Μίνως Μάτσας: «Η μουσική είναι ο τρόπος να είμαι αληθινός»
Η μουσική ακούγεται πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα του στούντιο του Μίνου Μάτσα.
Το υπόγειο στη λεωφόρο Μεσογείων είναι ο χώρος όπου περνά πολλές ώρες της ημέρας του. Ένα πιάνο της γιαγιάς του, το γραμμόφωνο του παππού του, παρτιτούρες, βιβλία, φωτογραφίες και ζωγραφιές των παιδιών του συνθέτουν το σκηνικό. Ο ίδιος κάθεται ήδη στο πιάνο όταν φτάνουμε. Σηκώνεται να μας υποδεχθεί και, πριν ακόμη ξεκινήσει η συζήτηση, μας δείχνει μια μεγάλη πλαστική δαγκάνα που, όπως λέει γελώντας, αγόρασε από ένα παιχνιδάδικο, αφού πρώτα τη ζήλεψε σε κάποιο από τα πολλά παιδικά πάρτι των τελευταίων μηνών.
Βρισκόμαστε εδώ με αφορμή την κυκλοφορία του live album Τα Ρεμπέτικα + Fado, Tango & Blues, της ζωντανής ηχογράφησης από τις sold out συναυλίες στο Ηρώδειο που ένωσαν το ρεμπέτικο με το fado, το tango και τα blues.
Η κουβέντα, ωστόσο, δεν μένει στον νέο δίσκο. Ξεκινά από τον χώρο όπου δημιουργεί και γρήγορα ανοίγει προς τη μουσική σήμερα, την τεχνητή νοημοσύνη, την τραπ, τις νέες γενιές δημιουργών, αλλά και προς πιο προσωπικά ζητήματα: την πατρότητα, τη συνεπιμέλεια, τις ανατροπές των τελευταίων χρόνων και την ανάγκη να βρίσκει κανείς έναν σταθερό τόπο μέσα σε μια εποχή που αλλάζει διαρκώς.
Μίνως Μάτσας: «Ίσως η πιο αληθινή έκφρασή μου είναι μέσα από τη μουσική μου»
Το στούντιο το αποκαλεί «καταφύγιο αισθημάτων». Όταν του επισημαίνω ότι, πριν ακόμη βρω την είσοδο, ήταν η μουσική που με οδήγησε μέχρι εδώ, χαμογελά.
«Αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο που λες. Βλέπεις, εγώ δεν το έχω σκεφτεί ποτέ, γιατί είμαι από μέσα και όχι απ' έξω όταν κατεβαίνει κάποιος. Εγώ νομίζω ότι αυτό που καταλαβαίνει κάποιος είναι πως είναι ένας ζεστός χώρος, όπου κάνουμε μουσική και αισθανόμαστε άνετα με τον εαυτό μας. Και ασφαλείς. Επειδή είναι και κάτω από τη γη, με έναν τρόπο, παρότι υπάρχει το φως της μέρας, νομίζω ότι αυτό που καταλαβαίνει κάποιος είναι ότι είναι ένας χώρος ζεστός, ασφαλής και έχει καλή ενέργεια».
Η απάντηση για το αντικείμενο που κουβαλά τη μεγαλύτερη ιστορία έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Τα δύο αντικείμενα που κουβαλούν τη μεγαλύτερη ιστορία είναι το πιάνο της γιαγιάς μου στην είσοδο και το γραμμόφωνο του παππού μου, που το έχει διασώσει ο συλλέκτης Παναγιώτης Κουνάδης. Το ίδιο γραμμόφωνο έπαιξε στο Ηρώδειο τα δύο καλοκαίρια που έκανα τη συναυλία. Και τα δύο είναι αντικείμενα από το 1910. Στο πιάνο της γιαγιάς μου, το οποίο έχει και τα κεριά μπροστά γιατί δεν υπήρχε ηλεκτρικό τότε, έπαιξαν στη συνέχεια, μέχρι το 1960-1970, όλοι οι συνθέτες της εποχής. Τώρα τα έχω περισυλλέξει εδώ και, με το που μπαίνεις, είναι στην υποδοχή».
Το «καταφύγιο», όπως το αποκαλεί, λειτουργεί και ως αντίβαρο στην ένταση της καθημερινότητας.
