Κριστιάν Αμανπούρ

Ποια είναι η Κριστιάν Αμανπούρ που βρίσκεται στην Αθήνα για τα 15 χρόνια του iefimerida

Το iefimerida.gr, η κορυφαία online εφημερίδα στην Ελλάδα, συμπληρώνει 15 χρόνια παρουσίας και σήμερα, Τρίτη 9 Ιουνίου, διοργανώνει σε συνεργασία με τον Economist εκδήλωση με επίκεντρο το μέλλον και τις διεθνείς εξελίξεις.

Κεντρική προσκεκλημένη η δημοσιογράφος και παρουσιάστρια του CNN, Κριστιάν Αμανπούρ, η οποία θα συνομιλήσει με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Τον συντονισμό της συζήτησης ανάμεσα στην Κριστιάν Αμανπούρ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα αναλάβει η Joan Hoey, Europe consultant του Economist Intelligence Unit (EIU).

Tο iefimerida.gr γιορτάζει 15 χρόνια λειτουργίας, και σε συνεργασία με τον Economist, υποδέχεται τη δημοσιογράφο-παρουσιάστρια του CNN Κριστιάν Αμανπούρ, η οποία θα συνομιλήσει με τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη σήμερα, Τρίτη 9 Ιουνίου 2026.

Ποια είναι η Κριστιάν Αμανπούρ;

Η ιστορία της Κριστιάν Αμανπούρ εκτείνεται από την Τεχεράνη της επανάστασης μέχρι τα στούντιο του CNN και τις εμπόλεμες ζώνες του κόσμου. Έχει καλύψει σχεδόν κάθε μεγάλη εμπόλεμη ζώνη του πλανήτη, έχει πάρει συνεντεύξεις από τους ισχυρότερους ηγέτες του κόσμου και έχει θέσει εκατοντάδες δύσκολες ερωτήσεις στις πιο απαιτητικές συνθήκες.

Σε κάθε στάδιο, παραμένει μια μορφή που ενσαρκώνει κάτι σπάνιο για τη σύγχρονη δημοσιογραφία: τη συνέπεια ανάμεσα σε αυτό που ζει, αυτό που βλέπει και αυτό που επιλέγει να πει δημόσια.

Με τον φίλο της John Kennedy Jr. / Φωτογραφία: @camanpour / Instagram

Μια παιδική ηλικία ανάμεσα σε σύνορα, θρησκείες και επαναστάσεις

Η Κριστιάν Αμανπούρ γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1958 στο Ίλινγκ του Λονδίνου, από Ιρανό πατέρα και Βρετανίδα μητέρα. Από την αρχή της ζωής της βρέθηκε ανάμεσα σε διαφορετικούς και διχασμένους κόσμους: το Ιράν και η Βρετανία, το Ισλάμ και ο καθολικισμός, η Ανατολή και η Δύση. Η πρώτη φορά που έφυγε από το Ιράν ήταν όταν στάλθηκε, σε ηλικία 11 ετών, σε βρετανικό οικοτροφείο. H δεύτερη έγινε δέκα χρόνια αργότερα.

Το 1979, η Κριστιάν Αμανπούρ ζούσε ακόμη μέσα σε ένα σχετικά προστατευμένο οικογενειακό περιβάλλον στο Ιράν. Βρισκόταν στο μεταίχμιο ανάμεσα στο σχολείο και την ενήλικη ζωή, προσπαθώντας να διακρίνει την επόμενη κατεύθυνση, με την αίσθηση ότι το μέλλον της ήταν ήδη λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένο: ένας γάμος σε νεαρή ηλικία, μια σταθερή ζωή στην πατρίδα της και μια καθημερινότητα χωρίς ιδιαίτερες ανατροπές.

Αυτή η αίσθηση σταθερότητας άρχισε να ραγίζει καθώς η Ιρανική Επανάσταση φούντωνε. Τα βράδια, η οικογένεια καθόταν στη βεράντα και άκουγε από το κοντινό τζαμί τη βαριά, επίμονη φωνή του Αγιατολάχ Χομεϊνί να μεταδίδει μηνύματα προσευχής και εξέγερσης. Γινόταν ολοένα και πιο φανερό ότι μια «σεισμική» πολιτική αλλαγή ερχόταν να ανατρέψει όχι μόνο το καθεστώς, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο ζωής τους.

Το Ιράν της εποχής βρισκόταν ακόμη υπό μοναρχία, και η πολιτική συμμετοχή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για τους περισσότερους πολίτες, ακόμη και για οικογένειες με κοινωνική και οικονομική ασφάλεια. Η έννοια της αμφισβήτησης του συστήματος έμοιαζε ξένη, σχεδόν αδιανόητη, μέχρι που η πραγματικότητα άρχισε να την επιβάλλει βίαια.

