Ο λόρδος Βύρων, ο Martin Parr και η Ακρόπολη των άλλων: Η Συλλογή Ειρήνης Παναγοπούλου ταξιδεύει στο Λονδίνο
Το Hellenic Centre του Λονδίνου φιλοξενεί την πρώτη έκθεση της Συλλογής Ειρήνης Παναγοπούλου εκτός Ελλάδας, με ένα βλέμμα στην Ελλάδα όπως τη φαντάστηκαν, θυμήθηκαν και επινόησαν ξανά οι καλλιτέχνες.
Στην Paddington Street, στη βρετανική πρωτεύουσα, ένα banner με το πορτρέτο του λόρδου Βύρωνα δίνει τον τόνο στην είσοδο του Hellenic Centre. Εκεί παρουσιάζεται η έκθεση «Revisiting: Fernweh, or Nostalgia for Unknown Lands», σε επιμέλεια της Κατερίνας Χατζή.
«Η έκθεση αποτελεί την πρώτη παρουσίαση της Συλλογής Ειρήνης Παναγοπούλου εκτός Ελλάδας», μας λέει η Κατερίνα Χατζή, έναν χρόνο μετά τα εγκαίνια του χώρου της Συλλογής Ειρήνης Παναγοπούλου στην Αθήνα, και σηματοδοτεί παράλληλα την έναρξη μιας σειράς συνεργασιών με πολιτιστικούς οργανισμούς, που θα αναπτυχθούν το προσεχές διάστημα.
Η Συλλογή Ειρήνης Παναγοπούλου ταξιδεύει στο Λονδίνο
Ο τίτλος δανείζεται τη γερμανική λέξη Fernweh, που σημαίνει κατά λέξη «πόνος για μακρινά μέρη». Η έκθεση αντλεί από τον ρομαντικό πόθο για το ανέφικτο, μέσα από το πρίσμα της γνώσης, της μνήμης και της φαντασίας.
Ο αφηγηματικός άξονας είναι σαφής. «Αναπτύσσεται γύρω από το βλέμμα 15 διεθνών καλλιτεχνών το οποίο είναι στραμμένο προς την Ελλάδα, μέσα από 17 έργα τέχνης που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα μέσων όπως γλυπτική, ζωγραφική, φωτογραφία, χαρακτική, κολάζ και βίντεο, από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα».
Αφετηρία είναι η έκδοση «Voyage pittoresque de la Grèce, 1782–1822» του Γάλλου διπλωμάτη Choiseul-Gouffier, που επηρέασε σημαντικά το ρομαντικό ιδεώδες της ελληνικής αρχαιότητας και ενίσχυσε το Φιλελληνικό κίνημα. Από εκεί, τα έργα των Kader Attia, Lynda Benglis, Vlassis Caniaris, Marc Chagall, Brice Marden, Martin Parr, Elizabeth Peyton, Sean Scully, Thomas Struth και άλλων διερευνούν διαφορετικές όψεις της Ελλάδας, από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Η πιο εύγλωττη εικόνα του διαλόγου ανάμεσα στο ρομαντικό και το σημερινό βλέμμα βρίσκεται σε μια γωνία της αίθουσας. Στη μεγάλη φωτογραφία «Acropolis. Athens, Greece, 1997» του Martin Parr, ένας τουρίστας με ριγέ πουκάμισο φωτογραφίζει μια ομάδα επισκεπτών με φόντο τον Παρθενώνα.
Σύμφωνα με την επιμελήτρια, ο Parr «πολύ εύστοχα αποτύπωσε τη μεταβολή του Παρθενώνα από το εμβληματικό “λίκνο του δυτικού πολιτισμού” στο σύμβολο του μαζικού τουρισμού και της παγκόσμιας πολιτιστικής κατανάλωσης».
Η ίδια η έννοια της νοσταλγίας για άγνωστους τόπους κρύβει, όπως παραδέχεται, μια αντίφαση, «καθώς συνήθως νοσταλγούμε κάτι το οποίο μας είναι οικείο». Εξηγεί γιατί την επέλεξε: «Ήθελα να τονίσω την έμφυτη ανάγκη μας να εξερευνήσουμε και να ανακαλύψουμε το άγνωστο».
