fbpx Ο Αντώνης Καφετζόπουλος αφηγείται τη ζωή του -Η Πόλη, η υποκριτική, ο Ακάλυπτος και οι δύο γιοι του | BOVARY
Αντώνης Καφετζόπουλος
Φωτογραφία: Πάνος Μάλλιαρης
SHARE
ΑΝΤ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος αφηγείται τη ζωή του -Η Πόλη, η υποκριτική, ο Ακάλυπτος και οι δύο γιοι του


Ο Αντώνης Καφετζόπουλος διαθέτει την γοητεία της αντίφασης: Μικρός ήθελε να γίνει ροκάς, μετά σκηνοθέτης -έγινε ηθοποιός. Εχει αναρχικά στοιχεία αλλά πιστεύει στη δημοκρατία. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ζει στην Αθήνα. Εχει δύο γιους.

«Ηρθα από την Πόλη στα δέκα τέσσερά μου χρόνια. Έχω πολλές αναμνήσεις. Πήγαινα σε μειονοτικό σχολείο, έκανα δύο γλώσσες, ελληνικά και τούρκικα. Όσο υπήρχαν συγγενείς επέστρεφα τα καλοκαίρια, ως επισκέπτης, τουρίστας.
Για μένα δεν ήταν ούτε δύσκολο ούτε βαρύ που φύγαμε από την Πόλη γιατί ήμουν στην ηλικία που ήθελα να πάω προς την Δύση, στις ελευθερίες. Γιατί κακά τα ψέματα, η κοινωνία της Κωνσταντινούπολης και η κοινότητα, αλλά και η ευρύτερη τουρκική, ήταν περιοριστική. Ήθελα να πάω κι εγώ προς τους χίπηδες. Το έβλεπα με χαρά ότι θα πάω στην Ελλάδα.
Αλλά για την οικογένειά μου ήταν καταστροφικό, διαλυτικό. Ήρθαμε εδώ, μείναμε σε μια γκαρσονιέρα, κοιμόμουν σε ράντζο για δύο χρόνια. Οι γονείς μου, ταπεινής καταγωγής και ταπεινών εισοδημάτων, κατάλαβαν ότι εδώ θα κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Αλλά πνευματικά τους πείραξε πάρα πολύ. Είχαν ένα επίπεδο κουλτούρας που δεν υπήρχε στην Αθήνα όταν ήρθαν, το οποίο τους στεναχωρούσε. Και δεν εννοώ ότι πήγαιναν στα θέατρα και τις όπερες. Απλώς μιλούσαν τρεις γλώσσες –ελληνικά, τουρκικά, γαλλικά, και λίγα αγγλικά. Εγκατασταθήκαμε στα Πατήσια, κοντά στην πλατεία Κολιάτσου. Εκεί που μένει τώρα ο μεγάλος μου ο γιος».

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Εγώ προσαρμόστηκα πολύ γρήγορα. Μου έκαναν πλάκα στο σχολείο για την προφορά μου, όχι τόσο τα παιδιά και προς τιμήν τους, αλλά οι καθηγητές μου στην Α΄ Γυμνασίου, κι έτσι την απέβαλα μέσα σε έξι μήνες. Και μίλησα αθηναίικα… Τα τούρκικα φυσικά και τα θυμάμαι, κι ας μην τα μιλάω πολύ άνετα. Θυμάμαι στα 16-17 μου με έπαιρνε ένας μεταφραστής υποτίτλων ταινιών –ήταν τότε της μόδας οι τούρκικες ταινίες, και τον βοηθούσα στις μεταφράσεις και μου έδινε χαρτζιλίκι».

