«Του Αιθέρα και της Θάλασσας»: Μια έκθεση που απελευθερώνει το πνεύμα της Ύδρας
H έκθεση γλυπτών και ζωγραφικής της Βένιας Δημητρακοπούλου στο Ιστορικό Αρχείο- Μουσείο Ύδρας κινείται ανάμεσα στο φως, τον αιθέρα και τη θάλασσα.
Στοιχεία ταυτόσημα με τον πυρήνα των νησιών, δημιουργούν έναν μεταιχμιακό τόπο που επιστρέφει στην ελληνικότητα και τα πλάσματα των μύθων.
Αν η Κοπεγχάχη έχει τη μικρή γοργόνα του Άντερσεν στο λιμάνι της, η Ύδρα έχει τη δική της. Πριν από τη δρύινη πόρτα του Ιστορικού Αρχείου-Μουσείου Ύδρας, στον προθάλαμο του ισογείου σε χαιρετίζει μια γοργόνα θραυσματική, με σπασμένη την ουρά. Μικροσκοπική και ευάλωτη, με το ειδοποιό στοιχείο της υπόστασής της να εκλείπει.
Η Βένια Δημητρακοπούλου συγκινημένη από αυτή την εικόνα ξεκίνησε τον περασμένο Μάρτιο να δημιουργεί τα γλυπτά της για την έκθεση «Του Αιθέρα και της Θάλασσας», που στεγάζονται στον δεύτερο όροφο του Μουσείου. Στην είσοδό του, το μεγάλο μπλε μεταλλικό της γλυπτό, «Anadyomene, 2026» με τις δίκοχες ουρές, αποκαθιστά τη δύναμη σε αυτό το πλάσμα του βυθού και των μυστηρίων της θάλασσας.
Ανάμεσα στα ξυλόγλυπτα ακροστόλια των υδραίικων πλοίων του Αγώνα, τα μυθικά ψάρια και τις σειρήνες με τις φιδογυριστές ουρές, τα γλυπτά της Βένιας Δημητρακοπούλου αντλούν από τη ναυτική ιστορία του νησιού και βρίσκουν τη δική τους θέση σε έναν χώρο «που πλημμυρίζει από ουρανό και θάλασσα», όπως παρατηρεί. Και είναι σε αυτή την χαραμάδα του ενδιάμεσου, μεταξύ βάθους και επιφάνειας, τυχαιότητας και γένεσης, του άυλου του συναισθήματος και της υλικότητας της μορφής, που η ίδια γίνεται δέκτης και αντλεί από το κάλεσμα του φυσικού τοπίου.
Η Θάλασσα, και ο πατέρας της στην ελληνική μυθολογία, ο Aιθέρας. Ο μύθος και τα διακριτικά του αλλά και η νεότερη ελληνική ιστορία, η πηγή που καθοδηγεί τα έργα της. Η καλλιτέχνης μετασχηματίζει την ύλη, το μάρμαρο, το χαρτί και το μέταλλο, αναζητώντας την πνευματικότητά τους και δημιουργώντας μορφές υβριδικές, που ίπτανται ή αναδύονται «από τα έγκατα της μνήμης», όπως το θέτει η επιμελήτρια της έκθεσης Ελένη Βαροπούλου.
Η έκθεση ως μία «συνέχεια της εικαστικής έρευνας της δημιουργού γύρω από τον ελληνικό μύθο και το μάρμαρο» έχει ιδιαίτερη σημασία στο πώς μετέρχεται το πρωτογενές αυτό υλικό. Στα έργα της Βένιας Δημητρακοπούλου, όπως το «Πτερύγιο από την Άβυσσο», το σμίλεμα φτάνει στην ύψιστη μορφή λεπτότητας.