Λίγους μήνες πριν την πτώση του Σάχη, μια στιγμή οικογενειακής συζήτησης αποτύπωσε τη συλλογική αγωνία της εποχής. Ο πατέρας της, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, προειδοποίησε με μια φράση σχεδόν προφητική: «Όλα τελείωσαν. Τίποτα δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο». Η βεβαιότητα με την οποία ειπώθηκε αυτή η διαπίστωση μετέτρεψε την αβεβαιότητα σε φόβο και προμήνυμα ριζικής αλλαγής.

Η πολιτική ένταση σύντομα μετατράπηκε σε καθημερινό κίνδυνο. Με την επιβολή στρατιωτικού νόμου και απαγόρευσης κυκλοφορίας το βράδυ, οι δρόμοι έγιναν επικίνδυνοι. Πηγαίνοντας σε δείπνο, πατέρας και κόρη βρέθηκαν αντιμέτωποι με στρατιώτες που τους σταμάτησαν και τους σημάδεψαν με ξιφολόγχες, αναγκάζοντάς τους να επιστρέψουν βιαστικά στο σπίτι, μέσα σε ένα κλίμα τρόμου που πλέον είχε παγιωθεί.

Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν την πεποίθηση ότι η θέση της δεν θα ήταν στο περιθώριο των γεγονότων, αλλά στο επίκεντρό τους. Όχι ως παθητική παρατηρήτρια ή θύμα των εξελίξεων, αλλά ως εκείνη που θα τις αφηγείται, θα τις ερμηνεύει και θα τις μεταφέρει. Εκεί γεννήθηκε η αίσθηση αποστολής που καθόρισε ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία της.

 Σύμφωνα με τον Μάρβιν Καλβ τα χαρακτηριστικά που την ξεχώρισαν στη δημοσιογραφία: «Πρώτον, είναι γυναίκα. Δεύτερον, έχει προφορά. Και τρίτον, είναι τολμηρή» / Φωτογραφία: CNN

Τα πρώτα βήματα στη δημοσιογραφία

Η αφετηρία προς τη δημοσιογραφία δεν υπήρξε απόλυτα σχεδιασμένη. Μια τυχαία συγκυρία, η εγκατάλειψη ενός προγράμματος σπουδών δημοσιογραφίας από την αδελφή της στο Λονδίνο, την οδήγησε να πάρει τη θέση της, απλώς για να μη χαθεί η προκαταβολή. Εκείνη η «τυχαία» απόφαση εξελίχθηκε σε καθοριστική στροφή ζωής, σε αυτό που η ίδια αργότερα θα περιέγραφε ως είσοδο σε έναν δρόμο που δεν είχε αρχικά επιλέξει συνειδητά.

Η συνέχεια την οδήγησε στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Πανεπιστήμιο του Rhode Island. Ένας τοπικός τηλεοπτικός σταθμός της πρόσφερε πλήρη απασχόληση, όχι όμως ως ρεπόρτερ, αλλά στο τμήμα γραφιστικής. Βρισκόταν πίσω από τις κάμερες, μακριά από το πραγματικό ρεπορτάζ και τότε φίλοι της τής μίλησαν για ένα νεοσύστατο τηλεοπτικό δίκτυο: το CNN, που τότε είχε συμπληρώσει μόλις τρία χρόνια.

Η Αμανπούρ πήγε στην Ατλάντα χωρίς να φαντάζεται ότι το CNN θα εξελισσόταν σε παγκόσμια δύναμη ενημέρωσης. Αρχικά προσλήφθηκε ξανά σε θέση γραφιστικής. Όμως, σχεδόν τυχαία, ένας υπεύθυνος προσωπικού παρατήρησε ότι ήταν «ξένη» και τη μετέφερε αμέσως στο διεθνές ειδησεογραφικό τμήμα. Αυτή η μικρή συγκυρία άλλαξε ολόκληρη τη ζωή της. Από εκεί άρχισε να ανεβαίνει βήμα βήμα.

Με την Άγκελα Μέρκελ / Φωτογραφία: @camanpour / Instagram

Η πρώτη της εμφάνιση μπροστά στην κάμερα ήρθε όταν ο Τεντ Τέρνερ δημιούργησε το CNN International. Σε ένα αυτοσχέδιο στούντιο, η Αμανπούρ διάβαζε σύντομα δελτία ειδήσεων για το διεθνές κοινό στα διαλείμματα των αμερικανικών διαφημίσεων. Η πρώτη της πραγματική αποστολή ως ρεπόρτερ, ωστόσο, κατέληξε σε αποτυχία. Ένα περίπλοκο νομικό θέμα την μπέρδεψε τόσο πολύ, ώστε το ρεπορτάζ δεν μεταδόθηκε ποτέ.