Η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν με την Έλλη Λαμπέτη

«Πιτσιρικάς ήθελα να γίνω τραγουδιστής, ροκάς. Έπαιζα κιθάρα. Μετά, άρχισα να βλέπω πολλές ταινίες, πήγαινα πέντε-έξι φορές την εβδομάδα σινεμά. Ήταν μια πολύ ζωντανή εποχή τότε, που περιμέναμε να βγει η καινούργια ταινία του Μπέργκμαν, του Φελίνι, αγγλικές ταινίες με ιστορίες που αφορούσαν τους νέους…. Θυμάμαι είχα δει μια ταινία του Ορσον Ουέλς, τους “Υπέροχους Άμπερσονς” και είπα πως αυτό θέλω να γίνω, σαν αυτόν τον σκηνοθέτη. Δεν ήξερα τότε ότι ο Ορσον Ουελς είναι ο Ορσον Ουελς…. Μου άρεσε αυτό το σινεμά, αυτό το ύφος, αυτό το στυλ. Θέατρο πήγαινα πολύ λίγο. Έχω δει μερικές πολύ ωραίες παραστάσεις στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Ομολογώ όμως ότι τώρα το επίπεδο έχει ανέβει –έβλεπες πολύ θεατρίλα τότε. Στο Υπόγειο όμως είχε έναν περίεργο ρεαλισμό με στοιχεία εσωτερικού βάθους. Αυτό είναι πια πολύ πιο διαδεδομένο σήμερα.
Είχα δει την Παξινού στο “Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα” –καταλάβαινα ότι αυτή η γυναίκα έχει μια ενέργεια, μια δύναμη, ότι εκφράζει πολύ καλά το κείμενο, ότι ξέρει τι λέει. Αλλά από την άλλη, ο τρόπος της με σόκαρε –ήμουν συνηθισμένος από τις ερμηνείες του σινεμά. Όταν, μετά, την είδα στις ταινίες, κατάλαβα ότι μπορεί να παίζει όπως θέλει…».

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Είχα στο μυαλό μου να σπουδάσω σινεμά και πήγα ως παρατηρητής-επισκέπτης στο κινηματογραφικό τμήμα της Σχολής Σταυράκου. Δεν μου άρεσε το κλίμα όμως, ήταν πολύ θεωρητικό και είπα να το προσεγγίσω από την πλευρά του ηθοποιού. Γιατί είχα στο νου μου τον Ορσον Ουέλς, που ήταν και ηθοποιός –αλλά δεν είχα όνειρο να γίνω ηθοποιός. Τελείωσα το θεατρικό τμήμα της Σχολής, που ενδιαμέσως αποσχίστηκε από του Σταυράκου και το ανέλαβε η Ευγενία Χατζίκου –η διευθύντριά του.
Η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ήταν με την Έλλη Λαμπέτη. Πριν είχα δουλέψει λίγο στο Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη. Είχα μια σχέση τότε με μια ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης και ο Μιχαηλίδης με προσέλαβε για ταμείο και φώτα. Μόλις έκλεινα το ταμείο ανέβαινα στο ηλεκτρολογείο να φωτίσω την παράσταση… Μια μέρα ήρθαν η Σοφία Σπυράτου και ο Γιώργος Μιχαηλίδης και μου είπαν ότι έφυγε ένας ηθοποιός και ότι “έχουμε παράσταση σε δέκα λεπτά… και κατέβα”. Και κατέβηκα… Δεν ήταν τίποτα, αλλά μου άρεσε η εμπειρία. Φαίνεται όμως ότι κάτι είδαν σε μένα, και η Σπυράτου μου πρότεινε να πάω σε σχολή… Μετά, μαθητής στην σχολή πια, έπαιξα και σε μια παράσταση του Μιχαηλίδη –ήταν ένα δικό του έργο, “Η δίκη των έξι”, με τον Σοφοκλή Πέππα, τον Λευτέρη Βογιατζή, την Μαρίκα Τζιραλίδου, τον Τάσο Υφάντη, την Σπυράτου…»

«Στην Λαμπέτη πήγα με κάτι σαν οντισιόν –γιατί με εξαπάτησε λίγο η Όλια Λαζαρίδου. Ήταν φίλη με τον Γιάννη τον Διαμαντόπουλο που ήταν βοηθός του σκηνοθέτη Μάουρο Μπολονίνι που ανέβαζε την “Φιλουμένα Μαρτουράνο”. Μου μιλούσε για την παράσταση η Όλια, έπαιζε κι εκείνη και η Κατερίνα Γώγου και μου έλεγε συνέχεια να πάω… Ο Μπολονίνι ήταν του σινεμά και η Λαμπέτη μου άρεσε πολύ, είχα καταγοητευθεί. Μια μέρα με πήρε η Όλια να πάμε ως την Αγίου Μελετίου. Χτυπάει ένα κουδούνι, ανοίγει ο Διαμαντόπουλος και του λέει “αυτός είναι, δες τον”. Κατάλαβα ότι ήταν οντισιόν. Με έβαλε ο Μπολονίνι να διαβάσω εφημερίδα, μια είδηση. Με ρώτησε αν μπορώ να ψαλιδίσω λίγο το μουστάκι μου, ήταν σταλινικού τύπου, για να δει πως δείχνω.