Το μάρμαρο σχεδόν διάφανο, στα όριά του, σαν φύλλο από ρυζόχαρτο ανάμεσα σε σελίδες φωτογραφικών αναμνήσεων, μοιάζει να εκτίθεται πια σε όλη του την ευαισθησία. Στην «Επιβλητική Ανάδυση», το μάρμαρο λείο και ταυτόχρονα τραχύ, μέσα από αυτή τη διττότητα κρατά τις αδρές, ανεπεξέργαστες ποιότητές του, αποκαλύπτοντας ανοικτά τα τρωτά του σημεία. Μαζί με τον μύθο και η ιερότητα. Στο έργο «Το Μήνυμα της Αυγής», το μάρμαρο, με το σχήμα επιτύμβιας στήλης φέρνει στο φως το τόξο μίας λεπτής γυναικείας μορφής, σχεδόν βυζαντινής, που ξεπροβάλλει σαν άγγελος, υπερβαίνοντας τα δεσμά της ύλης.
Παρατηρώντας τα γλυπτά, το πιο ενδιαφέρον είναι η ενσωμάτωση της φυσικής αντίδρασης στον εννοιολογικό προσανατολισμό της έκθεσης. Στη «Γοργόνα με τον Αυλό», από ροδόχρωμο μάρμαρο Rosso Portogallo, η εμφάνιση μιας απρόσμενης γραμμής, όμοιας με φλέβα σε ένα υλικό ζωντανό, που πάλλεται, οδήγησε στη μετατόπιση της μορφής, εναρμονίζοντάς την με αυτήν και λαμβάνοντας τον συμβολισμό της μουσικής. Το να αλλάζεις τον ρου του έργου ενέχει μια αναλογία με το να προσαρμόζεσαι στην ίδια τη ζωή, με τις αναπάντεχες εξελίξεις της. Το νευρώδες μάρμαρο και οι απολήξεις του εκδηλώνονται με την ίδια διαύγεια και στο έργο «Ξεπροβάλλοντας από τα Κύματα».
Το πράσινο χρώμα που ξεχώρισε στην επιφάνεια, θυμίζει τα βότσαλα, που διαβρώνονται και αποκτούν τα χρώματά τους από την επαφή με τη θάλασσα. Αυτό το χρώμα είναι που έφερε η επιμελήτρια στο περιβάλλον της έκθεσης σαν μια γόνιμη προέκταση. Το πράσινο πλαισιώνει τον τοίχο της αίθουσας, σαν μια εύλογη αντανάκλαση αυτού του φυσικού αποτυπώματος.
Στη σειρά των ζωγραφικών της έργων, «Ωκεάνιοι Αιθέρες», από σινική μελάνη σε χειροποίητο χαρτί, ο καμβάς μοιάζει με πανί κόντρα στον άνεμο, που κρατά ως αποτύπωμα τα αέρινα νεύματα πάνω στο νερό. Ένας σεισμογράφος των θαλάσσιων ρευμάτων, που καταγράφει εκείνη την κυματοειδή γραμμή, που διακρίνεται στον ορίζοντα. με αποχρώσεις του μπλε και του μαύρου. Του γαλήνιου και του ανταριασμένου.
Κρατώντας μια απόσταση και στρέφοντας να δεις τα έργα εν συνόλω ξανά, νιώθεις πως βρίσκεις αντικείμενα, που αναδύθηκαν από τη θάλασσα, φωτεινά μα και απόκοσμα με μία έλξη μαγνητική. Και όλα επιστρέφουν ως φόρος τιμής στη χαμένη δύναμη εκείνης της θνητής πια γοργόνας.
Η Βένια Δημητρακοπούλου μοιράζεται σκέψεις για το υπόβαθρο της έκθεσης και για εκείνον τον δικό της ιδεατό τόπο «όπου τα όρια ανάμεσα στη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό γίνονται λιγότερο βέβαια».
Στην έκθεσή σας «Του Αιθέρα και της Θάλασσας» υπήρξε ένα σημαντικό ερέθισμα, ένα έργο από το ίδιο το Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ύδρας: το μαρμάρινο ομοίωμα μιας γοργόνας με κομμένη την ουρά της. Τι έλξη σας άσκησε αυτή η εικόνα;
Β.Δ. Ήταν πράγματι ένα από τα πρώτα πράγματα που με κινητοποίησαν όταν επισκέφθηκα το Μουσείο πριν ακόμη αρχίσουν οι προετοιμασίες της έκθεσης. Η μικρή μαρμάρινη γοργόνα, με την κομμένη ουρά της. Ένα κομμάτι που ενώ λείπει, το αποτύπωμα του παραμένει ενεργό.
