Μάρω Κοντού: Οι ρόλοι, οι έρωτες και οι μεγάλες στιγμές μιας θρυλικής καριέρας
Σε θλίψη βύθισαν τα νέα ότι η πολυαγαπημένη ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών. Σύμφωνα με πληροφορίες τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στον Αγιο Σάββα.
Η Μάρω Κοντού το προηγούμενο διάστημα είχε περάσει μια μεγάλη περιπέτεια με την υγεία της και νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην καρδιολογικό και την πνευμονολογική κλινική του νοσοκομείου Αττικόν.
Λίγες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου κατάφεραν να συνδυάσουν με τόση επιτυχία το ταλέντο, την κομψότητα και τη διακριτική λάμψη όσο η Μάρω Κοντού.
Με μια καριέρα που έφτασε σχεδόν τις επτά δεκαετίες, η σπουδαία ηθοποιός ήταν μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ η παρουσία της στο θέατρο παρέμεινε σημείο αναφοράς για πολλές γενιές καλλιτεχνών.
Η Μαριάνθη Κοντού, γνωστή σε όλους ως Μάρω Κοντού, γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην περιοχή του Κουκακίου. Από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τις τέχνες και ιδιαίτερα για τον χορό. Η πρώτη της μεγάλη αγάπη δεν ήταν το θέατρο αλλά η κίνηση και η έκφραση μέσω του σώματος. Για τον λόγο αυτό φοίτησε στη σχολή χορού της Κούλας Πράτσικα, μία από τις σημαντικότερες σχολές της εποχής.
Η επαγγελματική της πορεία ξεκίνησε μέσα από τον Χορό του Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου. Από το 1953 έως το 1958 συμμετείχε σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, έχοντας την ευκαιρία να συνεργαστεί και να μαθητεύσει δίπλα σε κορυφαίες προσωπικότητες της ελληνικής σκηνής.
«Νομίζω ότι η εμπειρία μου από τα χρόνια που ήμουν στον Χορό ήταν καλύτερη από το να είχα πάει σε σχολή. Λέγαμε αρχαία κείμενα, που ήθελαν σημεία στίξης, ερμηνεία. Κι όταν έχεις τέτοιους σκηνοθέτες όπως είχα εγώ, τον Δημήτρη Ροντήρη, τον Σολομό, για την αττική κωμωδία, τι άλλο να θέλεις… Είχα την τύχη να ακούω και να βλέπω, να είμαι στις πρόβες με τεράστιους ηθοποιούς. Παξινού, Μινωτή, Συνοδινού, Μανωλίδου, Αρώνη, Κωτσόπουλο, Βόκοβιτς, όλα τα ιερά τέρατα… Να είμαι δίπλα τους, να έχουμε γίνει φίλοι» είχε πει σε συνέντευξή της στο Bovary.gr η Μάρω Κοντού.
Η Μάρω Κοντού είχε αναφέρει ότι θεωρεί εκείνα τα χρόνια ως ένα πραγματικό σχολείο υποκριτικής. Παρότι δεν φοίτησε σε δραματική σχολή με τον κλασικό τρόπο, η καθημερινή επαφή με τους κορυφαίους δημιουργούς της εποχής τής προσέφερε μια ανεκτίμητη καλλιτεχνική παιδεία. Με την ιδιότητα του «εξαιρετικού ταλέντου» απέκτησε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού και σύντομα βρέθηκε στο προσκήνιο.
Η καριέρα της Μάρως Κοντού στο θέατρο
Η πρώτη σημαντική θεατρική της εμφάνιση ήρθε το 1958 στο έργο «Η κυρία του κυρίου» των Τσιφόρου και Βασιλειάδη, δίπλα στον Ντίνο Ηλιόπουλο και τη Μαίρη Αρώνη. Η παρουσία της δεν πέρασε απαρατήρητη. Η νεαρή, ψηλή και εντυπωσιακή ηθοποιός διέθετε κάτι περισσότερο από εξωτερική ομορφιά: είχε φυσικότητα, χιούμορ, σκηνική άνεση και έναν αβίαστο τρόπο επικοινωνίας με το κοινό.
Η κομβική στιγμή της καριέρας της ήρθε όταν ο Δημήτρης Χορν αναζητούσε νέα πρωταγωνίστρια για τον θίασό του μετά τη λήξη της συνεργασίας του με την Έλλη Λαμπέτη. Παρά τους αρχικούς της δισταγμούς, η Μάρω Κοντού βρέθηκε ξαφνικά δίπλα στον κορυφαίο ηθοποιό της εποχής. Η συνεργασία αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για την καλλιτεχνική της εξέλιξη. Η ίδια έχει περιγράψει τον Χορν ως έναν μοναδικό άνθρωπο, ιδιαίτερα ευαίσθητο και χαρισματικό, με τον οποίο διατήρησε στενή φιλική σχέση μέχρι το τέλος της ζωής του.