«Κατεβαίνοντας από τη Μεσογείων εδώ πέρα χαλαρώνεις, γιατί είναι ένα κουτί μέσα σε ένα άλλο κουτί. Ξεχνάς την ημέρα, ξεχνάς την ώρα, ξεχνάς τις εποχές. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι εδώ είναι σαν το Underground του Κουστουρίτσα. Η εποχή είναι βάρβαρη, είναι άγρια και, αν θέλεις να σου πω από τι προστατευόμαστε, είναι ίσως από τη βαρβαρότητα της εποχής. Είμαστε ευτυχείς και τυχεροί όσοι ασχολούμαστε με τη μουσική και την τέχνη γενικότερα, γιατί ζούμε σε έναν κόσμο που, τουλάχιστον, προσπαθούμε να είναι πιο όμορφος από ό,τι είναι όταν ανεβαίνεις επάνω».
Τα τελευταία πέντε χρόνια, παραδέχεται, ο χρόνος που περνά στο στούντιο έχει μειωθεί.
«Πια είναι πιο περιορισμένος ο χρόνος μου, γιατί έχω τα παιδάκια μου. Πηγαίνω νωρίτερα στο σπίτι ή έρχονται εκείνα εδώ. Όπως είδες στην είσοδο, έχει γίνει λίγο σαν παιδική χαρά.»
Θυμάται ότι και ο πατέρας του τον έπαιρνε στο στούντιο από τότε που ήταν πέντε ετών. «Δεν το έκανα συνειδητά, αλλά κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι, όπως εγώ σηκωνόμουν στις μύτες για να δω τι γίνεται από την άλλη μεριά στο τζάμι του στούντιο, έτσι τώρα φέρνω κι εγώ τα παιδιά μου εδώ. Ή, όταν μπορώ, διακόπτω νωρίτερα για να πηγαίνω στο σπίτι».
Υπάρχουν περίοδοι που αυτός ο χώρος γίνεται ακόμη πιο απαραίτητος. «Σε περιόδους ανατροπών, σε περιόδους απώλειας, σε περιόδους όπου υπάρχει υπερέκθεση λόγω της δουλειάς. Όταν συμβαίνουν όλα αυτά, νιώθω μεγαλύτερη την ανάγκη για απομόνωση και, κυρίως, να είμαι κοντά στη μουσική, που για μένα είναι σαν να είμαι πιο κοντά στον εαυτό μου. Εκείνες τις περιόδους που υπάρχει περισσότερη δραστηριότητα απ' έξω, νιώθω την ανάγκη να πλησιάζω όσο το δυνατόν περισσότερο στην ουσία και στην αλήθεια. Γιατί η μουσική είναι ένας τρόπος να είμαι αληθινός. Ίσως η πιο αληθινή έκφρασή μου είναι μέσα από τη μουσική μου».
Ο Μίνως Μάτσας μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια που έχει ταυτιστεί με την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η διαδρομή του ήταν ήδη χαραγμένη. Ο ίδιος, όμως, δεν το βλέπει έτσι. «Καταρχάς ήμουν προορισμένος να αναλάβω την εταιρεία. Εγώ, όμως, έκανα κάτι άλλο. Μέσα από τα εμπόδια νομίζω ότι μπορείς να δημιουργείς ακόμη περισσότερο. Όταν λέω "εμπόδια", εννοώ ότι ήμουν προορισμένος να κάνω τη δουλειά που κάνει η αδερφή μου. Εγώ ένιωθα ότι δεν είμαι γι' αυτή τη δουλειά. Είμαι για να ασχολούμαι με τη μουσική, γιατί αυτό ήταν που μου δημιουργεί ολοκλήρωση, χαρά και ευτυχία.
»Από μικρό παιδί κατάλαβα ότι αυτός ο δρόμος ήταν πολύ πιο δύσκολος. Όταν έχεις μεγαλώσει βλέποντας όλους αυτούς τους δημιουργούς, έπρεπε να δουλέψω επί δέκα για να καταλάβω, πρώτα απ' όλα εγώ ο ίδιος, αν αξίζω. Και, δεύτερον, γιατί πάντα ζητάς την αναγνώριση. Πρώτα από τους γονείς σου και μετά από τους συναδέλφους σου. Αυτό εννοώ όταν μιλάω για εμπόδια. Μέχρι να βρεις ποια είναι η θέση σου στο μουσικό γίγνεσθαι και να βρεις τη δική σου γλώσσα στη μουσική.
