fbpx Madame Gres: Η Γλύπτρια της Μόδας | BOVARY
H Mαντάμ Γκρες
Φωτογραφία: Getty Images-Ideal Image
SHARE
MADAME GRES

Madame Gres: Η Γλύπτρια της Μόδας


Μπορεί η Coco Chanel να έφερε την επανάσταση στη μόδα, όμως μια άλλη συμπατριώτισσά της η Germaine Emilie Krebs, που έμεινε γνωστή ως Madame Grès, ήταν αναμφίβολα μια καλλιτέχνις της υψηλής ραπτικής και κατά πολλούς αυτή που εισήγαγε τον μινιμαλισμό στο ένδυμα.

Η ίδια από μικρή ήθελε να γίνει γλύπτρια, γι’ αυτό και επηρεάστηκε για τις δημιουργίες της από τα αρχαιοελληνικά αγάλματα. «Ήθελα να γίνω γλύπτρια για μένα είναι ακριβώς το ίδιο το να δουλεύω με ύφασμα ή πέτρα», είχε πει η ίδια χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό άλλωστε κάθε της φόρεμα -και μάλιστα σε μια εποχή μαζικής παραγωγής- χρειαζόταν περίπου 300 ώρες για να φτιαχτεί.

Ως διάδοχος της Madeleine Vionnet, η Madame Grès έκοβε τα φορέματα κατευθείαν στο σώμα χωρίς τη βοήθεια του πατρόν. Είναι διάσημη για τα κομψά ζέρσεϊ με λοξό κόψιμο, και τα φορέματα με λεπτή πτύχωση, που παραπέμπουν στις πτυχώσεις των χιτώνων. Οι πιέτες φτιάχνονταν με το χέρι και η κάθε μια είχε πλάτος ενός χιλιοστού. Σε αυτήν επίσης οφείλουμε και το αισθησιακό ντραπέ, που είχε υιοθετήσει και η δική μας Σοφία Κοκοσαλάκη, η Ελληνίδα Madame Grès, όπως την αποκαλούσαν.

Φωτογραφία: Getty Images-Ideal Image

Η Germaine Emilie Krebs, όπως είναι ολόκληρο το όνομά της, γεννήθηκε το 1903 στο Παρίσι όπου σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική, όμως δυστυχώς δεν κατάφερε να κάνει καριέρα στον χώρο των εικαστικών που τόσο αγαπούσε. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για την προσωπική της ζωή, καθώς επέλεγε πάντα να κινείται διακριτικά και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ξέρουμε όμως ότι το 1937 παντρεύτηκε τον ζωγράφο Serge Czerefkov, ο οποίος την εγκατέλειψε λίγα χρόνια αργότερα, μαζί με την νεογέννητη κόρη της Anne.

Η καριέρα της ως σχεδιάστρια μόδας άρχισε το 1930 όταν μαθήτευσε, για ένα τρίμηνο, στον παριζιάνικο οίκο μόδας Premet. Άλλαξε μάλιστα το όνομά της σε Alix Barton και το 1932 άνοιξε τον πρώτο οίκο μόδας της με την ονομασία Alex Couture. Την επόμενη χρονιά μαζί με την φίλη της Juliette Barton δημιούργησε τον οίκο Alix Barton στην Rue Mirosmesnil. Τελικά το 1934 άρχισε να σχεδιάζει στο δικό της εργαστήριο στην 83 Faubourg St. Honoré με το όνομα Alix.

Φωτογραφία: Getty Images-Ideal Image

Το ενδιαφέρον της κριτικής και του κοινού στράφηκε πάνω της όταν σχεδίασε τα κοστούμια για το θεατρικό έργο του Ζαν Ζιρωντού «Ο πόλεμος της Τροίας δε θα γίνει». Διάσημες σταρ της εποχής, όπως η Grace Kelly, η Greta Garbo και η Marlene Dietrich επισκεπτόταν στο ατελιέ της και εμπιστεύονταν στα χέρια της στις εμφανίσεις τους. Ο κύκλος της πελατείας της διευρύνθηκε με σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, γαλαζοαίματες, και καλλιτέχνες, που όλες επαινούσαν την αψεγάδιαστη δουλειά της και την εμμονή της στη λεπτομέρεια.

Το 1939 οι δημιουργίες της παρουσιάστηκαν στην Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, όπου απέσπασαν το πρώτο βραβείο.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘30 πούλησε τα δικαιώματα του να σχεδιάζει με το όνομα Alix και υιοθέτησε το Grès (από αναγραμματισμό του μικρού ονόματος του άντρα της). Το 1942 άνοιξε τον οίκο μόδας της στην rue de la Paix , όταν το Παρίσι ήταν υπό γερμανική κατοχή. Η εφημερίδα «The New York Times» εξύμνησε τη δουλειά της, θεωρώντας ότι ο οίκος της ήταν ο πιο ιντελεκτουέλ στην Ευρώπη. Παρόλο που ήταν Εβραία, οι Γερμανοί της επέτρεψαν να λειτουργεί, με την προϋπόθεση να δημιουργεί τουαλέτες για τις γυναίκες των Γερμανών αξιωματούχων. Εκείνη όμως αρνήθηκε -μάλιστα ως αντίδραση έφτιαξε μια συλλογή στα χρώματα γαλλικής σημαίας- κι έτσι οι Ναζί έκλεισαν το ατελιέ της κι εκείνη μετακόμισε στα Πυρηναία μέχρι το τέλος του πολέμου. Τη δεκαετία του ’40 επίσης αρχίζει να φοράει τουρμπάνια, που έγιναν το σήμα κατατεθέν της.