«Η κομβική στιγμή ήταν όταν ο Δημήτρης Χορν έψαχνε μια νέα πρωταγωνίστρια. Είχε διαλυθεί η σχέση Χορν-Λαμπέτη και ζητούσε μία ηθοποιό σαν την Μελίνα νέα… Κάποιος με πρότεινε και εκείνος ζήτησε να με δει από κοντά. Στην αρχή δεν ήθελα, δεν ήμουν έτοιμη για κάτι τόσο μεγάλο. Ημουν τότε περιοδεία με τον Ηλιόπουλο -ήταν χάρμα ο Ηλιόπουλος. Και ήρθε ο Χορν να με δει στην Πάτρα. Και μου είπε “την άλλη Τρίτη, πρόβα”….Πανικοβλήθηκα. Ο πανικός κράτησε μέχρι και την πρεμιέρα. Ηταν μοναδική η επαφή με τον Χορν, γιατί εκείνος ήταν μοναδικός» είχε πει στο Bovary.gr.
Η σπουδαία καριέρα της Μάρως Κοντού στον κινηματογράφο
Παράλληλα με το θέατρο, η Μάρω Κοντού άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία της και στον κινηματογράφο. Η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1954 στην ταινία «Χαρούμενο Ξεκίνημα» της Φίνος Φιλμ, σε έναν μικρό ρόλο. Ωστόσο, μέσα σε λίγα χρόνια εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αγαπητές πρωταγωνίστριες της μεγάλης οθόνης.
Κατά τη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πρωταγωνίστησε σε δεκάδες επιτυχημένες ταινίες που άφησαν εποχή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι ταινίες «Τα Κίτρινα Γάντια», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Κάθαρμα», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Ο Μπλοφατζής» και «Της Ζήλειας τα Καμώματα».
«Ημουν πολύ τυχερή στην καριέρα μου. Χωρίς να κάνω κάτι, το ένα έφερνε το άλλο. Που το αποδίδω; Στο αστέρι του καθενός. Στο γραμμένο, στο τυχερό του. Τι έκανα εγώ; Η ευσυνειδησία μου υπάρχει σε όλα τα θέματα της ζωής μου. Οταν αναλαμβάνω κάτι πρέπει να το κάνω όσο πιο καλά μπορώ, όσο πιο σωστά» μάς είχε εξομολογηθεί.
Για πολλούς, η κορυφαία κινηματογραφική στιγμή της υπήρξε η συμμετοχή της στην ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα το 1965. Στο πλευρό του Γιώργου Κωνσταντίνου δημιούργησε ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Η Ισμήνη και ο Αντώνης Κοκοβίκος εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συγκινούν και να ψυχαγωγούν το κοινό, ενώ πολλές ατάκες της ταινίας έχουν περάσει στη λαϊκή κουλτούρα.
Ιδιαίτερη υπήρξε και η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δύο ηθοποιοί διέθεταν εξαιρετική χημεία τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, γεγονός που οδήγησε πολλούς να πιστεύουν ότι υπήρχε και ερωτική σχέση μεταξύ τους. Η Μάρω Κοντού διευκρίνισε επανειλημμένα ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Παρά τις μεγάλες διαφορές στον χαρακτήρα τους, εκτιμούσε βαθιά το υποκριτικό του ταλέντο και απολάμβανε ιδιαίτερα τις κοινές τους εμφανίσεις.
«Ο Κωνσταντάρας ήταν ένας άνθρωπος που δεν μου άρεσε καθόλου σαν άντρας. Ημασταν τελείως διαφορετικοί. Ηταν οξύθυμος, βωμολόχος, εγωκεντρικός. Αλλά μου άρεσε πολύ να παίζουμε μαζί, είχαμε μια επικοινωνία στο παίξιμο…» είχε πει η Μάρω Κοντού στο Bovary.gr.
Πέρα από την υποκριτική, η Μάρω Κοντού διέθετε και αξιόλογες φωνητικές δυνατότητες. Συμμετείχε στην ιστορική μουσικοθεατρική παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, ερμηνεύοντας τραγούδια που αγαπήθηκαν από το κοινό. Η σχέση της με τη μουσική και τον χορό υπήρξε πάντα ζωντανή, αποτελώντας σημαντικό κομμάτι της καλλιτεχνικής της ταυτότητας.
Στην προσωπική της ζωή ακολούθησε έναν δρόμο διαφορετικό από τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής της. Από νεαρή ηλικία υπήρξε ανεξάρτητη και απελευθερωμένη στις αντιλήψεις της. Δεν επηρεαζόταν από το «τι θα πει ο κόσμος» και συχνά εξέφραζε απόψεις πολύ πιο προοδευτικές από εκείνες που επικρατούσαν στην ελληνική κοινωνία των δεκαετιών του 1950 και του 1960.
Οι δυο γάμοι της Μάρως Κοντού
Παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος της γάμος ήταν με τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, τον οποίο έχει χαρακτηρίσει ως τον μεγάλο έρωτα και τη μεγάλη αγάπη της ζωής της. Παρότι αργότερα χώρισαν, διατήρησαν στενή σχέση και αμοιβαία εκτίμηση μέχρι το τέλος της ζωής του.
