Οι ταινίες της εβδομάδας: Σορεντίνο, Κούπερ και ένα ντοκιμαντέρ για τον Έλβις

Οι ταινίες της εβδομάδας: Σορεντίνο, Κούπερ και ένα ντοκιμαντέρ για τον Έλβις

Σορεντίνο, Κούπερ, Γεωργόπουλος, Ρουίθ ντε Αθούα και Λούρμαν συνθέτουν τις ταινίες της εβδομάδας, με πολιτικά πορτρέτα, αθλητικό δράμα, ιστορίες ενηλικίωσης και ένα ντοκιμαντέρ για τον Έλβις.

Αυτή την εβδομάδα, το «Μεγαλείο» του Πάολο Σορεντίνο θέλει να μας συστήσει έναν σοβαρό πολιτικό, ο Μπράντλεϊ Κούπερ αναλαμβάνει κα πάλι χρέη σκηνοθέτη στο «Παίζει ακόμα;», το αθλητικό δράμα του του Γιώργου Γεωργόπουλου έρχεται με θετικές εντυπώσεις από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η ιστορία ενηλικίωσης της Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα εκτινάσσει το ισπανικό  box-office, ενώ ο Μπαζ Λούρμαν υπογράφει ένα ντοκιμαντέρ για τον «Βασιλιά» Έλβις Πρίσλεϊ.

Το Μεγαλείο (La Grazia/Grace)

Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο

Παίζουν: Τόνι Σερβίλο, Άνα Φερζέτι, Μάσιμο Βεντουριέλο

Περίληψη:Η ιστορία του Προέδρου της Ιταλίας, ο οποίος στις τελευταίες ημέρες της θητείας του, έρχεται αντιμέτωπος με τα όρια της ευθύνης, της ηθικής και της προσωπικής του σιωπής και καλείται να πάρει σημαντικές αποφάσεις.

Η νέα ταινία του Πάολο Σορεντίνο («Η Τέλεια Ομορφιά») με τον αγαπημένο του πρωταγωνιστή, Τόνι Σερβίλο, ο οποίος κέρδισε στο Φεστιβάλ Βενετίας το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας.

Ο Μαριάνο Ντε Σάντις είναι ο Πρόεδρος της Ιταλίας, ένας άνθρωπος που βρίσκεται στις τελευταίες ημέρες της θητείας του και χαίρει γενικού σεβασμού για την ηθική του ακεραιότητα και τη συγκρατημένη του στάση στην πολιτική. Χήρος, πιστός Καθολικός και πρώην ανώτατος δικαστής, αντιμετωπίζει την εξουσία περισσότερο ως τελετουργικό καθήκον παρά ως πεδίο άσκησης ισχύος. Στην προσωπική του ζωή επιλέγει μια αυστηρή λιτότητα και εγκράτεια, επιτρέποντας σπάνια στον εαυτό του ένα τσιγάρο στα κρυφά. Στο πλευρό του βρίσκεται η κόρη του, Ντοροτέα, νομικός και η ίδια, η οποία δυσφορεί με τη διαρκή του αναβλητικότητα και την αδυναμία του να πάρει ξεκάθαρες αποφάσεις.

Καθώς οι μέρες κυλούν αργά, ο Μαριάνο καλείται να αποφασίσει για τρία κρίσιμα ζητήματα: την υπογραφή ενός νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας και δύο αιτήματα προεδρικής χάρης, που αφορούν εγκλήματα τα οποία διαπράχθηκαν μέσα σε συνθήκες ανθρώπινης απόγνωσης. Το ένα αφορά σε μια γυναίκα που δολοφόνησε τον άνδρα της, ο οποίος την κακοποιούσε, και το δεύτερο σε έναν ηλικιωμένο καθηγητή Ιστορίας που σκότωσε τη σύζυγό του, η οποία βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο του Αλτσχάιμερ. Ταυτόχρονα, προσπαθεί να συμβιβαστεί με την ιδέα πως η γυναίκα του τον είχε απατήσει, ενώ κάνει τα πάντα για να ανακαλύψει την ταυτότητα εκείνου του εραστή, που, κατά τη γνώμη του, μπορεί να είναι ο παλιός του φίλος και νυν υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος επιθυμεί να τον διαδεχθεί.