Και προσθέτει πως η ρομαντική ευαισθησία δεν είναι ξεπερασμένη: «Υπό αυτή την έννοια, η ρομαντική ευαισθησία δεν αποτελεί απλώς ένα κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά εξακολουθεί να διαπερνά το σύγχρονο βλέμμα».
Το πορτρέτο του λόρδου Βύρωνα, που κοσμεί και το banner της εισόδου, φέρνει στο προσκήνιο τον φιλελληνισμό. Η Κατερίνα Χατζή αποφεύγει να μιλήσει εκ μέρους του βρετανικού κοινού, θυμίζει όμως ότι ο ποιητής, πέρα από τη λογοτεχνική του συμβολή, «υποστήριξε εμπράκτως την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία και αναδείχθηκε σε εμβληματική μορφή του Φιλελληνικού κινήματος».
Σήμερα, εκτιμά, η εξιδανίκευση αυτή διαβάζεται αλλιώς: «Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται πλέον αποκλειστικά ως ένα εξιδανικευμένο σύμβολο της αρχαιότητας, αλλά ως ένας ζωντανός, σύνθετος και μεταβαλλόμενος πολιτισμικός χώρος, του οποίου η ταυτότητα διαμορφώνεται μέσα από εσωτερικές διεργασίες και διεθνείς ανταλλαγές».
Το Λονδίνο, όπου φυλάσσονται τα γλυπτά της μετόπης του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο, προσδίδει στην έκθεση ιδιαίτερο βάρος. Το πρώτο έργο που αντικρίζει ο επισκέπτης είναι το «Repaired Sculptures 4» (2014) του Kader Attia, με την Αθηνά της Ολυμπίας από το Λούβρο, «ραμμένη» με κόκκινη κλωστή.
«Αυτό το ζήτημα δεσπόζει στην έκθεση καθώς είναι το πρώτο που αντικρίζει κάποιος που εισέρχεται στον χώρο της έκθεσης», τονίζει η επιμελήτρια. Το «Grove Addenda III» (1973–1974) του Brice Marden, με τα γλυπτά της μετόπης, κατά την ίδια «καθιστά επίκαιρη τη συζήτηση γύρω από την πολιτισμική ιδιοκτησία, και τον ρόλο του οικουμενικού μουσείου ως θεματοφύλακα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς».
Στο ίδιο πλαίσιο, η μνημειακή φωτογραφία «Acropolis Museum, Athens, 2009» του Thomas Struth, με τον αρχαιολογικό χώρο κάτω από το Μουσείο της Ακρόπολης, κάνει ορατά τα πολλαπλά στρώματα της ιστορίας. Δείχνει, όπως εξηγεί η Κατερίνα Χατζή, πώς τα μουσεία διαμεσολαβούν και επανερμηνεύουν την ιστορία και τις σχέσεις εξουσίας μέσα από την αρχιτεκτονική, την επιμέλεια και τους τρόπους παρουσίασης.
Για το τι ακολουθεί, η Κατερίνα Χατζή εξηγεί πως προς το παρόν δεν υπάρχει κάποια ανακοινώσιμη δράση εκτός Ελλάδας, ενώ η επόμενη έκθεση ετοιμάζεται για τον χώρο της Συλλογής στην Αθήνα, τον Μάιο. Ο ελληνικός πυρήνας, πάντως, δεν κινδυνεύει: «Η συλλογή που ξεκίνησε να διαμορφώνεται πριν δύο δεκαετίες ήταν εξαρχής διεθνής με επίκεντρο την Ελλάδα και παραμένει ενεργή».
info:
Revisiting: Fernweh, or Nostalgia for Unknown Lands
The Hellenic Centre, 16–18 Paddington Street, Marylebone, London
Έως 7 Νοεμβρίου 2026
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη, Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο 11:00–17:00 · Πέμπτη 11:00–20:00. Επιπλέον, την Κυριακή 18 Οκτωβρίου, 11:00–17:00
Είσοδος: Ελεύθερη