»Είναι όπως ένας συγγραφέας βρίσκει τη γλώσσα του στη λογοτεχνία. Έτσι κι ένας συνθέτης βρίσκει τη μουσική του γλώσσα. Και κάποια στιγμή ακούει κάποιος κάτι και ξέρει ότι αυτό είναι δικό σου».
Όταν η συζήτηση φτάνει στις πολλές ταυτότητες που καλείται να ισορροπήσει -γιος, πατέρας και δημιουργός -δεν δείχνει να θέλει να τις ιεραρχήσει. «Και τα τρία συνυπάρχουν. Δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Αλλά σίγουρα αυτό που δίνει νόημα στη ζωή μου, πρώτα απ' όλα, είναι η πατρότητα και οι σχέσεις που έχω με τα παιδιά μου. Γιατί, οτιδήποτε κι αν κάνουμε στη ζωή μας, αυτό είναι πάνω απ' όλα. Είναι κάτι ανεπανάληπτο. Κάτι που αλλάζει όλη σου τη σχέση με τη ζωή, με τον χρόνο, με την αγάπη, με την ευθύνη. Αλλάζει ακόμη και την έννοια του χρόνου.
Από την άλλη, υπάρχει μια προσφορά που είναι εντελώς ανιδιοτελής. Η μεγάλη μου κόρη είναι 18 ετών, έχει περάσει στο πανεπιστήμιο και ζει στην Αμερική. Τώρα, όμως, μιλάω κυρίως για τα μικρά παιδιά, τεσσεράμισι ετών. Είναι στην καλύτερη ηλικία. Τώρα διαμορφώνονται, τώρα γίνονται οι πλάκες, τώρα υπάρχει μια επικοινωνία υψηλού επιπέδου.
Είναι ένας κόσμος που, αν δεν τον ζήσεις από κοντά, δεν μπορείς πραγματικά να τον καταλάβεις. Γιατί τα παιδιά σου δίνουν μια ευκαιρία. Όχι να επιστρέψεις πίσω, αλλά να λύσεις όλα σου τα θέματα, γιατί έχεις να αντιμετωπίσεις την ίδια τη ζωή. Είναι η ευκαιρία της ζωής σου να προχωρήσεις μπροστά εσύ ο ίδιος, γιατί έχεις δύο παιδιά και πρέπει να είσαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου».
«Το καλύτερο για τα παιδιά είναι να βλέπουν δύο γονείς που συνεργάζονται»
Όταν δεν δουλεύει, λέει ότι έχει ανάγκη από αποσυμπίεση. «Το πρώτο πράγμα είναι η επαφή μου με τη φύση, με τα βιβλία, με τον κινηματογράφο. Αλλά, ξαναλέω, όλα αυτά έχουν εκμηδενιστεί από τον χρόνο που περνάω με τα παιδάκια μου. Είναι ένας χρόνος πολύτιμος για όλους μας και δίνει πραγματικά νόημα στη ζωή μου. Δόξα τω Θεώ περνάω πολύ χρόνο μαζί τους».
Η αναφορά στα παιδιά του οδηγεί τη συζήτηση στη συνεπιμέλεια. «Έχω τη συνεπιμέλεια των παιδιών με τη μητέρα τους και ελπίζω ότι αυτό δεν θα αλλάξει. Το λέω γιατί τελευταία διαβάζω κάποια άρθρα που αναφέρουν ότι θα κατατεθεί ένα νομοσχέδιο και θα αλλάξει το τι σημαίνει συνεπιμέλεια, δηλαδή το ότι η συνεπιμέλεια ασκείται εξίσου και από κοινού από τον πατέρα και τη μητέρα.