Δεκατρία χρόνια μετά το διαζύγιό της από τον κινηματογραφιστή Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, η Μάρω Κοντού παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Στις 21 Ιουλίου 1975, η ηθοποιός ανέβηκε τα σκαλιά του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα στην Πλατεία Αμερικής και ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα, γιο του λογοτέχνη και ποιητή Τάκη Δόξα.
Ωστόσο, ο γάμος αυτός δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Η ίδια η ηθοποιός έχει αναφέρει ότι η ευθύνη ήταν δική της, καθώς παρότι ο δεύτερος σύζυγός της ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος, δεν είχαν ζήσει μαζί πριν τον γάμο, ώστε να διαπιστώσουν αν ήταν πραγματικά συμβατοί.
«Φρόντιζα να είμαι εγώ καλά με τον εαυτό μου, να κοιμάμαι ήσυχα με τη συνείδησή μου, και δεν με ένοιαζε τίποτε άλλο. Ημουν προχωρημένη. Στα 12-13 οδηγούσα τη μοτοσυκλέτα του ξαδέλφου μου. Ημουν λίγο αγοροκόριτσο. Δεν ήμουν ποτέ σεξοβόμβα. Πιο πολύ ευρωπαία στο σουλούπι…Ούτε ήμουν το κλασικό μοντέλο της εποχής που ακολουθεί τον δρόμο του γάμου και της οικογένειας. Ενα διαζύζιο τότε ήταν μεγάλο θέμα τότε. Εγώ Εκανα δύο γάμους, έναν στα 25 και έναν στα 45… Ο πρώτος ήταν ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, ο δεύτερος ήταν εκτός χώρου. Νομίζω ότι γεννήθηκα ανεξάρτητη. Μπορεί ασυνείδητα να με επηρέασε και το γεγονός ότι ήξερα από πολύ νέα ότι δεν θα κάνω παιδιά και δεν με απασχόλησε το θέμα. Ξέρει τελικά τι κάνει η φύση και σου δίνει αυτό που πραγματικά επιθυμείς. Τα λατρεύω τα παιδιά, αλλά δικά μου δεν έχω. Δεν μου λείπει όμως. Οταν έχεις ανήψια, όπως έχω εγώ από την αδελφή μου, τώρα είναι σαν να έχω και εγγόνια» είχε πει η ίδια.
Ένα ακόμη κεφάλαιο της διαδρομής της άνοιξε τη δεκαετία του 1990, όταν ασχολήθηκε με την πολιτική. Μετά από προτροπές στελεχών της Νέας Δημοκρατίας συμμετείχε στα κοινά, αρχικά ως δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων κατά τη δημαρχία του Δημήτρη Αβραμόπουλου. Αργότερα εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών, υπηρετώντας για αρκετά χρόνια στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Παρότι θεωρεί την ενασχόλησή της με την πολιτική μια σημαντική εμπειρία ζωής, έχει παραδεχθεί ότι ο χώρος αυτός δεν την γοήτευσε όσο η τέχνη. Το θέατρο και ο κινηματογράφος παρέμειναν πάντοτε το φυσικό της περιβάλλον.
Παρά τη μεγάλη επιτυχία και τα σημαντικά οικονομικά οφέλη που γνώρισε κατά τη διάρκεια της καριέρας της, έχει παραδεχθεί με αυτοσαρκασμό ότι υπήρξε ιδιαίτερα σπάταλη. Συχνά αναφέρει ότι, αν μπορούσε να αλλάξει κάτι στη ζωή της, θα ήταν η οικονομική της διαχείριση. Η γενναιοδωρία της απέναντι στους ανθρώπους που αγαπούσε και η αγάπη της για τις μικρές και μεγάλες πολυτέλειες τής κόστισαν αρκετά, χωρίς όμως να μετανιώνει ουσιαστικά για τον τρόπο που έζησε.
Φυσικά, ένα από τα στοιχεία που όλοι θαύμαζαν στη Μάρω Κοντού ήταν η εξωτερική της εμφάνιση, η οποία ήταν, έως το τέλος, εντυπωσιακή. Η ίδια, ωστόσο, είχε πει ότι δεν είχε κάνει καμία αισθητική επέμβαση, ενώ δεν έκανε ούτε δίαιτα. «Σχεδόν καθόλου δεν περιποιήθηκα τον εαυτό μου μέσα σ΄αυτά τα χρόνια -λίγο το πρόσωπο. Προ δέκα ετών έκανα ένα μικρό διόρθωμα στο πηγούνι και στα βλέφαρα. Από εκεί και πέρα δεν κάνω ποτέ μου δίαιτα, τρώω ό,τι μου κατέβει, είναι το σκαρί μου, μάλλον. Εχω περίπου τα ίδια κιλά που είχα και στα τριάντα μου».