Ο Σορεντίνο δεν καταπιάνεται για πρώτη φορά με την πολιτική· εδώ, όμως, μετά τα «Il Divo» και «Loro», πλάθει ένα μυθοπλαστικό πρόσωπο, έναν σοβαρό πολιτικό, επιλογή που σίγουρα δηλώνει πολλά σε μια εποχή κατά την οποία η χώρα του μαστίζεται από τη διαφθορά, η ακροδεξιά ανεβαίνει συνεχώς στην Ευρώπη και οι πολίτες πλέον απαξιώνουν τα πολιτικά πρόσωπα. Βάζοντας, λοιπόν, στο επίκεντρο έναν άνδρα έντιμο, που βρίσκεται σε ηθικά, προσωπικά και κοινωνικά διλήμματα, ο Ιταλός auteur μοιάζει να μοιράζεται την ελπίδα με το κοινό του ότι μπορεί να συμβεί η αλλαγή, καθώς ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιόδους υπάρχουν κάποιες αξίες που παραμένουν σταθερές.

Αυτή τη σταθερότητα εκπροσωπεί αυτός ο φαντασιακός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που προσπαθεί να πράξει το δίκαιο, παλεύοντας  με τους δικούς του δαίμονες. Ταυτόχρονα, όμως, ο Σορρεντίνο απογυμνώνει τον θεσμό από το μεγαλείο του, αφήνοντας τον Μαριάνο να αναμετριέται κυρίως με την ευθύνη του και τη μνήμη. Η απονομή της χάρης αποκτά έτσι όχι μόνο πολιτική αλλά και υπαρξιακή διάσταση τόσο για τους άλλους όσο και τον ίδιο.

Παρά το έντονο στιλιζάρισμα, που συνηθίζει, και την κατά καιρούς ρητηρικότητα των διαλόγων, το πρόσωπο του Μαριάνο, που ερμηνεύει στιβαρά ο Τόνι Σερβίλο, προτείνει την πιθανότητα ότι ακόμη και σε περιόδους ηθικής σύγχυσης, η ακεραιότητα δεν είναι ουτοπία αλλά επιλογή. Και αυτή η διακριτική, συγκρατημένη αισιοδοξία είναι ίσως η πιο πολιτική χειρονομία του Σορεντίνο.

Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος

Παίζουν: Μορτ Κλωναράκης, Βαγγέλης Μουρίκης, Φιλίππα Κουτούπα, Μαρία Καλλιμάνη, Γιούλα Μπούνταλη, Τάσος Νούσιας



Περίληψη: Η Δάφνη, μια ταλαντούχα αθλήτρια του Τζούντο από ένα ακριτικό νησί, είναι έτοιμη να απλώσει τα φτερά της, να ακολουθήσει τον Δάσκαλο Γιούρι στην μεγάλη πόλη και να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών αγώνων.

Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου («Tungsten», «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για κάτι Πολύ Σοβαρό»), που κέρδισε πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Η Πάττυ, μια δεκαοχτάχρονη αθλήτρια του τζούντο από την Ικαρία, αποφασίζει να ανοίξει τα φτερά της και να ακολουθήσει τον sensei ( δάσκαλο) Γιούρι στην Αθήνα, για να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Γιούρι, που για άγνωστους λόγους έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο του τζούντο τα τελευταία χρόνια, επιστρέφει αναζητώντας μια καινούργια αρχή, ενώ η Δάφνη μεταβαίνει από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στον απαιτητικό κόσμο της ενηλικίωσης. Στην πορεία της θα έρθει αντιμέτωπη με την ερωτική επιθυμία, την προδοσία και κάποιες οδυνηρές αλήθειες. Τότε η Πάττυ, που το όνομά της θεωρείται από τις συναθλήτριές της «πολύ κοριτσίστικο» για τον σκληρό κόσμο του πρωταθλητισμού, πρέπει να ανακαλύψει τον εαυτό της και να καταλάβει τι θέλει πραγματικά.

Αθλητής του τζούντο στο παρελθόν και ο ίδιος, αλλά και φαν των αθλητικών δραμάτων, ο Γεωργόπουλος καταπιάνεται με ένα ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα είδος, αλλά και με ένα άθλημα για το οποίο δεν γνωρίζουμε πολλά. Το τζούντο δεν είναι απλώς μια πολεμική τέχνη, αλλά μια πανάρχαια τεχνική που διέπεται από συγκεκριμένες αρχές και κώδικες. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, όπου η επαφή είναι αναπόφευκτη, η νεαρή Πάττυ (εξαιρετικός ο Μορτ Κλωναράκης στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση) και ο λιγομίλητος μέντοράς της (πάντα επί της ουσίας και λιτός ο Βαγγέλης Μουρίκης) έρχονται αντιμέτωποι με ηθικά και προσωπικά διλήμματα.