Θέλω να πω ότι, στην πράξη, τα παιδιά είναι καλύτερα από ποτέ. Έχουν δύο σπίτια, δύο δωμάτια, δύο ντουλάπες με παιχνίδια. Κάποιοι λένε ότι αυτό δημιουργεί πρόβλημα στα παιδιά. Αυτά είναι κατάλοιπα παλαιολιθικής εποχής. Τα παιδιά έχουν ανάγκη και από τους δύο γονείς, εφόσον βέβαια είναι σε θέση να αναλάβουν τις ευθύνες τους, να είναι παρόντες και να μπορούν να δώσουν τον χρόνο τους. Πιστεύω ότι αυτό είναι το καλύτερο πράγμα για τα παιδιά και ελπίζω ότι αυτά που διαβάζω δεν ισχύουν».
Τα τελευταία δύο χρόνια, όπως λέει, δέχεται συχνά μηνύματα από πατεράδες που του περιγράφουν τις δικές τους ιστορίες. «Άθελά μου βρέθηκα σε μια κατάσταση όπου μου γράφουν μπαμπάδες τις ιστορίες τους. Ιστορίες για το πώς κάποιοι πρώην σύζυγοι προσπάθησαν να αποξενώσουν τον έναν γονιό από τον άλλον. Ιστορίες τρόμου. Και λέω, πόσο δράμα είναι αυτό για τα παιδιά. Γιατί ο γονεϊκός ρόλος δεν σταματάει όταν χωρίζουν δύο άνθρωποι. Συνεχίζεται εφ' όρου ζωής. Το καλύτερο για τα παιδιά είναι να βλέπουν δύο γονείς που συνεργάζονται, που αγαπούν τα παιδιά τους. Το ότι δεν ζουν μαζί, ότι υπάρχουν δύο σπίτια, πίστεψέ με, δεν είδα την παραμικρή ένδειξη ότι δεν λειτουργεί. Αυτό που δεν λειτουργεί είναι στα μυαλά κάποιων παλαιότερων ανθρώπων που λένε ότι δεν γίνεται να πηγαίνουν από το ένα σπίτι στο άλλο. Δεν έχουν πρόβλημα τα παιδιά».
Η καθημερινότητά του είναι μοιρασμένη ακριβώς στη μέση. «Έχουμε ακριβώς μοιρασμένο χρόνο. Εγώ δεν το πίστευα, αλλά το βλέπω στην πράξη πόσο λειτουργεί. Γι' αυτό δεν καταλαβαίνω όταν κάποιοι λένε ότι η συνεπιμέλεια είναι προβληματική. Εγώ διαπιστώνω στην πράξη ότι είναι απολύτως λειτουργική. Και πίστεψέ με, αν έβλεπα ότι δεν λειτουργεί για τα παιδιά, θα ήμουν ο πρώτος που θα έλεγα "ώπα". Τα παιδιά είναι εύπλαστα, προσαρμόζονται στις καταστάσεις. Προφανώς βοηθάει και η ηλικία, αλλά το θέμα είναι ότι ο γονεϊκός ρόλος συνεχίζεται και ότι το καλύτερο για τα παιδιά είναι να βλέπουν δύο γονείς που συνεργάζονται. Μεγαλώνουν πάρα πολύ γρήγορα και καταλαβαίνουν τα πάντα. Με εκπλήσσουν κάθε μέρα».
»Έχω καταλάβει επίσης πόσο κακός σύμβουλος μπορεί να γίνει ο εγωισμός σε μια τέτοια κατάσταση. Ο εγωισμός των ανθρώπων είναι έτσι κι αλλιώς κακός σύμβουλος όταν υπάρχουν παιδιά. Δεν έχει κανείς να χωρίσει τίποτα από τον άλλον. Για όνομα του Θεού. Η ζωή είναι πολύ μικρή. Πρώτον, τα παιδάκια μεγαλώνουν. Και δεύτερον, όλοι θα αφήσουμε ένα αποτύπωμα σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έχει κανένα νόημα. Εγώ είμαι απολύτως... πώς να το πω... ειρηνιστής. Δεν είμαι υπέρ ούτε της διαμάχης ούτε της κόντρας. Εξάλλου, γι' αυτό κάνουμε μουσική. Για να ημερεύουμε την ψυχή μας και τις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Να ομορφαίνουμε όσο μπορούμε τον κόσμο μας.»