Έγινα ένας από τους τρεις γιους της Φιλουμένα –οι άλλοι δύο ήταν ο Πάνος Μιχαλόπουλος και ο Σάββας Αξιώτης.
Η Λαμπέτη, πολύ ευγενής σαν άνθρωπος, ήταν πολύ σκληρή και απόλυτη με την δουλειά της, δεν σήκωνε κουβέντα όταν επρόκειτο για την παράσταση. Την γνώρισα πολύ καλά την Λαμπέτη, ήμασταν αρκετά κοντά, με συμπαθούσε. Γενικά ήταν συμπαθής με τους ανθρώπους. Ήταν μια ωραία εμπειρία…»

Όχι, ο Ακάλυπτος δεν μου μοιάζει καθόλου

«Tην ίδια χρονιά ήρθαν ο Διαγόρας Χρονόπουλος με τον Ηρακλή Παπαδάκη για την “Αστροφεγγιά”. Με είχαν δει στην Λαμπέτη και με φώναξαν για την σειρά αυτήν στην ΕΡΤ. Άφησα την δουλειά του ηχολήπτη και πήγα. Δεν περίμενα καθόλου την επιτυχία του σήριαλ. Νομίζω ότι ήταν εξαιρετική η διανομή και η εικονοποίηση –μοντάζ στον αέρα έκανε ο Τάκης Γιαννόπουλος, με ωραίο ρυθμό. Το βιβλίο αναφερόταν στην εθνική ιδέα, ήταν χαμηλών τόνων, με μια υποβόσκουσα ιδεολογία. Έπαιζαν Κιμούλης, Βαλτινός, Άρης Ρέτσος αλλά και Ράνια Οικονομίδου, Αριέττα Μουτούση… Εξαιρετικός ο Σταύρος Ξενίδης, η Νέλλη Αγγελίδου.
Εμείς δεν είχαμε τηλεόραση στο σπίτι, το έβλεπα περιστασιακά. Θυμάμαι έμπαινα στο λεωφορείο, με κοιτούσαν λίγο, έλεγαν κάτι μεταξύ τους, και μου ΄λεγαν κι εμένα μια καλή κουβέντα. Ήρθε κι ένας παραγωγός μετά να μου κάνει πρόταση για περιοδεία το καλοκαίρι –ακόμα το λέει ότι του αρνήθηκα.
Ημουν ήδη 29 χρόνων στην σειρά. Δεν ήμουν ο εικοσάχρονος που ξαφνικά τον χτύπησε η επιτυχία. Εκεί που αισθάνθηκα ότι μπήκε ακόμα πιο πολύ στα σπίτια των πάντων ήταν με “Το Μινόρε της Αυγής”. Ενώ με τον Αγγελο Γιαννούζη της “Αστροφεγγιάς” μου πήρε κανά-δυό χρόνια για να αρνηθώ όλους τους ρόλους που μου προτείναν του ρομαντικού φυματικού νέου, με τον ρεμπέτη μου πήρε πολύ παραπάνω. Ενώ άκουγα ρεμπέτικα, τα είχα ανακαλύψει λίγα χρόνια πριν από το “Μινόρε”, δεν ήμουν ο τύπος του ρεμπέτη, ούτε μου άρεσε αυτή η ζωή –τα ακούσματα, ναι».