Το κίνημα #MeToo κατέχει τη δική του θέση σε αυτή την πορεία ενηλικίωσης, με τον Γεωργόπουλο να διερευνά το ζήτημα με αντικειμενική ματιά, χωρίς να δικαιολογεί κανέναν, φωτίζοντας τις ρωγμές των ανθρώπινων χαρακτήρων, εντός και εκτός τατάμι. Οι σκηνές της προπόνησης και των αγώνων είναι σκηνοθετημένες με ενέργεια και ένταση, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες του πρωταθλητισμού στην Ελλάδα.

 Στην πιο ώριμη ταινία του, ο Γεωργόπουλος θίγει παράλληλα ζητήματα έμφυλης ταυτότητας και διαπραγματεύεται το θέμα της νίκης και της ήττας με ένα τρυφερό και ευαίσθητο βλέμμα, χωρίς να φοβάται να δώσει και απαντήσεις, όταν χρειάζεται.

Παίζει Ακόμα; (Is This Thing On?)

Σκηνοθεσία:  Μπράντλεϊ Κούπερ

Παίζουν: Γουίλ Άρνετ, Λόρα Ντερν, Άντρα Ντέι, Μπράντλεϊ Κούπερ



Περίληψη: Καθώς ο γάμος του διαλύεται, ο Άλεξ αντιμετωπίζει τη μέση ηλικία και το διαζύγιο, αναζητώντας έναν νέο σκοπό στη σκηνή της κωμωδίας της Νέας Υόρκης. Εν τω μεταξύ, η σύζυγός του, Τες, αντιμετωπίζει τις θυσίες που  έκανε για την οικογένειά τους.

Ο Γουίλ Αρνέτ και η Λόρα Ντερν συμπρωταγωνιστούν στην remarriage κωμωδία του Μπράντλεϊ Κούπερ.

Με τον γάμο τους υπό διάλυση, ο Άλεξ και η Τες βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι, τόσο ως ζευγάρι όσο και ως προσωπικότητες. Αντιμέτωπος με την κρίση μέσης ηλικίας και το επικείμενο διαζύγιο, ο Άλεξ αναζητά έναν νέο σκοπό στη stand-up comedy σκηνή της Νέας Υόρκης, που λειτουργεί με έναν τρόπο ψυχοθεραπευτικά και του επιτρέπει να συνειδητοποιήσει ότι δεν ήταν δυστυχισμένος με την Τες, αλλά ότι ο γάμος τους κατέληξε να είναι δυστυχισμένος.

Η Τες, από την πλευρά της, προσπαθεί να επανεκτιμήσει τη ζωή της ως προπονήτρια βόλεϊ και να αναλογιστεί τις θυσίες που έκανε για την οικογένειά τους. Οι δυο τους καλούνται να βρουν έναν τρόπο να μεγαλώσουν μαζί τα παιδιά τους και να συμφιλιωθούν με τις αλλαγές που συμβαίνουν μέσα τους. Μπορεί η αγάπη και η δέσμευση να πάρουν μια νέα μορφή;

Εμπνευσμένη από τη ζωή του σχετικά άγνωστου Βρετανού πρώην ποδοσφαιριστή και περφόρμερ Τζον Μπίσοπ, η νέα ταινία του Κούπερ, όπου εμφανίζεται και ο ίδιος σε  δεύτερο ρόλο, καταγράφει τη ζωή του με ρεαλισμό και προβληματισμό, χωρίς να υποδαυλίζει μια πιθανή ευτυχία. Η stand-up comedy προσέγγιση προσφέρει μια θεατρικότητα που σώζει την κατάσταση από το μελόδραμα, προσθέτοντας μερικές χιουμοριστικές πινελιές, που όμως δεν μπορούν να υπερβούν το γεγονός ότι τα όσα βλέπουμε  στην οθόνη παραμένουν μια ιστορία για μια προνομιούχα τάξη, που επί της ουσίας δεν έχει και τρομερά θέματα να επιλύσει. Έτσι, η περίπτωση ενός διαζυγίου απλώς γίνεται η αφορμή για ένα νέο ξεκίνημα, χωρίς όμως συνέπειες.