Ο Σαμουήλ και η Ελένη, τα δίδυμα παιδιά του, είναι ήδη εξοικειωμένοι με τη μουσική. «Ακούνε πολύ μουσική. Κάθονται μόνα τους στο πιάνο. Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να μην λες τίποτα, γιατί τα παιδιά βλέπουν και κάνουν, αν θέλουν, ή δεν κάνουν. Πάμε βόλτες, πάμε για roller skating. Πήγα σε πενήντα πέντε παιδικά πάρτι φέτος. Και εκεί βλέπεις κάτι πολύ σημαντικό. Βλέπεις τους μπαμπάδες να είναι πολύ ενεργοί, πολλές φορές εξίσου με τις μαμάδες ή και περισσότερο, λόγω φόρτου εργασίας. Αυτό δεν είναι θεωρία. Το βλέπω στην πράξη. Δεν είναι όπως ήταν παλιά, ο μπαμπάς στη δουλειά και η μαμά με τα παιδιά. Τώρα στα παιδικά πάρτι βλέπεις τους μπαμπάδες παντού. Νομίζω ότι έχουμε απελευθερωθεί. Οι ρόλοι δεν είναι πια άσπρο-μαύρο και αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο.
»Εγώ, όταν μεγάλωνα, ο πατέρας μου δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και δεν τον χάρηκα όσο θα ήθελα. Είχα βέβαια τη μητέρα μου και τη γιαγιά μου, αλλά η πατρική παρουσία είναι πολύ σημαντική».
Η συζήτηση επιστρέφει στη μουσική και στο πώς άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο τη βιώνουμε.
«Από τη στιγμή που δεν υπάρχει πια ο υλικός φορέας -ο δίσκος, το CD, η κασέτα- αυτό εξαφανίστηκε. Από μια ρομαντική πλευρά, όμως, η μουσική είναι η πιο αφηρημένη μορφή τέχνης. Δεν μπορείς να την πιάσεις, δεν μπορείς να τη δεις. Μπορείς μόνο να την αισθανθείς. Άρα, κατά κάποιον τρόπο, επέστρεψε σε μια άυλη μορφή. Εγώ είχα συνηθίσει στους δίσκους, αλλά αυτή τη στιγμή, ευτυχώς ή δυστυχώς, η μουσική είναι στον αέρα. Είναι μια ρομαντική άποψη, το ξέρω, αλλά προσπαθώ να τα βλέπω έτσι. Σαν να επέστρεψε η μουσική στην εποχή που έγραφαν ο Μπετόβεν και ο Μότσαρτ. Δεν υπήρχε υλικό. Ο κόσμος πήγαινε στις συναυλίες και άκουγε μουσική. Ίσως γι' αυτό και σήμερα οι συναυλίες συγκεντρώνουν τόσο πολύ κόσμο».
Για την trap και τη rap ο Μίνως Μάτσας αποφεύγει τις εύκολες κρίσεις. «Είναι και μουσικό και κοινωνικό φαινόμενο. Οτιδήποτε κυριαρχεί σε μια κοινωνία έχει λόγο ύπαρξης. Για κάποιο λόγο γεννήθηκε αυτή η μουσική. Με ενδιαφέρει πολύ, όπως με ενδιαφέρουν όλα τα νέα μουσικά ρεύματα. Προφανώς εκφράζει την αντίδραση, τα όνειρα, την αδικία, τις φιλοδοξίες μιας γενιάς.
»Υπάρχουν στίχοι που δεν με εκφράζουν, αλλά υπάρχουν και καλές πλευρές. Το πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε από πού προέρχεται αυτό το ρεύμα και τι θέλουν να μας πουν αυτές οι γενιές. Εκφράζει την ταχύτητα, την τεχνολογία, την ανάγκη για εικόνα, την προβολή, τη γρήγορη επιτυχία. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει και την κοινωνική αδικία, τη ματαίωση, έναν θυμό. Και όπου υπάρχει αδικία, υπάρχει και θυμός. Δεν το βλέπω σαν άσπρο ή μαύρο. Εμένα με ενδιαφέρει. Ακούω καλλιτέχνες. Άλλοι μου αρέσουν, άλλοι όχι. Αλλά θεωρώ ότι έχει την αξία του».
«Η Ελλάδα είναι μια πολύ μικρή χώρα με πολύ ταλέντο»
Παρά τις συχνές διαπιστώσεις ότι η ελληνική μουσική περνά κρίση, ο Μίνως Μάτσας παραμένει αισιόδοξος για τη νέα γενιά δημιουργών.