Το 1986 η καριέρα της έμοιαζε να φτάνει σε αδιέξοδο. Παρ’ όλα αυτά δεν εγκατέλειψε. Συνέχισε να επιμένει μέχρι που το CNN αποφάσισε να της δώσει άλλη μία ευκαιρία: τρεις ημέρες την εβδομάδα ως παραγωγό στο γραφείο της Νέας Υόρκης και τα Σαββατοκύριακα ως ανταποκρίτρια. Εκεί απέδειξε ότι μπορούσε πραγματικά να σταθεί ως δημοσιογράφος.

Από εκείνη τη στιγμή ο στόχος της ήταν ξεκάθαρος: να γίνει ξένη ανταποκρίτρια. Όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου το 1989, ήθελε απεγνωσμένα να βρίσκεται εκεί, αλλά τη θεωρούνταν ακόμη πολύ νέα και άπειρη. Λίγο αργότερα, όμως, το CNN δυσκολευόταν να καλύψει τη θέση ανταποκριτή στη Φρανκφούρτη και η Αμανπούρ, πάντα πρόθυμη, προσφέρθηκε αμέσως.

 Η παρουσιάστρια ειδήσεων του CNN International και τιμώμενη με βραβείο διεύθυνσης, Κριστιάν Αμανπούρ, ποζάρει με το βραβείο της κατά τη διάρκεια της 47ης τελετής των Διεθνών Βραβείων Emmy στο ξενοδοχείο Hilton της Νέας Υόρκης / Φωτογραφία: Evan Agostini/Invision/AP

Μήνες αργότερα, ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Κουβέιτ. Ενώ οι πιο έμπειροι ανταποκριτές στάλθηκαν στη Βαγδάτη, εκείνη βρέθηκε στη Σαουδική Αραβία. Μαζί με δύο ακόμη γυναίκες δημοσιογράφους αποτέλεσαν αξιοπερίεργο γεγονός για τα τοπικά μέσα και τις αρχές. Παραδόξως, αυτό λειτούργησε υπέρ τους: επειδή οι άντρες αξιωματούχοι δεν ήξεραν πώς να τις αντιμετωπίσουν, συχνά τους επέτρεπαν πρόσβαση που αρνούνταν στους άντρες συναδέλφους τους.

Ένας Σαουδάραβας πρίγκιπας τις οδήγησε κάποτε μέχρι τα σύνορα με το Κουβέιτ, όπου αντίκρισαν ιρακινά άρματα μάχης. Ήταν η πρώτη μεγάλη πολεμική ιστορία της Αμανπούρ και ταυτόχρονα η στιγμή που το CNN άρχισε να μετατρέπεται σε παγκόσμια ενημερωτική δύναμη. Εκείνη την εποχή, όπως παραδέχτηκε, δεν γνώριζε αρκετά ώστε να φοβάται. Έβλεπε τον πόλεμο σαν μια νέα, επικίνδυνη αλλά συναρπαστική περιπέτεια. Και ήξερε πως ήθελε να συνεχίσει.

Η Αμανπούρ έχει τιμηθεί με σχεδόν κάθε σημαντικό βραβείο τηλεοπτικής δημοσιογραφίας, μεταξύ αυτών έντεκα Emmy Ειδήσεων και Ντοκιμαντέρ, τέσσερα βραβεία Peabody και εννέα τιμητικά διδακτορικά. Έχει επίσης ανακηρυχθεί Commander of the Order of the British Empire (CBE), επίτιμη δημότης του Σαράγεβο και Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNESCO για την Ελευθερία του Τύπου και την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων.

Η ανάδυση μέσα από τον πόλεμο και την κατάρρευση των συνόρων

Στα πρώτα χρόνια της στο CNN, η Αμανπούρ τοποθετήθηκε σε καίρια ιστορικά σημεία: τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ, την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις που σημάδεψαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Τη δεκαετία του ’90 βρέθηκε στο κέντρο της διεθνούς ενημέρωσης. Ο Πόλεμος του Κόλπου την καθιέρωσε ως πρόσωπο παγκόσμιας εμβέλειας, αλλά η Βοσνία καθόρισε οριστικά το δημοσιογραφικό της στίγμα. Οι ανταποκρίσεις της, συχνά με εκρήξεις στο φόντο στο Σεράγεβο, μετέδιδαν όχι μόνο την είδηση αλλά και την εμπειρία της επιβίωσης μέσα στη σύγκρουση.