Όλες οι Κυριακές (Los Domingos)

Σκηνοθεσία: Αλάουντα Ρουΐθ ντε Αθούα

Παίζουν: Μπλάνκα Σορόα, Πατρίσια Λοπέζ Αρνάιζ, Μιγκέλ Γκαρσές, Χουάν Μινουχίν



Περίληψη: Η δεκαεφτάχρονη Αϊνάρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής της: πρέπει να αποφασίσει τι θα σπουδάσει, ενώ αισθάνεται πως θέλει να αφιερωθεί στον Θεό, γεγονός που θα ταράξει το οικογενειακό της περιβάλλον.

Η Τρίτη ταινία της Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα, μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στην Ισπανία,  που έχει κερδίσει το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, ενώ είναι υποψήφια για 13 Βραβεία Γκόγια.

Η Αϊνάρα, μια ευφυής και ιδεαλίστρια έφηβη από το Μπιλμπάο, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή στη ζωή της: πρέπει να επιλέξει τι σπουδές θα ακολουθήσει – ή τουλάχιστον αυτό ελπίζει η οικογένειά της. Ωστόσο, η ίδια αισθάνεται ότι το μέλλον της μπορεί να βρίσκεται κοντά στον Θεό. Έτσι, ζητάει άδεια από τον χήρο πατέρα της, που παλεύει με τα χρέη και τη δυσκολία να μεγαλώσει μόνος του τρία παιδιά, να μείνει για δεκαπέντε ημέρες σε μια απομονωμένη μονή, προκειμένου να ανακαλύψει την αληθινή της κλίση.

Η θεία της Μάιτε, δηλωμένη άθεη, αντιδρά στην απόφασή της με ένταση, ενώ η γιαγιά και ο θείος της εμφανίζονται πιο διαλλακτικοί. Καθώς οι φίλοι της αρχίζουν να εξερευνούν τις χαρές και τις αναστατώσεις της εφηβείας – να ερωτεύονται, να βγαίνουν, να βιώνουν πρωτόγνωρες ελευθερίες – η Αϊνάρα νιώθει όλο και πιο διχασμένη ανάμεσα στα συμβατικά κοινωνικά πλαίσια και σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο: εκείνον της απόλυτης αφοσίωσης στον Θεό. Την ίδια στιγμή που βιώνει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα με ένα αγόρι, μέσα της ανάβει μια αναπάντεχη έλξη προς την ασκητική ζωή στο μοναστήρι.

Η Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα χρησιμοποιεί ως αφορμή την επιθυμία ενός σύγχρονου κοριτσιού να ακολουθήσει έναν ανορθόδοξο δρόμο για την εποχή της, προκειμένου να εξετάσει πώς τελικά η οικογένεια λειτουργεί ως πεδίο αντιπαραθέσεων και διαφορετικών οπτικών πάνω στην πίστη σε μια σύγχρονη κοινωνία. Για άλλους, η απόφαση της Αϊνάρα μπορεί να μοιάζει με φυγή – μια προσπάθεια να συμβιβαστεί με την απώλεια της μητέρας της, τη νέα ζωή του πατέρα της ή τα προσωπικά της αδιέξοδα· ίσως είναι αποτέλεσμα της επιρροής των ιερέων και των καλογριών που τη καθοδηγούν στο σχολείο. Για τη Ρουίθ ντε Αθούα, όμως, η επιθυμία της είναι ειλικρινής – όντως κάτι «μιλά» μέσα της, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται αυτό στον περίγυρό της.

Η σκηνοθέτρια δεν φαίνεται να επικυρώνει ανοιχτά την επιλογή της ηρωίδας· αντίθετα, τη φέρνει αντιμέτωπη με το περιβάλλον της, που αποτελείται από ανθρώπους που την αγαπούν και τη νοιάζονται, μετατρέποντας την απόφασή της σε καθρέφτη των δικών τους ιδεολογιών και αναγκών. Μπορεί ο πατέρας της να θέλει απλώς να απαλλαγεί από ένα ακόμη βάρος· μπορεί η ηγουμένη να τη διεκδικεί για να ενισχύσει τη μονή της· μπορεί και η ίδια η Αϊνάρα να είναι μπερδεμένη, όπως κάθε έφηβη στην ηλικία της. Όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά.