«Η Ελλάδα είναι μια χώρα που, εκ διαμέτρου αντίστροφα με τον πληθυσμό της, έχει τεράστιο ταλέντο. Είναι μια πολύ μικρή χώρα με πολύ ταλέντο. Αυτό υπήρχε πάντα, υπάρχει τώρα και θα υπάρχει και αύριο. Υπάρχουν νεότεροι άνθρωποι, συνθέτες και τραγουδιστές. Αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ. Και σίγουρα είμαι ανοιχτός σε συνεργασίες με νεότερους ανθρώπους. Το αποδεικνύει και η δουλειά μου, γιατί τα τελευταία χρόνια έχω συνεργαστεί στις ζωντανές εμφανίσεις μου με νεότερους καλλιτέχνες. Αποζητώ τη φρέσκια ματιά στη μουσική.
»Υπάρχουν πολλές νέες φωνές. Ο Ορέστης Ντάντος, για παράδειγμα, είναι μια νέα συνθετική φωνή. Αναφέρω επίσης τη Μυρτώ Βασιλείου και τη Δήμητρα Μωραΐτη, δύο νέα κορίτσια με τα οποία έχουμε συνεργαστεί. Μιλάω για ανθρώπους κάτω των τριάντα ετών. Υπάρχουν σίγουρα πολλοί ακόμη. Απλώς πρέπει να βγαίνεις από το σπίτι σου και να πηγαίνεις να τους ακούς. Νομίζω ότι αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ. Είναι στο αίμα μας η μουσική».
Ανάλογα βλέπει και τα talent shows. «Εγώ μεγάλωσα με το talent show που λεγόταν "Να η Ευκαιρία". Είναι μια διέξοδος για κάποιους ανθρώπους. Ειδικά τότε που μεγάλωνα δεν υπήρχαν ούτε ιδιωτικά κανάλια. Είχαμε ασπρόμαυρη τηλεόραση και ραδιόφωνο -μαρτυράει και την ηλικία μου αυτό. Γιατί όχι; Είναι ένας τρόπος να σε γνωρίσει κάποιος.»
Στην ερώτηση τι πιστεύει ότι θα εξόργιζε σήμερα τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι, χαμογελά. «Καταρχάς, θα ήθελα πάρα πολύ να ζουν και οι δύο. Γιατί θα κάναμε παρέα. Αν εγώ έφτανα στην ηλικία που είμαι τώρα και εκείνοι δεν προχωρούσαν ηλικιακά, θα είχαμε κάπου συναντηθεί στη μέση. Θα ήταν πάρα πολύ ωραίο. Μιλάμε για δύο μεγαθήρια, για δύο στιλοβάτες της ελληνικής μουσικής.
»Τι θα τους εξόργιζε; Δεν μπορώ να το ξέρω. Σίγουρα τον Χατζιδάκι θα τον εξόργιζε η ανέδεια και η αγένεια, γιατί και τότε τον ενοχλούσαν. Τον Τσιτσάνη ίσως θα τον ενοχλούσε η ευκολία με την οποία γράφεται σήμερα ένα τραγούδι. Ήταν ένας άνθρωπος που για να φτιάξει μια εισαγωγή παιδευόταν μέρες ολόκληρες. Γι' αυτό και πολλές εισαγωγές των τραγουδιών του είναι σαν να αποτελούν ένα ξεχωριστό έργο.»
Η τεχνητή νοημοσύνη, αντίθετα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν τον φοβίζει.
«Όχι, δεν με φοβίζει. Η τεχνολογία είναι συνεργάτης μου από τότε που ξεκίνησα. Από το 1980 είναι ένας πολύ σταθερός συνεργάτης μου και με έχει βοηθήσει να κάνω πράγματα που δεν θα μπορούσα να κάνω χωρίς αυτήν.
»Η συνεργασία με την τεχνολογία είναι πάντα υπέρ μας. Θεωρώ ότι η τεχνολογία έχει και μια τρομερά ποιητική πλευρά. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις εμπειρίες, τα βιώματα και την ψυχοσύνθεση. Ακόμη κι αν τα μιμηθεί, δεν μπορεί να τα υποκαταστήσει.