Εκεί διαμόρφωσε τη δημοσιογραφική της φιλοσοφία: ότι η ουδετερότητα δεν μπορεί να σημαίνει εξίσωση θύτη και θύματος. Η ίδια υποστηρίζει ότι σε περιπτώσεις γενοκτονίας ή μαζικής βίας, η δημοσιογραφία οφείλει να δίνει “ισότιμη ακρόαση” αλλά όχι ηθική εξίσωση. Η κάλυψη της Βοσνίας της πρόσφερε διεθνή αναγνώριση αλλά και κριτική για “έλλειψη ουδετερότητας”, μια συζήτηση που θα τη συνοδεύει σε όλη της την καριέρα.

Η γενοκτονία της Ρουάντα το 1994 αποτέλεσε για την Αμανπούρ ένα σημείο βαθιάς προσωπικής και επαγγελματικής ενοχής. Μέσα σε περίπου 100 ημέρες, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εξοντώθηκαν, ενώ η διεθνής κοινότητα και τα μέσα ενημέρωσης δεν μπόρεσαν να σταματήσουν ή να αποτρέψουν την κλίμακα της καταστροφής. Η ίδια έχει μιλήσει για αυτό ως συλλογική αποτυχία της δημοσιογραφίας: μια στιγμή όπου ο κόσμος δεν είδε έγκαιρα ή δεν μίλησε δυνατά αρκετά.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η Αμανπούρ γνώριζε από δυσκολίες. Όχι μόνο έκανε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο επάγγελμα, αλλά είχε αντιμετωπίσει και απειλητικές για τη ζωή εμπειρίες στο παρελθόν. Επιπλέον, ξεκίνησε την καριέρα της σε μια εποχή όπου δεν ήταν εύκολο για τις γυναίκες, και ιδιαίτερα για γυναίκες μειονοτήτων, να αποκτήσουν ευκαιρίες στον χώρο των ειδήσεων. Ευτυχώς, όπως δήλωσε ο σχολιαστής των μέσων Μάρβιν Καλβ στο Newsweek, τα χαρακτηριστικά που την ξεχώρισαν αποδείχθηκαν καθοριστικά για τη δημιουργία μιας μοναδικής φωνής στη δημοσιογραφία: «Πρώτον, είναι γυναίκα. Δεύτερον, έχει προφορά. Και τρίτον, είναι τολμηρή».

 Ξεκίνησε την καριέρα της σε μια εποχή όπου δεν ήταν εύκολο για τις γυναίκες, και ιδιαίτερα για γυναίκες μειονοτήτων / Φωτογραφία: @camanpour / Instagram

Από το CNN στο παγκόσμιο τηλεοπτικό τοπίο

Μετά από δεκαετίες στο CNN, όπου υπήρξε από τις βασικές διεθνείς ανταποκρίτριες και στη συνέχεια Chief International Correspondent, η Αμανπούρ πέρασε και από άλλα μεγάλα αμερικανικά δίκτυα.

Από το 1996 έως το 2005 εργάστηκε στο 60 Minutes. Αργότερα ανέλαβε την εκπομπή This Week στο ABC News, ενώ από το 2009 παρουσίασε το δικό της πρόγραμμα Amanpour. Παρά τις επαγγελματικές μετακινήσεις και τις αλλαγές δικτύων, το δημοσιογραφικό της κέντρο βάρους παρέμεινε σταθερό: διεθνής πολιτική, κρίσεις και ανθρώπινες ιστορίες.

Το 2010 ανέλαβε το This Week του ABC News, αλλά σύντομα επέστρεψε στο CNN, όπου επανεκκίνησε το πρόγραμμα Amanpour, το οποίο συνεχίζεται μέχρι σήμερα, μαζί με την εκπομπή στο PBS, Amanpour & Company.

Συνεντεύξεις με ηγέτες και η πρόσβαση στην εξουσία

Η Αμανπούρ μιλάει αγγλικά, γαλλικά και φαρσί, κάτι που αντανακλά τη διαρκή της κίνηση ανάμεσα σε πολιτισμούς. Η ίδια έχει περιγραφεί ως “προϊόν πολλών κόσμων”, χωρίς απόλυτη ταύτιση με έναν μόνο τόπο. Αυτή η πολυγλωσσία αποτελεί μέρος της ταυτότητάς της: της επιτρέπει να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές πραγματικότητες χωρίς να χάνει την ικανότητα να τις ερμηνεύει.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της, έχει πάρει συνεντεύξεις από μερικές από τις πιο ισχυρές πολιτικές μορφές του κόσμου: από τον Γιάσερ Αραφάτ μέχρι τον Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, και από δυτικούς ηγέτες μέχρι δικτάτορες και βασιλιάδες. Η ικανότητά της να εξασφαλίζει τέτοιες συνεντεύξεις δεν βασίζεται μόνο στην αναγνωρισιμότητα, αλλά και στη φήμη της ως δημοσιογράφου που δεν αποφεύγει τις δύσκολες ερωτήσεις.