Η Ρουίθ ντε Αθούα παρακολουθεί στενά τους ήρωές της, παρατηρεί τις σιωπές τους και τις μικρές εσωτερικές μετατοπίσεις τους, χωρίς να παίρνει σαφή θέση. Αντί να δώσει απαντήσεις, φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με τις δικές του πεποιθήσεις, όπως ακριβώς και ο περίγυρος της Αϊνάρα έρχεται αντιμέτωπος με τη δική της απόφαση. Έτσι, ανοίγει έναν ουσιαστικό διάλογο για το πώς μια σύγχρονη κοινωνία συχνά αντιμετωπίζει με καχυποψία οτιδήποτε δεν συμβαδίζει με τα δεδομένα της.

Epic: Elvis Presley σε Μια Μοναδική Συναυλία (EPiC: Elvis Presley in Concert)

Σκηνοθεσία: Μπαζ Λούρμαν

Περίληψη: Ένα ντοκιμαντέρ για τον Βασιλιά του rock n' roll, με σπάνιο υλικό από ηχογραφήσεις, πρόβες και τα σόου του στο Λας Βέγκας.

Ο Μπαζ Λούρμαν, τέσσερα χρόνια μετά τη βιογραφική ταινία «Elvis», με πρωταγωνιστή τον Όστιν Μπάτλερ, επιστρέφει στον θρύλο του «Βασιλιά» με ένα ντοκιμαντέρ, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Τορόντο.

Ανακαλύπτοντας σπάνιο αρχειακό υλικό που παρέμενε ανέκδοτο για δεκαετίες, ο Λούρμαν επιχειρεί μέσα από αποκατεστημένες συναυλιακές εικόνες της δεκαετίας του ’70 να δείξει τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Περιλαμβάνει επίσης πλάνα από τα πρώτα χρόνια της επιτυχίας της, την κατάταξη στον αμερικανικό στρατό και την επιστροφή του στον κινηματογράφο– με το μεγαλύτερο βάρος να δίνεται στην επιστροφή του στη σκηνή, με τις απανωτές εμφανίσεις του στο Λας Βέγκας. Οι αισθαντικές ερμηνείες του Έλβις, ο ιδρώτας του επί σκηνής, ο εκρηκτικός του χορός κυριαρχούν σε κάθε πλάνο. Ωστόσο, η ταινία αποτυγχάνει να συνδέσει αυτές τις εικόνες με την προσωπική του ζωή ή την ψυχολογική του κατάσταση.

Η σκηνική γοητεία και το ταλέντο του Πρίσλεϊ δίνουν ρυθμό και ένταση, αλλά δεν αρκούν για να συνθέσουν την αληθινή εικόνα του ανθρώπου πίσω από το είδωλο. Έτσι, το φιλμ τελικά λειτουργεί περισσότερο ως συναυλιακή αποθέωση του Βασιλιά του Ροκ εν Ρολ παρά ως ψυχογραφικό πορτρέτο. Καταφέρνει, όμως, να ξαναζωντανέψει τη σκηνική του παρουσία και να μας θυμίσει γιατί ο Έλβις παραμένει ένας αξεπέραστος performer.

Παίζονται ακόμα:

Scream 7

Σκηνοθεσία: Κέβιν Γουίλιαμσον

Παίζουν: Νιβ Κάμπελ, Κόρτνεϊ Κοξ, Μέισον Γκούντινγκ, Γιασμίν Σαβόι-Μπράουν, Ιζαμπέλ Μέι, ΜακΚένα Γκρέις

Περίληψη: Ένας νέος Ghostface εμφανίζεται στην πόλη, όπου η Σίντνεϊ Πρέσκοτ έχει χτίσει τη νέα της ζωή. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους πιο σκοτεινούς της φόβους, όταν συνειδητοποιεί πως η κόρη της είναι ο επόμενος στόχος.

Το επιτυχημένο horror franchise επιστρέφει μαζί με την Νέβι Κάμπελ στον εμβληματικό ρόλο της Σίντεϊ από τις πέντε πρώτες ταινίες.

