«Δυο πόρτες έχει η ζωή»: Το τραγούδι που έγραψε η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου για Μαρινέλλα και Καζαντζίδη
Η Μαρινέλλα δικαίως κατέχει τον τίτλο της «μεγάλης κυρίας του ελληνικού τραγουδιού», αφού με τις καινοτομίες της όσον αφορά στη σκηνική παρουσία και την προώθηση ενός νέου ύφους, το ελαφρολαϊκό, συνέβαλε στην ανανέωση της νυχτερινής διασκέδασης στην Ελλάδα.
Από «τραγουδίστρια της καρέκλας», εξελίχθηκε σε σύμβολο της μουσικής σκηνής, με εκλεπτυσμένη εμφάνιση και φαντασμαγορικά σόου, ανοίγοντας νέους δρόμους στην ελληνική μουσική βιομηχανία.
«Είμαι ανήσυχο πνεύμα. Όποτε ένιωθα στάσιμη αναζητούσα κάποια αλλαγή. Είχα ένα ένστικτο που δεν με πρόδωσε ποτέ, με καθοδήγησε σωστά. Όποτε κάτι μέσα μου μου έλεγε «κάν’ το αυτό», το έκανα. Ό,τι ωραίο προέκυπτε στη ζωή μου, ήθελα να το δοκιμάζω. Αισθάνομαι καμιά φορά σαν ένα δέντρο, που τα κλαδιά του έχουν μεγαλώσει προς πολλές κατευθύνσεις και ρίχνει ωραία, βαριά σκιά», θα δήλωνε αργότερα για όσα πρώτη εισήγαγε.
Η αρχής της καριέρας της
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαΐου 1938. Το πραγματικό της όνομα είναι Κυριακή Παπαδοπούλου και οι γονείς της ήταν Έλληνες πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, που έφεραν μαζί τους τις παραδόσεις και τις αξίες μιας άλλης εποχής. Ο πατέρας της, άνθρωπος ανοιχτόμυαλος, την ενθάρρυνε να γίνει τραγουδίστρια, και όπως έλεγε η ίδια ήταν ο «πρώτος της θαυμαστής».
Σε ηλικία τεσσάρων ή πέντε ετών συμμετείχε στη ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», στην οποία τραγούδησε τη «Φλαμουριά» του Αυστριακού συνθέτη Φραντς Πέτερ Σούμπερτ. Λίγα χρόνια μετά διαφημίζει τα καταστήματα ενδυμάτων ΜΕΛΚΑ της Θεσσαλονίκης και εμφανίζεται στο ραδιόφωνο ως παιδί-θαύμα. Με τον Άλκη Στέα γίνεται δεσποινίς Παπαδοπούλου -ή δεσποινίς Κική- και σταματάει το σχολείο.
Αργότερα δούλευε σε «μπουλούκια», ώσπου στα δεκαεφτά της βρέθηκε στον θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με τη Μάρθα Καραγιάννη, τον Αλέκο Τζανετάκο και τον Κώστα Βουτσά.
Η Μαρινέλλα ξεκίνησε την καριέρα της ως τραγουδίστρια το 1956 στο κέντρο «Πανόραμα» στη Θεσσαλονίκη, με το «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο, καθώς και άλλα ελαφρά τραγούδια αγαπημένων της καλλιτεχνών όπως η Κάκια Μπελίντα και η Σοφία Βέμπο. Εκεί, ο συνθέτης Τάκης Χάρμας της έδωσε το καλλιτεχνικό της όνομα «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από ένα ομώνυμο τραγούδι.
Η άνοδος της Μαρινέλλας στην κορυφή και οι μεγάλοι έρωτες της ζωής της
Τον Αύγουστο του 1956, στο ίδιο κέντρο, η Μαρινέλλα γνωρίζει τον Στέλιο Καζαντζίδη. Τραγουδώντας το «Πικρό ψωμί», που ήταν δικό του, τον πλησίασε για να του εκφράσει τον θαυμασμό της. «Ο Καζαντζίδης δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στη διαδρομή μου, ούτε στην ανέλιξή μου. Απεναντίας, με βοήθησε πάρα πολύ. Απ’ αυτόν έμαθα πάρα πολλά στα δέκα χρόνια που ήμασταν μαζί. Μεγάλο σχολείο ο άνθρωπος αυτός», εξομολογήθηκε χρόνια αργότερα για εκείνον σε συνέντευξή της στον Γιάννη Πανταζόπουλο και τη Lifo.
Ο Καζαντζίδης, εντυπωσιασμένος από τη φωνή και το ταλέντο της, της πρότεινε να συνεργαστούν. Έτσι, ξεκίνησε μια σημαντική καλλιτεχνική και ένας μεγάλος έρωτας. Έγιναν το πιο διάσημο ντουέτο της εποχής, ερμηνεύοντας τραγούδια μεγάλων συνθετών ,όπως ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Ζαμπέτας, ο Καλδάρας και πολλοί άλλοι. Μάλιστα, ο Βασίλης Τσιτσάνης τους εμπιστεύτηκε να ερμηνεύσουν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», σε μια εκδοχή που έμεινε αξέχαστη.