Το 2022, η Αμανπούρ επρόκειτο να πάρει συνέντευξη από τον πρόεδρο του Ιράν Ebrahim Raisi στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Λίγο πριν από τη συνέντευξη, ένας συνεργάτης του Ιρανού προέδρου ζήτησε να φορέσει μαντίλα ως προϋπόθεση. Η ίδια αρνήθηκε και τελικά η συνέντευξη δεν πραγματοποιήθηκε. Όπως δήλωσε δημόσια, δεν υπήρχε καμία νομική ή θεσμική απαίτηση για κάτι τέτοιο εκτός Ιράν και κανένας προηγούμενος Ιρανός πρόεδρος δεν είχε θέσει τέτοιο όρο. Έτσι, η συνάντηση ακυρώθηκε.

8 Αυγούστου 1988 ο γάμος της με τον  Αμερικανό διπλωμάτη και πολιτικό σύμβουλο, Τζέιμς Φίλιπ Ρούμπιν / Φωτογραφία:  AP Photo/Domenico Stinellis

Γάμος, διαζύγιο και καρκίνος

Το 1998 παντρεύτηκε τον Τζέιμς Φίλιπ Ρούμπιν, Αμερικανό διπλωμάτη και πολιτικό σύμβουλο. Μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον Ντάριους, το 2000. Η οικογενειακή της ζωή εξελίχθηκε παράλληλα με μια απαιτητική διεθνή καριέρα, με μετακινήσεις μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης και περιόδους έντονης επαγγελματικής απουσίας. Το 2018 το ζευγάρι ανακοίνωσε το διαζύγιό του, μετά από 20 χρόνια έγγαμου βίου.

Το 2021 διαγνώστηκε με καρκίνο των ωοθηκών, υποβλήθηκε σε επιτυχημένη επέμβαση και στη συνέχεια σε χημειοθεραπεία. Η απόφασή της να το δημοσιοποιήσει συνδέθηκε με μια ξεκάθαρη δημόσια στόχευση: την ενημέρωση και την πρόληψη. Δημοσιοποίησε την ασθένειά της για να ενθαρρύνει τις γυναίκες να κάνουν τακτικούς ιατρικούς ελέγχους. Όπως δήλωσε: «Το λέω αυτό για λόγους διαφάνειας, αλλά κυρίως ως μια έκκληση για έγκαιρη διάγνωση. Να ενθαρρύνω τις γυναίκες να ενημερώνονται για αυτή την ασθένεια, να κάνουν εξετάσεις, να ακούν το σώμα τους και να μην αγνοούνται τα ιατρικά τους συμπτώματα».

Έναν χρόνο αργότερα, σε περίοδο ύφεσης της ασθένειας, τόνισε ξανά τη σημασία της πρόληψης, επισημαίνοντας ότι «οι γυναίκες γνωρίζουμε καλύτερα από τον καθένα τι συμβαίνει στο σώμα μας».

Μια διαδρομή που συνεχίζεται

Η Κριστιάν Αμανπούρ παραμένει ενεργή ως Chief International Anchor του CNN και ως παρουσιάστρια του “Amanpour & Company” στο PBS. Η πορεία της εκτείνεται πλέον σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες διεθνούς δημοσιογραφίας.

Η βιογραφία της είναι ένα συνεχές χρονικό: από την Τεχεράνη της επανάστασης μέχρι τα στούντιο του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, από τα πεδία πολέμου μέχρι τις συνεντεύξεις με ηγέτες και τις προσωπικές μάχες υγείας. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, απέδειξε ότι η δημοσιογραφία δεν είναι επάγγελμα, αλλά ένας τρόπος να σταθεί κανείς απέναντι στον κόσμο και να τον αφηγηθεί.

Η Κριστιάν Αμανπούρ παρέμεινε πιστή στην ιδέα ότι οι μεγάλες ιστορίες που αλλάζουν τον κόσμο πρέπει να ειπωθούν, όσο δύσκολο κι αν είναι το τίμημα.