Με αυτή την αφορμή η έκθεση συνδέθηκε με τη γενικότερη αναζήτηση της δουλειάς μου. Τη μετάβαση, το πέρασμα από μια κατάσταση σε μια άλλη: από το αόρατο στο ορατό, από την απουσία στην παρουσία, από το ίχνος στη μορφή, από το οικείο στο ανοίκειο, από τη δύναμη της καταβύθισης στη δύναμη της ανάδυσης.
Η γοργόνα είναι ένα πλάσμα υβριδικό. Ανήκει ταυτόχρονα σε δύο κόσμους. Αυτό, μαζί με το κομμάτι που της έλειπε, μου κίνησαν την περιέργεια.
Από την Αίγινα, που αποτελεί ένα σταθερό πεδίο της δημιουργικής σας πορείας, βρίσκεστε τώρα σε ένα άλλο νησί, με διαφορετική ιστορική και πολιτισμική φυσιογνωμία. Πώς προσεγγίσατε την Ύδρα ως τόπο με τις δικές του μνήμες και τη δική του ατμόσφαιρα; Και πώς φανταστήκατε τη συνομιλία των έργων σας με το Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ύδρας;
Β.Δ. Η Ύδρα έχει μια πολύ ιδιαίτερη πυκνότητα: τη θάλασσα, τη ναυτική της ιστορία, την αρχιτεκτονική, το φως, αλλά και μια έντονη παρουσία στον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών.
Επιπλέον, το Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο Ύδρας δεν είναι ένας απλός και ουδέτερος εκθεσιακός χώρος. Κουβαλά τη μνήμη και την ιστορία ενός τόπου και των ανθρώπων που έζησαν μέσα στη θάλασσα και μέσα από αυτήν. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Ήθελα τα έργα μου να μη σταθούν απλώς μέσα στο συγκεκριμένο μουσείο, αλλά να δημιουργήσουν μαζί του μια σχέση, μια συνάντηση διαφορετικών χρονικοτήτων, κάτι που επιζητώ πάντοτε σε όποιο χώρο ή τόπο καλούμαι να εκθέσω.
Η θάλασσα, ο αιθέρας, το μάρμαρο είναι οι πρώτες ύλες της ελληνικότητας, θα έλεγε κανείς. Ποιες είναι οι μεταπλάσεις τους μέσα από τη δική σας γλυπτική γλώσσα;
Β.Δ. Ως Ελληνίδα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται σίγουρα μέσα στον γενετικό μου κώδικα. Ίσως έχοντας ως πρωτογενή υλικά το φως, την θάλασσα, το μάρμαρο και την πέτρα, να αναζητώ στη δουλειά μου την μετατόπισή τους προς κάτι άγνωστο που φανερώνεται σιγά σιγά. Αυτή η έννοια της αποκάλυψης και της ανάδυσης νομίζω πως είναι κεντρικό σημείο της δουλειάς μου.
Η Θάλασσα και ο πατέρας της ο Αιθέρας, πλάσματα πτερόεντα αλλά και μορφές του υδάτινου κόσμου «αναπνέουν» μέσα από τα έργα σας. Πώς λειτουργούν οι αντιθέσεις, τα δίπολα αλλά και ο μύθος στη νέα σας έκθεση;
Β.Δ. Οι αντιθέσεις δεν υπάρχουν στα έργα μου αλλά ούτε και στη σκέψη μου για να χωρίζουν τον κόσμο σε δύο αντίθετες πλευρές. Αντίθετα, με οδηγούν σε εκείνη τη λεπτή ενδιάμεση περιοχή όπου το ένα αρχίζει να γίνεται το άλλο. Στο σημείο όπου αμυδρά ίσως και να συνυπάρχουν, και έτσι ο χώρος αυτός να αποκτά ιδιαίτερο πλούτο και ενδιαφέρον.