Η Σίντνεϊ Πρέσκοτ έχει καταφέρει να χτίσει μια νέα, ήρεμη ζωή μακριά από το ματωμένο παρελθόν του Woodsboro. Ωστόσο, οι πιο σκοτεινοί της φόβοι γίνονται πραγματικότητα όταν ένας νέος δολοφόνος Ghostface εμφανίζεται στην πόλη της. Αυτή τη φορά, το διακύβευμα είναι πιο προσωπικό από ποτέ, καθώς η κόρη της γίνεται ο επόμενος στόχος του μασκοφόρου δολοφόνου. Αποφασισμένη να προστατεύσει την οικογένειά της με κάθε κόστος, πρέπει να βρει τη δύναμη να αντιμετωπίσει για άλλη μια φορά τους τρόμους του παρελθόντος της, ελπίζοντας να βάλει ένα οριστικό τέλος στην αιματοχυσία μια για πάντα.

Ο Κέβιν Γουίλιαμσον, σεναριογράφος των δύο πρώτων ταινιών, καθώς και του τέταρτου sequel του 2011, αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία, εγγυώμενος την πιστότητα στο πνεύμα του franchise.

Μπιτσκόμπερ

Σκηνοθεσία: Αριστοτέλης Μαραγκός

 Παίζουν: Χρήστος Πασσαλής, Αλίκη Ανδρειωμένου, Στάθης Κόκκορης, Σωτήρης Μπέλσης, Λευτέρης Πολυχρόνης, Ελένη Καραγεώργη, Γιούλα Μπουντάλη, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Αχιλλέας Χαρίσκος, Ακύλλας Καραζήσης

Περίληψη: Γιος ναυτικού που χάθηκε στη θάλασσα, ο Ηλίας προσπαθεί να συνεχίσει την πατρική κληρονομιά. Όταν βρίσκει θαμμένο στην άμμο ένα παλιό καράβι που έχει ξεβράσει η θάλασσα, αποφασίζει να κυνηγήσει το όνειρό του.

Πρώτη μεγάλου μήκους live-action για τον Αριστοτέλη Μαραγκό, που απέσπασε τον Αργυρό Αλέξανδρο και Ειδικό Βραβείο Φωτογραφίας για τον Γιώργο Καρβέλα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Ηλίας ονειρεύεται να πλεύσει στις ανοιχτές θάλασσες, κυνηγώντας τη σκιά της κληρονομιάς του ναυτικού πατέρα του. Όταν, σαν οφθαλμαπάτη, η μοίρα του εμφανίσει μπροστά του ένα καράβι από παλιοσίδερα, θα τον καλέσει να το φτιάξει από την αρχή και να αποδείξει, εάν η σκουριά της ζωής του μπορεί να αντέξει το ταξίδι.

Η ταινία είναι εμπνευσμένη από γράμματα του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη Νίκου Καββαδία και βρίσκεται σε ανοιχτή συνομιλία με το έργο του. Οι χαρακτήρες της ταινίας μοιράζονται τα ίδια πάθη, τις ίδιες αγωνίες, την ίδια λαχτάρα για τη θάλασσα και την ναυτοσύνη.

Τσάρλι ο Σούπερ-Σκύλος (Charlie the Wonderdog)

Σκηνοθεσία: Σέι Γουέιτζμαν

Με τις φωνές των (στα ελληνικά): Ραφαήλ Αριστοτέλους, Χρήστου Λαγκούση, Δημήτρη Κανέλλου, Μυρτώς Ναούμ, Θανάση Χαλκιά, Μαριλένας Λιακοπούλου



Περίληψη: Όταν οι εξωγήινοι απαγάγουν τον αγαπημένο σκύλο του νεαρού Ντάνι, τον Τσάρλι, του δίνουν υπερδυνάμεις. Έτσι, μεταμορφώνεται στον Σούπερ-Σκύλο και σώζει τον πλανήτη. Κάποια στιγμή, όμως, θα εμφανιστεί ο πανούργος γάτος Πούντι, έχοντας ένα διαβολικό σχέδιο, που οι δυο φίλοι πρέπει να σταματήσουν με κάθε τρόπο.

Μια αστεία και συγκινητική ιστορία για τη φιλία και την αφοσίωση, ιδανική για όλη την οικογένεια.

Ο Ντάνι, ένα νεαρό και ντροπαλό αγόρι, φαντάζεται έναν ονειρικό κόσμο στον οποίο αυτός και ο αγαπημένος του σκύλος, ο Τσάρλι, πρωταγωνιστούν στις δικές τους περιπέτειες υπερηρώων. Όταν εξωγήινοι απαγάγουν μυστηριωδώς τον Τσάρλι, αυτός επιστρέφει με πραγματικές υπερδυνάμεις ως ο Τσάρλι ο Σούπερ-Σκύλος, ο πιο σπουδαίος και αγαπητός υπερήρωας που γνώρισε ποτέ ο κόσμος!