»Έχω μπει, έχω δει, έχω ακούσει. Είναι ένα πράγμα τέλειο. Αλλά τελειότητα υπάρχει; Δεν υπάρχει. Ούτε στη φύση υπάρχει τελειότητα. Οπότε βλέπεις κάτι που μοιάζει τέλειο. Είναι, βέβαια, εξωφρενικά εντυπωσιακό. Αλλά προσωπικά δεν μπορεί να με αγγίξει. Το καταλαβαίνω κατευθείαν, γιατί είναι κάτι που δεν έχει ατέλειες. Ό,τι κάνουμε εμείς έχει ατέλειες. Παίρνοντας, λοιπόν, τα καλά της τεχνητής νοημοσύνης και γενικότερα της τεχνολογίας, γινόμαστε καλύτεροι. Μας βοηθά να κάνουμε τα πράγματα πιο γρήγορα, πιο εύκολα και να επικεντρωνόμαστε στην ουσία. Και η αλήθεια είναι ότι, αν σε κάτι μάς βοηθά η τεχνητή νοημοσύνη, είναι στον χρόνο. Έχουμε κερδίσει χρόνο. Και αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.»
Η συζήτηση επιστρέφει στη δημιουργία και σε μια ιδέα που, όπως λέει, ξεκίνησε ως «τρελή» και τελικά βρήκε τον δρόμο της μέχρι το Ηρώδειο. «Είμαι πολύ χαρούμενος, γιατί κυκλοφορεί το άλμπουμ από τα "Ρεμπέτικα + Fado, Tango & Blues". Ήταν μια τρελή ιδέα που είχα πριν από τρία χρόνια και μετουσιώθηκε σε δύο συναυλίες στο Ηρώδειο. Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί ο κόσμος αγάπησε αυτή την ιδέα. Ήταν μια ιδέα που έγινε πραγματικότητα και, απ' όσα μου είπε ο κόσμος, πέτυχε. Τώρα εκδίδουμε τη ζωντανή ηχογράφηση αυτής της συναυλίας».
»Πρόκειται για κάποια ρεμπέτικα σε αυθεντική εκτέλεση και κάποια άλλα που έχω διασκευάσει, μαζί με αντίστοιχα τραγούδια που γράφονταν την ίδια εποχή σε διαφορετικά μήκη και πλάτη της γης, αλλά είχαν το ίδιο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο.
»Τα blues εξέφραζαν τον πόνο και την αγανάκτηση της σκλαβιάς στον αμερικανικό Νότο. Τα fado γεννήθηκαν σε μια Πορτογαλία που έζησε δεκαετίες δικτατορίας. Τα tango δημιουργήθηκαν από μετανάστες και από τους πιο φτωχούς ανθρώπους της Αργεντινής και παίζονταν έξω από τους οίκους ανοχής, την ώρα που περίμεναν στην ουρά. Μαζί με τα ρεμπέτικα, που εκφράζουν μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο της ελληνικής ιστορίας, όλα μιλούν για την ίδια ανάγκη των ανθρώπων να ζήσουν, να ερωτευτούν, να αγαπηθούν και να επιβιώσουν.
»Μου φαινόταν μια τρελή ιδέα, αλλά λειτούργησε. Και πραγματικά, ακόμη κι αν δεν ξαναέκανα τίποτα άλλο, θα ήμουν τόσο χαρούμενος που αυτή η ιδέα πραγματοποιήθηκε και αποτυπώθηκε σε μια ζωντανή ηχογράφηση, ώστε να μπορεί να την ακούσει και όποιος δεν κατάφερε να βρεθεί στο Ηρώδειο.
»Σε αυτή τη συναυλία συμμετείχαν, εκτός από τον Κώστα Τριανταφυλλίδη και τη Δήμητρα Μωραΐτη, τρεις τραγουδιστές -ένας από κάθε μουσικό είδος- που ήρθαν από την Αμερική, την Αργεντινή και την Πορτογαλία μαζί με τους μουσικούς τους. Ενωθήκαμε όλοι μαζί στα πόδια της Ακρόπολης και ήταν μια πραγματικά συγκινητική στιγμή.»
«Τελικά, αυτό θέλει η ζωή: υγεία, αγάπη και λίγη σαχλαμάρα.»