Ο μύθος είναι ένας τέτοιος χώρος. Ένας χώρος όπου το πραγματικό και το φαντασιακό, το ανθρώπινο και το θεϊκό, το ορατό και το αόρατο συνυπάρχουν. Ο μύθος έχει μια δύναμη που εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας αφορά, χιλιάδες χρόνια μετά. Δεν με ενδιαφέρει να τον εικονογραφήσω, αλλά να αφήσω, εάν μπορώ, αυτή τη διαχρονική του δύναμη να περάσει μέσα στα έργα μου.
Η λεπτότητα της απόδοσης του μαρμάρου, αλλά και οι απρόβλεπτες αντιδράσεις της ίδιας της ύλης, υπήρξαν κάποιες από τις προκλήσεις που αντιμετωπίσατε. Πώς αξιοποιείτε το απρόοπτο δημιουργικά και πότε μια «αντίσταση» του υλικού μπορεί να οδηγήσει ένα έργο σε μια διαφορετική κατεύθυνση;
Β.Δ. Η γλυπτική είναι μια διαρκής συνομιλία με την ύλη και το απρόοπτο είναι μέρος αυτής της συνομιλίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «Γοργόνα με τον αυλό». Ένα νερό στο μάρμαρο, που αρχικά έμοιαζε να ενοχλεί την εικόνα που είχα στο μυαλό μου, με οδήγησε τελικά να αλλάξω τη στάση του σώματός της. Έτσι, αυτό που έμοιαζε αρχικά με ελάττωμα εντάχθηκε στο έργο. Το ενοχλητικό νερό του μάρμαρου έγινε αυλός και έδωσε στο έργο και τον συγκεκριμένο τίτλο!
Αυτό είναι και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της γλυπτικής, αλλά και της ζωής γενικότερα. Εκεί όπου κάτι αντιστέκεται ή ανατρέπεται, αν δεν παραιτηθείς, να σου αποκαλύπτει ξαφνικά μια δυνατότητα που δεν είχες φανταστεί.
Σε επίπεδο επιμέλειας, η λευκότητα, το φυσικό φως αλλά και το πράσινο χρώμα διαμορφώνουν καθοριστικά το περιβάλλον της έκθεσης. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή μέσα από τη συνεργασία σας με την επιμελήτρια της έκθεσης, Ελένη Βαροπούλου;
Β.Δ. Η λευκότητα και το φυσικό φως ήταν σχεδόν αυτονόητα στοιχεία, λόγω των υλικών αλλά και της συγκεκριμένης αίθουσας του μουσείου, η οποία από τα μεγάλα παράθυρα πλημμυρίζει από ουρανό και θάλασσα αλλά και από το μαγευτικό τοπίο της Ύδρας. Το πράσινο ήρθε σαν ιδέα της επιμελήτριας Ελένης Βαροπούλου. Δεν πρόκειται απλώς για την επιλογή ενός χρώματος ή μιας αισθητικής λύσης, αλλά για την προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου τα έργα μπορούν να αναπνεύσουν και συγχρόνως να αποκτήσουν μια ειδική σχέση μεταξύ τους.
Το συγκεκριμένο χρώμα προκύπτει από τα πράσινα νερά του πεντελικού μαρμάρου στο έργο «Ξεπροβάλλοντας από τα κύματα». Το έργο αυτό βρίσκεται στο μπάνερ της έκθεσης που καλύπτει τον εξωτερικό τοίχο του μουσείου. Μια έκθεση δεν είναι μόνο τα έργα. Είναι και ο χώρος ανάμεσά τους, το φως, οι σιωπές και οι αποστάσεις τους.
Ο «Ωκεάνιος Αιθέρας», που αποτελεί και το όνομα ενός από τα έργα σας, μοιάζει με έναν υβριδικό τόπο, ένα ιδιαίτερο οικοσύστημα, όπου αυτά ενοικούν. Πώς τον φαντάζεστε με τα δικά σας μάτια; Στο κείμενο της έκθεσης αναφέρεστε για τα «περάσματα» που αναζητούν τα έργα σας.