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Πράγματι έχω κάνει επιτυχίες στην τηλεόραση, όχι πολλές, τρεις, με το “Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή”. Ένας τελείως διαφορετικός ρόλος από τους άλλους δύο τηλεοπτικούς. Όχι, ο Ακάλυπτος δεν μου μοιάζει καθόλου. Ήταν τόσο διασκεδαστικό πρόσωπο. Αυτούς τους τύπους τους ξέρω, τους έχω δει. Αλλά όχι δεν θα ήθελα έναν τέτοιο φίλο, δεν μπορώ την βαβούρα».

Με είχαν σαν ζεν-πρεμιέ, ενώ δεν ήμουν

«Δεν μετάνιωσα που δεν έγινα σκηνοθέτης. Έκανα δύο μεγάλου μήκους, μία μικρότερη, μου άρεσε πάρα πολύ -έκανα και πολλά διαφημιστικά σαν σκηνοθέτης. Αλλά απεχθάνομαι την διαδικασία με την οποία γίνονται οι ταινίες –να αρχίσω δηλαδή με μια ιδέα τώρα, για να γίνει, αν γίνει η ταινία, μετά από έξι χρόνια».

«Αν είχα την αίσθηση ότι αρέσω στις γυναίκες; Ναι, αλλά όχι πάντα, μετά τα 25. Όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι δεν αρέσω σε καμία. Μετά μου εξηγούσαν ότι άρεσα πολύ στα κορίτσια. Με την δουλειά το κατάλαβα περισσότερο. Αν και σε όλους μας αρέσει να αρέσουμε, δεν ήταν ποτέ το βασικό μου ζητούμενο. Aρέσω; Ακόμα καλύτερα. Αλλά ως εκεί.
Το αντίθετο καμιά φορά με εμπόδιζε. Υπήρχε πάντα μια υποβόσκουσα προκατάληψη για να παίξω τον ωραίο δραματικό ρόλο ή τον κωμικό. Δεν μου έκοψε πράγματα αυτό, αλλά αγωνιζόμουν να τους πείσω ότι μπορώ να το κάνω σαν ηθοποιός. Με είχαν σαν ζεν-πρεμιέ, ενώ δεν ήμουν.
Και με τους “Παντρεμένους” κάπως έτσι έγινε: Να παίξω εγώ τον ρομαντικό οδοντογιατρό και ο Παρτσαλάκης τον Ακάλυπτο. Και τους είπα, αν θέλετε το ανάποδο, πολύ ευχαρίστως. Γουστάρω πολύ τον Ακάλυπτο, αλλά μόνο αυτό. Το άλλο δεν το κάνω, το έχω ξανακάνει, το ξέρω, βαριέμαι. Το δέχτηκαν αλλά τρέμανε πώς θα τα πάω… Εγώ όμως είχα σχέδιο, από την πρώτη μέρα. Πήγα, ζήτησα ζελέ, γραβάτες με Μίκυ Μάους –είχα ολόκληρη την εικόνα».

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Το να γίνεις πρώτο όνομα δεν αποτελεί και εγγύηση επιτυχίας. Η διάρκεια είναι που μετράει, το πιο δύσκολο. Εμένα αυτό που μου αρέσει είναι να αποδεικνύεις στον εαυτό σου ότι μπορείς να κάνεις διάφορα πράγματα.
Με ενδιέφεραν οι φυσικές επιστήμες, από παιδί. Θα μπορούσα να το κάνω σε όλη μου την ζωή, ευχαρίστως. Συνεχίζω, ενημερώνομαι –κάποια βιβλία καθόρισαν τον τρόπο που σκέφτομαι. Το “Εγωιστικό γονίδιο” του Ντόκινς, το “Οπλα, μικρόβια και ατσάλι” του Ντάρετ Ντάιμοντ. Πρόσφατα διάβασα ένα πολύ αξιόλογο, που είναι και εκδοτική επιτυχία, το “Sapiens” του Χαράρι».