Η συζήτηση επιστρέφει στον ίδιο. Στα χρόνια που πέρασαν, στις επιλογές που τον διαμόρφωσαν και σε όσα, όπως λέει, τον έκαναν να βλέπει διαφορετικά τη ζωή.
«Αυτό που έμαθα είναι ότι οι επιλογές μας μάς καθορίζουν και ότι ό,τι γίνεται είναι ένα μάθημα για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.»
Μεγαλώνοντας, παραδέχεται, έμαθε και να συγχωρεί περισσότερο. «Σίγουρα αυτό που συγχωρώ περισσότερο είναι τα λάθη, γιατί καταλαβαίνω περισσότερο τους ανθρώπους. Καταλαβαίνω και τον εαυτό μου. Όταν είσαι νέος, έχεις μια ορμή και όλα είναι άσπρο ή μαύρο. Μεγαλώνοντας, που καταλαβαίνεις περισσότερα πράγματα, τουλάχιστον εγώ συγχωρώ περισσότερο τα λάθη. Γιατί τι θα ήμασταν χωρίς τα λάθη μας; Δεν θα ήμασταν οι μισοί. Έτσι κι αλλιώς, από τα λάθη και από τις αποτυχίες μαθαίνεις.»
Για εκείνον, η μεγαλύτερη πολυτέλεια δεν έχει καμία σχέση με τα χρήματα. «Η πολυτέλεια είναι ο χρόνος. Ο χρόνος είναι το πιο πολυτελές πράγμα. Νομίζω ότι είναι και θα είναι το ύψιστο αγαθό. Χρόνος για να περνάς με τον εαυτό σου, χρόνος για να κάνεις πράγματα που αγαπάς, πέρα από αυτό που λέμε, σε εισαγωγικά, επάγγελμα. Νομίζω ότι ο χρόνος είναι ένα πολύτιμο αγαθό και μας χρειάζεται.»
Αν μπορούσε να αφήσει μόνο μία φράση στα παιδιά του, δεν θα ήταν κάποια συμβουλή για την επιτυχία. «Να σέβονται τον εαυτό τους, πρώτα απ' όλα. Και, κατ' επέκταση, να σέβονται και τους άλλους. Να έχουν ενσυναίσθηση. Συμπόνια για τους συνανθρώπους τους. Και να είναι υπεύθυνοι άνθρωποι, υπεύθυνοι μέσα στην κοινωνία. Είναι πολύ σημαντικό να είσαι υπεύθυνος άνθρωπος. Και, πάνω απ' όλα, να είναι χαρούμενα. Γιατί, αν δεν χαιρόμαστε, δεν μπορούμε να ζήσουμε.»
Στο τέλος της ημέρας, όταν μένει μόνος στο στούντιο, υπάρχει μία σκέψη στην οποία επιστρέφει ξανά και ξανά. «Θα ήθελα να μπορούσα να γυρίσω τριάντα χρόνια πίσω, αλλά με τις εμπειρίες που έχω σήμερα. Αυτό θα ήθελα πάρα πολύ. Αυτό το σκέφτομαι συνέχεια.»
Το καλοκαίρι θα είναι αφιερωμένο κυρίως στην οικογένειά του. «Θα πάρω τον χρόνο μου για να ξεκουραστώ, να κάνουμε διακοπές με τα παιδιά. Έρχεται και η κόρη μου από την Αμερική. Αυτό είναι ένα πολύ βασικό κομμάτι του καλοκαιριού μου.
»Από τον Αύγουστο, όμως, αρχίζω ήδη να προετοιμάζομαι για αρκετά πράγματα. Φέτος, μάλλον τυχαίνει να είναι η χρονιά του θεάτρου, γιατί γράφω μουσική για πέντε θεατρικές παραστάσεις. Τρεις από αυτές είναι με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, ενώ θα ακολουθήσει και η "Μικρά Αγγλία" στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Μετά, προς τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο, έρχεται και μια τηλεοπτική σειρά σε σκηνοθεσία της Μιμής Ντενίση.
»Ελπίζω να είναι ένας παραγωγικός χειμώνας. Να έχουμε την υγεία μας. Τελικά, αυτό θέλει η ζωή: υγεία, αγάπη και λίγη σαχλαμάρα», καταλήγει ο Μίνως Μάτσας.