Με τον Yves Saint Laurent /Φωτογραφία: Getty Images-Ideal Image

Συνέχιζε να δημιουργεί κατά τις δεκαετίες του 1950, 1960 και 1970. Συχνά μάλιστα επισκεπτόταν το Μουσείο Καλών Τεχνών όπου μελετούσε τα αρχαία ελληνικά αγάλματα και εμπνεόταν για τις δημιουργίες της, ενώ τη φαντασία της τροφοδοτούσαν και οι εθνικές φορεσιές όπως τα ιαπωνικά κιμονό ή τα ινδικά σάρι, υιοθετώντας σταδιακά πιο απλές γραμμές.

Το πρώτο της άρωμα, το Perfume Cabochard, παρουσιάστηκε το 1959. Με την υπογραφή της παρουσιάστηκαν επίσης σειρές με μαντίλια και γραβάτες, ενώ σχεδίαζε κοσμήματα και για τον οίκο Cartier.

Αν και οι βραδινές τουαλέτες της συνήθως μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον, η Madame Grès φρόντιζε με τρομερή λεπτομέρεια και τα καθημερινά φορέματα, αλλά και τα μαγιό, που λάνσαρε. Δουλεύοντας ασταμάτητα μέχρι τη δεκαετία του ’80, έζησε πολλές αλλαγές στη μόδα, η δική της δουλειά όμως παρέμεινε σταθερή και διαχρονική αξία. Πολλά μάλιστα από τα σχέδιά της σε παραλλαγές θα δείτε συχνά να φορούν γνωστές σταρ ακόμα και σήμερα στο κόκκινο χαλί.

Το 1982, πούλησε τα δικαιώματα των αρωμάτων της στους Beecham και επένδυσε τα χρήματά της στον οίκο μόδας της. Τελικά αναγκάστηκε να πουλήσει τον οίκο της στον Γάλλο επιχειρηματία Bernard Tapie το 1984, οπότε κι αποφάσισε ότι έπρεπε να αποσυρθεί.

Τρία χρόνια αργότερα, η εταιρεία πουλήθηκε στον όμιλο εταιρειών του Jacques Esterel και το 1987 ο οίκος χρεοκόπησε. Υφάσματα, τουαλέτες, πατρόν, αρχεία όλα καταστράφηκαν. Η εταιρεία του Ιάπωνα επιχειρηματία Yagi Tsusho αγόρασε τον οίκο και η Madame Grès με την κόρη της έφυγαν από το Παρίσι για να απομονωθούν.

Διάσημοι σχεδιαστές όπως ο Pierre Cardin, ο Yves Saint Laurent και ο Hubert Givenchy της νοίκιασαν ένα διαμέρισμα για να μείνει. Εκεί συνέχιζε να ράβει, αλλά μόνο για φίλους. Το 1993 η κόρη της τη μετέφερε σε έναν οίκο ευγηρίας όπου και πέθανε πάμπτωχη. Όμως θάνατός της ανακοινώθηκε το Δεκέμβριο του 1994 εξαιτίας της κόρης της που συχνά πλαστογραφούσε την υπογραφή της σε επίσημα έγγραφα.

Αργότερα, ο Yagi Tsusho επέκτεινε τον οίκο και στην Ιαπωνία. Ο Lloyd Klein ανέλαβε την σχεδίαση των συλλογών στο Παρίσι στο διάστημα 1994-1997. Μέχρι το 2002, τη διεύθυνση είχε αναλάβει ο σχεδιαστής Frederic Molenac, ο οποίος από το 1995 εργαζόταν στον οίκο. Το καλοκαίρι του 2002 όμως ανέλαβε ο Ιάπωνας σχεδιαστής Koji Tatsuno.

«Είναι μια γυναίκα που μετράει κεφάλαια στην ιστορία της μόδας», είχε πεί ο Αζεντίν Αλάια, ένας από τους λίγους σχεδιαστές που παρήγαγαν μοναδικές δημιουργίες με συνείδηση της μάχης ανάμεσα στο ύφασμα και το σωματότυπο.

Όταν τελικά, η επιχείρηση ρευστοποιήθηκε και η επωνυμία εξαγοράστηκε από τη γιαπωνέζικη εταιρεία Γιόγκι Τσούσο, στα τέλη της δεκαετίας του '80, ο κ. Αλάια συνέλεξε αρχειακά κομμάτια για το Μουσείο Μόδας στη Μασσαλία.





SHARE