και αποκτά μια βαθιά, εμμονική θα έλεγε κανείς, σύνδεση.
Το χρονικό άλμα στην ενήλικη ζωή φέρνει στο προσκήνιο τη Μάρκοτ Ρόμπι και τον Τζέικομπ Ελόρντι, οι οποίοι έχουν μεταξύ τους μια απρόσμενη χημεία που μαγεύει τον θεατή -και όχι μόνο λόγω της εντυπωσιακής του εμφάνισης. Η Μάρκοτ Ρόμπι ενσαρκώνει μια Κάθριν εκρηκτική, αυτάρεσκη, εύθραυστη και ταυτόχρονα αδίστακτη, ενώ ο Τζέικομπ Ελόρντι, από την άλλη, με την επιβλητική του παρουσία, προσεγγίζει τον Χίθκλιφ ως ένα σχεδόν ζωώδες πλάσμα, γεμάτο καταπιεσμένη οργή, αλλά και πάθος για την Κάθριν.
Η Έμεραλντ Φένελ δεν φοβάται την υπερβολή. Οι ερωτικές σκηνές είναι εκεί, αλλά δεν είναι ωμές με την κλασική έννοια. Δεν έχουν σκοπό να σοκάρουν, γι’ αυτό κι έχουν ελάχιστη γύμνια, αλλά να δείξουν τη διαρκή ανάγκη δύο ανθρώπων να βρίσκονται μόνιμα σε επαφή, σε μια τοξική και αυτοκαταστροφική σχέση -για την οποία και οι δύο έχουν επίγνωση, αλλά δεν έχουν σκοπό να λήξουν.
Η μουσική είναι επίσης εξαιρετική. Σύγχρονες electro μπαλάντες «ντύνουν» τις σκηνές και, παρότι δεν ταιριάζουν χρονικά με την εποχή της ιστορίας, τελικά δένουν απρόσμενα καλά με το κλίμα της ταινίας και ενισχύουν το συναίσθημα.
Τα κοστούμια και τα σκηνικά κινούνται ανάμεσα στο παλιό και το μοντέρνο, με έντονα χρώματα και υπερβολικές λεπτομέρειες. Μπορεί να αγγίζουν κάποιες φορές το κιτς, όμως αυτή ακριβώς η υπερβολή δίνει χαρακτήρα στην ταινία και δείχνει πως το στιλ είναι βασικό κομμάτι της αφήγησης.
Ενδιαφέρον έχει και η επιλογή του υπόλοιπου καστ, όπως ο Σάζαντ Λατίφ ως Λίντον, ο σύζυγος της Κάθριν που υπομένει στωικά τον έρωτά της για τον Χίθκλιφ, ο οποίος προσδίδει στον χαρακτήρα μια ευαισθησία που σπάνια βλέπουμε σε προηγούμενες εκδοχές, ενώ και η ερμηνεία της Χονγκ Τσάου -υποψήφια για Όσκαρ για τη «Φάλαινα»- ως Νέλι, που αγαπά την πρωταγωνίστρια, αλλά γίνεται και αδίστακτη, είναι επίσης αξιόλογη. Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε την Άλισον Όλιβερ ως Μις Ιζαμπέλα, η οποία στην αρχή προσφέρει μια πιο διασκεδαστική πινελιά στην αφήγηση, αλλά ύστερα σε κάνει να σκέφτεσαι λίγο περισσότερο για την ανθρώπινη φύση, αλλά και τον Μάρτιν Κλουνς, ως πατέρας της Κάθριν, ο οποίος προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία.
Το βασικό ερώτημα είναι αν η ταινία περιορίζεται στην όμορφη εικόνα ή αν έχει ουσία. Η απάντηση είναι κάτι ενδιάμεσο. Η Έμεραλντ Φένελ δεν προσπαθεί να ακολουθήσει πιστά το βιβλίο της Μπροντέ, αυτό που την ενδιαφέρει είναι η ένταση του πάθους και η εμμονική αγάπη που κυριεύει τους ήρωες. Σε αυτό το κομμάτι, η ταινία πετυχαίνει. Ίσως να μην είναι τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» όπως το ξέρουμε, αλλά λειτουργεί πολύ καλά ως ξεχωριστή, αισθησιακή τραγωδία.
Δεν θα ικανοποιήσει τους θεατές που αναζητούν τη γοτθική μελαγχολία και τη λογοτεχνική πιστότητα, ενώ πολλοί ήταν εκείνοι που αναφέρονται στο ερωτικό στοιχείο ως υπερβολή. Όμως, όσοι αφεθούν στον ρυθμό της ταινίας και σε αυτόν τον θυελλώδη και επεισοδιακό έρωτα θα βρουν τον εαυτό τους να ξεχνούν την πραγματικότητα και να εύχονται οι τίτλοι τέλους να αργήσουν λίγο ακόμα…