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έγραψε για αυτούς το εμβληματικό «Δυο πόρτες έχει η ζωή», ενώ συνεργάστηκαν με κορυφαίους συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, ερμηνεύοντας τραγούδια όπως «Αθήνα», «Ο κυρ-Αντώνης» και «Το πέλαγο είναι βαθύ». Η συνεργασία με τον Θεοδωράκη συνεχίστηκε και στο θέατρο με την θρυλική παράσταση «Όμορφη πόλη».
Η επαγγελματική τους πορεία κορυφώθηκε με εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα, όπου μαζί με άλλους μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής, όπως η Πόλυ Πάνου και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, καθιερώθηκαν ως οι κορυφαίοι ερμηνευτές της λαϊκής μουσικής.
Στις 7 Μαΐου 1964, η Μαρινέλλα και ο Καζαντζίδης παντρεύτηκαν, αλλά χώρισαν τον Σεπτέμβριο του 1965, παραμένοντας καλοί φίλοι ως το τέλος της ζωής του. Λίγο μετά από το διαζύγιό τους, ο Καζαντζίδης αποσύρθηκε από τις νυχτερινές του εμφανίσεις, επικαλούμενος τις απειλές, που δεχόταν από τον υπόκοσμο. Η Μαρινέλλα συνέχισε την καριέρα της καιτο 1967 ηχογράφησε το τραγούδι «Σταλιά-σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα.
Στη συνέχεια έκανε δεσμό για τέσσερα χρόνια με τον πρωταθλητή ιππασίας Φρέντυ Σερπιέρη, με τον οποίο τον Ιούλιο του 1973 απέκτησε την κόρη της, την Τζωρτζίνα. Εκείνος της είχε προτείνει να παντρευτούν, όμως η Μαρινέλλα αρνήθηκε, ζητώντας του να παραμείνουν καλοί φίλοι, όπως κι έγινε.
Για το γεγονός ότι είχε κάνει παιδί εκτός γάμου σε μια συντηρητική εποχή, η ίδια είχε δηλώσει: «Ήμουν τόσο τολμηρή για την εποχή μου. Να βλέπεις μια γυναίκα με την κοιλιά να τραγουδάει. Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι. Ποτέ. Ήξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα. Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα “αυτή είμαι”. Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε. Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει “σαν δεν ντρέπεται”. Ήθελε τόλμη. Ήμασταν δύο τότε που το τολμήσαμε. Εγώ και η Έλενα Ναθαναήλ».
Το 1974, η Μαρινέλλα εκπροσώπησε την Ελλάδα στον διαγωνισμό της Eurovision με το τραγούδι «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου», κατακτώντας την 11η θέση. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τον Τόλη Βοσκόπουλο και μαζί ηχογράφησαν δύο δίσκους, ενώ παρουσίασαν λαμπρά σόου στην Αθήνα.
Παράλληλα, η Μαρινέλλα έφερε μια πραγματική επανάσταση στη νυχτερινή διασκέδαση στην Ελλάδα. Εισήγαγε το ελαφρολαϊκό τραγούδι και άλλαξε τη σκηνική παρουσία, μεταμορφώνοντας τις εμφανίσεις της σε ένα είδος σόου, που ήταν άγνωστο έως τότε στη χώρα. Αντί για την παραδοσιακή τραγουδίστρια που στεκόταν στην καρέκλα, δημιούργησε την εικόνα της λαμπερής σταρ, με κομψή εμφάνιση, θεατρικά φώτα και μοντέρνο στυλ και καθιερώθηκε ως μία από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ερμηνεύτριες.
Μετά από οχτώ χρόνια, ο γάμος της με τον Βοσκόπουλο έληξε και τότε η Μαρινέλλα αποφάσισε να μην συνδεθεί με κανέναν άλλον στη ζωή της. «Όπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου από το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα τη μέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι αποφάσισα να κάνω και με τους άντρες. Οι παλιοί έρωτες εξελίχθηκαν σε σπουδαίες φιλίες. Φυσικά, δεν ήμουν ποτέ ο άνθρωπος που θα κατέστρεφε τα πάντα για ένα πάθος ούτε είπα στη ζωή μου: «Ποτέ να μην χαθείς από τη ζωή μου, γιατί μου δίνεις δύναμη και νόημα να ζω», θα αποκάλυπτε και πάλι στον Γιάννη Πανταζόπουλο.
Η Μαρινέλλα έχει επίσης εμφανιστεί σε 18 ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου ερμηνεύοντας τα τραγούδια της. Το 1995 έπαιξε ως η Κορυφαία του Χορού στην παράσταση «Γυναικών πάθη», που παρουσιάστηκε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη και χορογραφίες Ντόρας Τσάτσου. Λίγα χρόνια αργότερα ανέλαβε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου του Γιάννη Ξανθούλη «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», που σκηνοθέτησε ο Κώστας Κουτσομύτης
Ο Γιάννης Ξανθούλη, που είναι πολύ καλός της φίλος, έγραψε για εκείνη με παρότρυνση της κόρης της βιβλίο «Μαρινέλλα - Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια», μια διαφορετική βιογραφία, που βασίστηκε σε δικές της αφηγήσεις.