Β.Δ. Ο «Ωκεάνιος Αιθέρας» είναι για μένα ένας τόπος όπου τα όρια παύουν να είναι αυστηρά. Εκεί η θάλασσα μπορεί να γίνει ουρανός και ο αιθέρας να αποκτήσει υλικότητα.
Ίσως να πρόκειται περισσότερο για μια κατάσταση παρά για έναν τόπο. Έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου η ύλη ελευθερώνεται από τους περιορισμούς της και η μορφή δεν έχει ακόμη αποφασίσει σε ποιο στοιχείο ανήκει.
Σε ένα μικρό κείμενο που έγραψα για την έκθεση έδωσα τον τίτλο «Περάσματα». Είναι ακριβώς αυτές οι στιγμές της μετάβασης: από τη γη στο νερό, από το νερό στον αέρα, από το βαρύ στο ελαφρύ, από το ορατό σε κάτι που μόλις αρχίζει να γίνεται αισθητό. Το σημείο όπου ένα φυσικό όριο μετατρέπεται σε ένα πέρασμα.
Η απελευθέρωση της μορφής είναι αυτό με το οποίο μάχεται, εκ των πραγμάτων, ένας δημιουργός. Ποια είναι η σημασία της «ανάδυσης», ως έννοιας στη συγκεκριμένη έκθεση και τι ρόλο καταλαμβάνει γενικότερα στη γλυπτική σας;
Β.Δ. Η «ανάδυση» όπως ανέφερα και πιο πάνω βρίσκεται πολύ κοντά στην ίδια την πράξη της γλυπτικής. Ένα γλυπτό, με έναν τρόπο, δεν κατασκευάζεται απλώς· αναδύεται. Είτε μέσα από την ίδια την ύλη στην περίπτωση της γλυπτικής, είτε μέσα από τη σύλληψη ενός οποιουδήποτε έργου.
Στη συγκεκριμένη έκθεση η ανάδυση συνδέεται βέβαια και με τη θάλασσα, με τις μορφές που έρχονται από το βάθος προς την επιφάνεια. Αλλά αφορά και κάτι πιο εσωτερικό: μια μνήμη, μια επιθυμία, μια μορφή που αναζητά τον τρόπο να υπάρξει.
Αν και οι ερμηνείες ενός έργου παραμένουν πάντοτε ανοιχτές, ποια αίσθηση θα θέλατε να αφήσει η έκθεση «Του Αιθέρα και της Θάλασσας» στους κατοίκους της Ύδρας αλλά και στους διεθνείς επισκέπτες του νησιού;
Β.Δ. Την αίσθηση ότι μπορεί κανείς να κινηθεί ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους χωρίς να χρειάζεται πάντα να τους ορίσει ή να τους εξηγήσει.
Θα ήθελα επίσης ο επισκέπτης να κρατήσει κάτι από το εύρος της θάλασσας και του αιθέρα, όχι ως εικόνες αλλά ως αισθήσεις: το άπλετο φως, την αέναη κίνηση, το απροσμέτρητο βάθος, το απέραντο, το αχανές. Και ίσως, πάνω απ’ όλα, να αισθανθεί ότι πέρασε για λίγο από έναν τόπο όπου τα όρια ανάμεσα στη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό έγιναν λιγότερο βέβαια.
Γιατί τα έργα μου δεν αναζητούν απαντήσεις. Ευελπιστούν να ανοίξουν ένα πέρασμα, η έστω να το υποδείξουν. Ίσως η τέχνη να αρχίζει ακριβώς εκεί όπου ένας χώρος ανοίγει και αποκαλύπτεται και ο καθένας μας μπορεί να τον διασχίσει και να τον κατοικήσει με τον δικό του τρόπο.
Η έκθεση θα διαρκέσει έως και τις 31 Οκτωβρίου
Ιστορικό Αρχείο- Μουσείο Ύδρας
Επαρ. Οδ. Μανδρακίου - Μώλου, Ύδρα 18040