Με τα δικά μου κριτήρια νομίζω πως ήμουν ένας καλός μπαμπάς

«Τα παιδιά μου δεν αγάπησαν αυτόν τον χώρο, αλλά έτσι είμαστε σαν οικογένεια: Ποτέ δεν τους πίεζα να κάνουν το ένα ή το άλλο. Ακόμα και με την μουσική, άκουγαν κάτι που άκουγα, δεν τους άρεσε, έφευγαν. Δεν έχω πει ποτέ στα παιδιά διάβασε αυτό το βιβλίο ή άκου αυτό το τραγούδι…
Αν έχω αναρχικό στοιχείο μέσα μου; Ναι, με την έννοια ότι με κάποιο τρόπο θεωρώ ότι οι άνθρωποι θα είναι πιο κοντά στο να εκπληρώνουν την διάθεση που έχουν να είναι ευτυχείς και επιτυχημένοι, σε μια κοινωνία στην οποία οι κανόνες θα είναι αυτονόητοι. Δηλαδή να μην χρειάζεται κάποιος να σου τους επιβάλλει. Αλλά δεν νομίζω ότι το βλέπω να γίνεται, εντός χιλιετίας τουλάχιστον. Επίσης η μεγάλη μου διαφορά με τους αναρχικούς είναι ότι θεωρώ την δημοκρατία την σπουδαιότερη επινόηση του ανθρώπου.
Στο σπίτι μας μου αρέσει να είμαστε αναρχικοί, με την έννοια να αναλαμβάνει ο καθένας την ευθύνη των πράξεών του, να σέβεται τον διπλανό του και τον εαυτό του. Να είναι αξιοπρεπής. Είναι ένας τρόπος να διάγεις έναν αναρχικό βίο μέσα στο σπίτι σου. Κάποια πράγματα ωστόσο δεν θα λειτουργούν πολύ καλά μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο –μπορεί να είναι άπλυτα τα ποτήρια αλλά αυτό είναι δευτερεύον».

«Οι γιοι μου έχουν 14 χρόνια διαφορά –σήμερα είναι 35 και 21 χρόνων. Με τα δικά μου κριτήρια νομίζω πως ήμουν ένας καλός μπαμπάς, αλλά έχω μια επιφύλαξη πώς το εισέπραξαν τα παιδιά. Δεν το ξέρω. Γενικώς όμως καλά μου φέρονται, με συμπαθούν, άρα πρέπει να υποθέσω ότι δεν είναι τουλάχιστον δυσαρεστημένα. Και δεν ήταν εύκολο, έκανα δύο οικογένειες.
Είμαι σταθερός σαν άνθρωπος, και οι σχέσεις μου είναι σταθερές. Επίσης μουλαρώνω και θέλω να τηρώ αυτά που λέω ακόμα κι αν καταλάβω ότι δεν είναι καλή επιλογή. Θυμάμαι η Λαμπέτη μπορούσε να διαλέξει έναν ηθοποιό κι αν δεν της έκανε την άλλη μέρα μπορούσε να τον διώξει. Εγώ αν κάνω μια λάθος επιλογή στο καστ, το πάω μέχρι τέλους. Ως ηθική στάση είναι καλύτερο το δεύτερο, αλλά και το πρώτο έχει τα πλεονεκτήματά του…»
«Το μόνο που με απασχολεί για το μέλλον είναι να την βγάλουμε καθαρή τώρα».

Πατήρ & υιός: «Τάο»

«Φυσικά και λειτουργώ πάντα και σαν μπαμπάς. Δεν γίνεται να μην ανησυχείς για το παιδί σου. Αλλά, η δουλειά μου δεν κληροδοτείται. Πάντως, αν δεν είχα πιστέψει το “Τάο”, δεν θα είχα προσωπική εμπλοκή. Μου άρεσε το έργο, είναι στιβαρό, έχει τα βασικά συστατικά της αφηγηματικής δομής. Κατά βάθος είναι μια ιστορία ενηλικίωσης, μια ιστορία ανάμεσα σε πατέρα και γιο που ο Γιώργος έχει μεταφέρει στον υπόκοσμο. Ο πατέρας, μπαίνοντας στην φυλακή, αποφασίζει να αποσυρθεί και αναζητά μια ηθική ισορροπία –την οποία και βρίσκει στον Ταοϊσμό…».

«Τάο» του Γιώργου Καφετζόπουλου. Με τους Αντώνη Καφετζόπουλο, Στάθη Σταμουλακάτο & Γιώργο Καφετζόπουλο
Στο θέατρο Νέο Ριάλτο - Αλέκος Αλεξανδράκης





SHARE