Στην αρχή, ο Ντάνι είναι ενθουσιασμένος που βλέπει τον καλύτερό του φίλο να γίνεται ένας αληθινός ήρωας, σώζοντας ανθρώπους, σταματώντας καταστροφές και κερδίζοντας θαυμασμό παγκοσμίως. Όμως, καθώς η φήμη του εκτοξεύεται, ο Ντάνι βρίσκεται όλο και περισσότερο στο περιθώριο. Το άλλοτε αχώριστο δίδυμο πλέον ζει σε διαφορετικούς κόσμους – ο ένας προσγειωμένος στην πραγματικότητα, ο άλλος πετάει ψηλά στους ουρανούς. Ο Τσάρλι ο Σούπερ-Σκύλος πολιορκείται από τα μέσα ενημέρωσης, λατρεύεται από εκατομμύρια ανθρώπους και καλείται ακόμα και από την Πρόεδρο για να επέμβει, όταν ένας δορυφόρος κινδυνεύει να πέσει. Ο Ντάνι μπορεί να παρακολουθεί μόνο από το παρασκήνιο, νοσταλγώντας τις μέρες που ήταν μόνοι οι δυο τους.

Ωστόσο, δεν είναι όλοι θαυμαστές του Σούπερ-Σκύλου. Η ραγδαία άνοδός του εξοργίζει το διαβολικό γάτο της διπλανής πόρτας, τον Πάντι, ο οποίος διαθέτει τις δικές του απίστευτες υπερδυνάμεις. Μαζί με τη  γατο-συμμορία του καταστρώνουν ένα σχέδιο για να εκθρονίσουν τον Σούπερ-Σκύλο, να υποτάξουν τους ανθρώπους και να τοποθετήσουν τις γάτες στην κορυφή του κόσμου.

Κατηγορούμενος άδικα και παγιδευμένος από την παρέα του Πάντι, ο Τσάρλι χάνει τη δόξα του και καταδικάζεται σε κατ’ οίκον περιορισμό. Με τη φήμη του να καταρρέει, πέφτει σε βαθιά κατάθλιψη, εγκαταλείποντας τις ηρωικές του υποχρεώσεις και βυθίζοντας τον εαυτό του στην απελπισία. Αλλά με τη μοίρα του κόσμου να κρέμεται από μια κλωστή, πρέπει να ξαναβρεί τον ήρωα μέσα του. Με τον Ντάνι να πιστεύει ακλόνητα σε αυτόν, ο Τσάρλι πρέπει να σηκωθεί ξανά, να νικήσει τον Πάντι και να σώσει την ανθρωπότητα πριν να είναι πολύ αργά!

Όλοι οι Ρεμπέτες του Ντουνιά

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τράγκαλος

Περίληψη: Η ιστορία της The Famous SOAS Rebetiko Band, ενός συγκροτήματος με μουσικούς απ’ όλο τον κόσμο και έδρα το Λονδίνο, το οποίο παίζει ρεμπέτικα.

 Ντοκιμαντέρ για μια ορχήστρα αφιερωμένη στη διάδοση του ρεμπέτικου σε όλη την Ευρώπη.

 The Famous SOAS Rebetiko Band είναι μια ρεμπέτικη μπάντα που δημιουργήθηκε στο School of Oriental and African Studies (SOAS) του Πανεπιστημίου Λονδίνου, με έμφαση στο παραδοσιακό ρεμπέτικο και στο πώς αυτό το είδος συνδέεται με τον πολιτισμό των πόλεων, τη μετανάστευση και τις μουσικές διασταυρώσεις της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Οι μουσικοί της ορχήστρας κατάγονται από διαφορετικές χώρες, αλλά έχουν ένα κοινό στοιχείο: όλοι τους αγαπούν με πάθος το ρεμπέτικο τραγούδι.

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τράγκαλος ακολούθησε αρκετές φορές αυτή την ορχήστρα — στην Κωνσταντινούπολη, τον Πειραιά, την Ύδρα και το Λονδίνο — και με την κάμερά του κατέγραψε σκηνές από τις συναυλίες, συνέδρια για το ρεμπέτικο, ομιλίες, μουσικές βραδιές και θέατρο σκιών, δείχνοντας πώς η μουσική ενώνει κοινά ανθρώπων από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς.