Θανάσης Παπαθανασίου, Μιχάλης Ρέππας
Θανάσης Παπαθανασίου, Μιχάλης Ρέππας/ Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης
ΡΕΠΠΑΣ - ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Μιχάλης Ρέππας-Θανάσης Παπαθανασίου: «Σαν χαρακτήρες είμαστε η Ανατολή και η Δύση»


Συνομήλικοι, γεννημένοι το 1959, ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου συναντήθηκαν και άρχισαν να γράφουν. Τους «πάντρεψε» η Αννα Βαγενά. Φίλοι δεν ήταν, έγιναν μέσα στα χρόνια, τριάντα τέσσερα για την ακρίβεια. Και από αυτό το συγγραφικό δίδυμο, σαν τα δίδυμα της παλιάς ελληνικής κωμωδίας, γεννήθηκε το καινούργιο που ανανέωσε το είδος –πρωτοπόροι.

Διαφορετικοί χαρακτήρες, όπως λένε, με τον Μιχάλη να μιλάει πιο πολύ από τον Θανάση, οι δυό τους ταυτίζονται στην αισθητική και τις ιδεολογίες.

Ζουν στον Κεραμεικό –τα σπίτια τους τα χωρίζουν δυο-τρεις δρόμοι. Φέτος δίνουν τριπλό παρών: Στην τηλεόραση με την κωμική σειρά του Mega «Μαίρη, Μαίρη, Μαίρη». Στο θέατρο με την αστυνομική διασκευή «Διάλεξε τον θάνατό σου αγάπη μου» για την Κάτια Δανδουλάκη, και τους «Μπαμπάδες με ρούμι» που επιστρέφει για το αθηναϊκό κοινό 26 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα από τον Σταμάτη Φασουλή. Η κωμική «ναυαρχίδα» τους ανεβαίνει στο θέατρο Αλίκη, με την Βίκυ Σταυροπούλου, και τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη και μαζί τους ο Κώστας Κόκλας, η Μαρία Λεκάκη, η Σοφία Βογιατζάκη και η Τζόις Ευείδη.

Η γνωριμία και το «πάντρεμα»

Μιχάλης Ρέππας: «Δεν είμαστε οι μόνοι που ανακάλυψε η Αννα Βαγενά και έβγαλε στη δουλειά, είναι πολλοί αυτοί που ανακάλυψε. Εμάς είχε τη φαεινή ιδέα να μας παντρέψει. Ήταν αλλού ο Θανάσης αλλού εγώ και μας είπε “εσείς οι δύο θα μου γράψετε ένα νούμερο”. Κι έτσι γνωριστήκαμε».

Θανάσης Παπαθανασίου: «Ως τότε κάποια νούμερα είχε γράψει ο Μιχάλης με τα “Παιδιά του Εθνικού” και κάποια εγώ για την Αννα Βαγενά. Τότε είχε βρει η Αννα και τη Δήμητρα Παπαδοπούλου –όπως και τον Λάκη... Εγώ έγραφα νούμερα μόνος μου. Το πρώτο κοινό που μας ζήτησε ήταν για βιντεοκασέτα, της άρεσε μας ζήτησε ένα δεύτερο. Αυτό ήταν».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Ο σνομπ, ο ψυχρός, ο αργός και ο γρήγορος

Μ.Ρ.: «Όταν πρωτοσυνάντησα τον Θανάση σκέφτηκα “πόσο σνομπ είναι αυτός”. Μου φάνηκε, αν και δεν ήταν αλήθεια, ότι με έβλεπε λίγο υπεροπτικά».
Θ.Π.: «Οχι δεν ήταν έτσι. Εγώ από την φύση μου δεν είμαι ανοιχτός άνθρωπος. Κι ο Μιχάλης επειδή είναι ηθοποιός είχε μάθει αλλιώς. Εγώ ήμουν τελείως άσχετος με τον χώρο. Ετυχε κι έγραψα κάποια νούμερα κι ούτε φανταζόμουν ποτέ ότι θα κάνω αυτά τα πράγματα».
Μ.Ρ.: «Κι εγώ στο βάθος ψυχρός άνθρωπος είμαι».
Θ.Π.: «Ψυχροί είμαστε και οι δύο».
Μ.Ρ.: «Στην πρώτη συνάντηση πήγα εγώ στο σπίτι του Θανάση. Γράψαμε νούμερα για την Αννα, ένα σόλο και ένα ντουέτο. Οχι, δεν μιλήσαμε για μας, δεν είμαστε άνθρωποι που μιλάμε για μας. Τώρα βέβαια στα τριάντα τέσσερα χρόνια που έχουν περάσει, τα έχουμε πει όλα. Τότε όχι… Αλλωστε νομίζω ότι πιο πολύ μαθαίνεις κάποιον όταν μιλάει για κάτι άσχετο παρά όταν μιλάει για τον εαυτό του, που μπορεί να τα καλλωπίζει κιόλας. Και κατευθείαν αρχίσαμε να γράφουμε. Το κυκλώσαμε σε μια πρώτη φάση, είπαμε τι αστεία να βάλουμε, τα σημειώσαμε και προχωρήσαμε».
Μ.Ρ.: «Εγώ γράφω. Το χέρι το δικό μου γράφει».
Θ.Π.: «Οχι πάντα. Στην αρχή έγραφα κι εγώ αλλά με εξόρισε γιατί με θεωρεί αργό κι επειδή έβαζα και τόνους».
Μ.Ρ.: «Αυτή είναι η μεγάλη μας διαφορά. Αν κι εγώ θα είμαι ενοχλητικός στον Θανάση, αλλά για τον γρήγορο ο αργός δεν αντέχεται».
Θ.Π.: «Για κάποιο λόγο τα γούστα μας ταίριαζαν. Για κάποιο λόγο δεν είπε η Αννα στην Δήμητρα να γράψει μ΄έναν από εμάς. Στο “Κανάλι της Βαγγελίτσας” που δουλεύαμε τότε κι εμείς και η Δήμητρα, γράφαμε ο καθένας τα δικά του. Οταν μείναμε οι δυό μας, σκεφτήκαμε να γράψουμε μαζί».
Μ.Ρ.: «Σαν χαρακτήρες είμαστε η ανατολή κι η δύση, αλλά στα θέματα τα αισθητικά και τα ιδεολογικά ήμασταν πάρα πολύ κοντά, κάπου στο 75-80%. Τώρα πια είμαστε στο 99%.
Θ.Π.: «Μας αρέσουν τα ίδια πράγματα δηλαδή. Θυμάμαι στην αρχή πήγαμε να δούμε με την Βαγενά την παράσταση που είχαν κάνει “Τα Παιδιά του Εθνικού” όπου είχε γράψει κι ο Μιχάλης. Μετά όταν συναντηθήκαμε με τον Μιχάλη, χωρίς να το ξέρω, του είπα ποια νούμερα μ΄άρεσαν, κι ήταν τα δικά του».

Διάρκεια και επιτυχία

Μ.Ρ.: «Τίποτα δεν σκεφτήκαμε στη ζωή μας, παρά ελάχιστα πράγματα, και ευτυχώς. Γύρω στα 28 ένιωθα ότι μπήκα σ΄ένα ασανσέρ, πάτησα ένα κουμπί και ανέβαινα. Εγώ γύρω στα 40 μου άρχισα λίγο να συνειδητοποιώ τι γίνεται, στα 47 μου κορυφώθηκε -είχαμε κάνει και τους “Μπαμπάδες” και το “Βίρα τις Αγκυρες” και το “Safe Sex”, ήμασταν 3 στα 3».
Θ.Π.: «Εμείς πηγαίνουμε όπου μας πάει η ζωή. Οταν γράφαμε τους “Μπαμπάδες” μας είπε ο Σταμάτης για το “Βίρα”. Ποτέ δεν έχουμε πει ότι θα κάνουμε κάτι οπωσδήποτε. Η πρόταση του Σταμάτη για θέατρο ήρθε κι εμείς το μόνο που είχαμε σκεφτεί ήταν ότι θάβουν τον μπαμπά με το λόττο… Και μου λέει ο Μιχάλης “θα πάω στον Σταμάτη να του το πω”. Τι θα του πεις; Εγώ ντρεπόμουν. Και πήγε και του το είπε και λέει ο Σταμάτης φέρτε και το υπόλοιπο, σας περιμένω. Και μου λέει ο Μιχάλης τώρα πρέπει να βρούμε και την ιστορία».
Μ.Ρ.: «Το κουκούτσι κάθε ιδέας ένας από τους δύο θα το πει, δεν θα το πούμε ταυτόχρονα και οι δύο. Από εκεί και πέρα αρχίζει και χτίζεται σιγά-σιγά, με συζήτηση. Τώρα πια, και με το βάθος του χρόνου, μπορώ να πω ποια είναι δικά μου, τα καθαρά αυτοβιογραφικά. Αν μια φράση την έλεγε η μαμά μου, δεν μπορεί, δικό μου θα΄ναι».
Θ.Π.: «Είναι φορές που μου θυμίζει ο Μιχάλης ότι κάποιες ατάκες είναι δικές μου».
Μ.Ρ.: «Υπάρχει ένα καλό στον Θανάση κι εμένα, ότι προσηλωνόμαστε πολύ στα πρακτικά, και στη δουλειά μας -πρακτικό είναι η πλοκή. Ολο το άλλο λειτουργεί ασυνείδητα. Φυσικά κάτι δικό μας βγαίνει σε κάθε δουλειά. Η “Αττική Οδός” ή το “Ποια Ελένη” είναι πιο αυτοβιογραφικά, με την έννοια του ψυχισμού, από τους “Μπαμπάδες”. Οι Μπαμπάδες είναι ένα έργο δεξιοτεχνίας -όχι ότι δεν έχει ψυχή. Με τους “Μπαμπάδες” μας παρουσιάστηκε ένα τεράστιο πρόβλημα, γιατί βγαίναμε από λατρεμένους ήρωες που αγαπούσαμε πολύ…
Θ.Π.: «...και στους “Μπαμπάδες” αναρωτιόμασταν αν τους ήρωες τους αγαπούσαμε;»
Μ.Ρ.: «Γιατί δεν τους συμπαθούσαμε καθόλου. Κι αυτή ήταν η πρώτη μας συναισθηματική διαδικασία. Ως τότε το πράγμα γλιστρούσε, αγαπούσαμε και ταυτιζόμαστε με τους ήρωες. Η επιτυχία δεν με αγχώνει, με αγχώνει αυτό που έρχεται μετά. Οταν γίνει μια επιτυχία τι να με αγχώσει; Η αποτυχία με αγχώνει».
Θ.Π.: «Το καλύτερο είναι να το βλέπεις, να το χαίρεσαι και να το ξεχνάς».
Μ.Ρ.: «Οντως, σκορπισμένες μέσα στον χρόνο οι επιτυχίες είναι πολλές».
Θ.Π.: «Οταν είδε ο Μιχάλης το “Safe sex” θυμάμαι μου είπε “συγνώμη αυτό θα κάνει εισιτήρια”;».
Μ.Ρ.: «Και πήρα τον διανομέα και του είπα να τη βγάλει με όσες πιο πολλές κόπιες μπορεί γιατί αποκλείεται να κάνει δεύτερο σαββατοκύριακο».
Θ.Π.: «Την επιτυχία δεν την ξέρεις, δεν την περιμένεις».
Μ.Ρ.: «Αυτό το “κάτι” εγώ πιστεύω ότι είναι το timing με την ανάγκη του κοινού. Θεωρώ ότι την δουλειά την κάνεις εσύ, την επιτυχία την κάνει το κοινό. Πρέπει εκείνη την στιγμή να συναντηθούν δύο πράγματα: Το αίτημα του κοινού και η δουλειά που κουβαλάει αυτό το αίτημα εκείνη την στιγμή».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Τσακώνεστε;

Θ.Π.: «Ναι».
Μ.Ρ.: «Εμείς; Πραγματικά, όχι».
Θ.Π.: «Μόνον για θέματα δουλειάς».
Μ.Ρ.: «Μπορεί να γίνει μεταξύ μας της Κορέας για μια ατάκα, αλλά ως εκεί. Γιατί είναι ισχυρογνώμων ο Θανάσης. Κι εγώ είμαι. Πρέπει να υπάρχουν δύο ισχυρογνώμονες για να τσακωθείς».
Θ.Π.: «Οσο περνάει ο καιρός τσακωνόμαστε όλο και λιγότερο».
Μ.Ρ.: «Είναι καθημερινό αλλά πολύ μικρό».

Αλλαγές μέσα στον χρόνο

Μ. Ρ.: «Εγώ τώρα αισθάνομαι 35...Ποτέ δεν έχουμε αυτολογοκριθεί. Παρ΄ότι συχνά, ιδιαίτερα στο θέατρο, έχουμε γίνει πολύ τολμηροί, δεν έχουμε ακούσει το “πολλή βωμολοχία”. Εχουν γραφτεί πράγματα σε έργα μας που εγώ θα ντρεπόμουν όταν θα τ΄άκουγα».
Θ.Π.:
«Αν όμως σου θυμίζει ζωή, δεν μένεις σ΄αυτά».
Μ.Ρ.: «Εγώ δεν νιώθω ποτέ ότι είπαμε κάτι μόνο και μόνο για να το πούμε. Κι έτσι, νομίζω, το εισέπραξε και το κοινό».

Και το μέλλον

Μ.Ρ.: «Δεν το σκέφτομαι...».
Θ.Π.: «Ελπίζω όχι σε γηροκομείο».
Μ.Ρ.: «Γιατί όχι;»
Θ.Π.: «Εσύ, άμα θες, πήγαινε».
Μ.Ρ.: «Εγώ αισθάνομαι 35 ετών αυτή την στιγμή κι είμαι έτοιμος για πάρα πολλά».
Θ.Π.: «Οταν κάνεις συγγραφική δουλειά, δεν σκέφτεσαι την σύνταξη».
Μ.Ρ.: «Από μια ηλικία και μετά, που δεν έχει έρθει ακόμα, φαντάζομαι ότι πρέπει να υπάρχει μια αραίωση υποχρεώσεων. Κι όχι αυτό που έχουμε μια ζωή ο Θανάσης κι εγώ, μια δαμόκλειο σπάθη ότι πήραμε τους Παπαθανασίου-Ρέππα άρα θα κάνουμε επιτυχία. Αυτό είναι μια πίεση που αισθάνομαι. Γιατί νοιώθω ότι το αφεντικό πάντα μας προσλαμβάνει ή μας αναθέτει ένα έργο, με την σιγουριά ότι πήραμε το δέκα το καλό. Αισθάνομαι τριάντα πέντε και μάλιστα, με την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει, έχουμε την ψυχραιμία να μην πανικοβληθούμε. Έπειτα παίρνουμε γρήγορες αποφάσεις. Και ταυτόχρονα βλέπω τι αντοχές έχω με το γύρισμα, δεκάωρο και μαζί με το πηγαινέλα ένα δωδεκάωρο».
Θ.Π.: «Γράφουμε με πρόγραμμα, πως αλλιώς».
Μ.Ρ.: «Δεν έχει ωράριο αυτή η δουλειά. Δουλεύει στο μυαλό μας. Ωστόσο πιστεύω ότι ένα κομμάτι του κοινού το έχει λίγο μυθοποιημένο όλο αυτό. Γιατί το μείζον είναι η μαστοριά –η έμπνευση είναι ένα μικρό κομμάτι, βέβαια κάνει και την διαφορά. Αλλά το πολύ είναι η μαστορική. Τα μεγάλα μυθιστορήματα δεν βγαίνουν μόνο με έμπνευση. Μπήκαμε στην δουλειά και το καλό που μας συνέβη είναι, νομίζω, ότι τις περισσότερες φορές κάποια ανάγκη μας έκανε να στραφούμε εδώ, εκεί ή παραπέρα. Συνεπώς δεν είχαμε πολύ καιρό να το σκεφτούμε. Τις ελάχιστες φορές που είχαμε το περιθώριο να το σκεφτούμε και να αποφασίσουμε –όταν δηλαδή δεν ήταν προετοιμασμένο για μας από την συγκυρία, ήταν και οι πιο βασανιστικές. Πολύ περισσότερο μ΄αρέσει που μας πήρε ο Φασουλής και μας είπε ότι θέλει ο Κούρκουλος κάτι για την επιθεώρηση και γράψαμε το “Βίρα τις Αγκυρες”, ή μετά που μας είπε ότι θέλει μια κωμωδία και γράψαμε τους “Μπαμπάδες με ρούμι”. ΄Η όταν ο Τάσος Παπανδρέου (παραγωγός) μας πήγε στην Πειραιώς 131. Το ένα έφερε το άλλο -λίγο οι γνωριμίες, λίγο οι φιλίες...».
Θ.Π.: «Ετσι ξανάρθε πέρυσι, πρόπερσι κι η τηλεόραση...».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης


«Μαίρη, Μαίρη, Μαίρη»

Μ.Ρ.: «Είχαμε τουλάχιστον πέντε ιδέες αλλά καταλήξαμε στο “Μαίρη, Μαίρη Μαίρη” μετά τους “Συμπέθερους απ΄τα Τίρανα”. Σαν άνθρωπος της δουλειάς θα΄λεγα ότι οι “Συμπέθεροι“ είναι τηλεοπτικά, παράδειγμα προς αποφυγήν -με ανοικονόμητα μεγάλες σκηνές. Εγώ το βρίσκω λάθος που το κάναμε, περισσότερο μαγνητοσκοπημένο θέατρο ήταν».
Θ.Π.: «Ο Μιχάλης ήθελε πολύ να κάνουμε τους “Συμπέθερους” σίριαλ και πριν τον κορωνοϊό. Εγώ του έλεγα ”δεν γίνεται”. Το πιάσαμε, το αφήσαμε. Αλλά όταν ήρθε η ανάγκη, κάναμε την διασκευή και προχωρήσαμε».
Μ.Ρ.: «Κρατήσαμε όλες τις σκηνές του θεάτρου, ωστόσο το θεωρώ αντιτηλεοπτική δουλειά όσο κι αν το κοινό μας τίμησε με την προτίμησή του».
Θ.Π.: «Μια χαρά ήταν».
Μ.Ρ.: «Με το “Μαίρη, Μαίρη, Μαίρη” προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι για την τηλεόραση και μόνο, γεμάτο μικρές νευρικές σκηνές.
Θ.Π.: «Σκηνοθετικά στρώσαμε 12-14 επεισόδια ως τώρα και θα συνεχίσει ο Αλέξανδρος Χατζής...»
Μ.Ρ.: «...ένα νέο παιδί με ταλέντο που παρακολουθεί απ΄την αρχή τα γυρίσματα και θα το αναλάβει. Είναι στιγμιότυπα απ΄την ζωή τριών γυναικών –όχι τόσο διαφορετικών ηλικιών όσο status. Μια ανύπαντρη (Νίκη Λάμη) που μένει ας πούμε στο Παγκράτι κι έχει αρχίσει να την απασχολεί το πότε θα κάνει παιδί. Μια, επτά χρόνια, παντρεμένη με ένα παιδί (Βάσω Λασκαράκη) που θα μπορούσε να ζει στον Χολαργό και μια τρίτη, είκοσι χρόνια παντρεμένη (Κατερίνα Ζαρίφη) με μεγάλα παιδιά, απ΄το Περιστέρι ή το Αιγάλεω».
Θ.Π.: «Που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους».
Μ.Ρ.: «Αν θα γνωριστούν; Αυτό το παιχνίδι λέμε να το κάνουμε αλλά όχι τώρα, είναι νωρίς».

Φωτογραφία: Παναγιώτης Μάλλιαρης

Γυναίκες και «Χάριτες»...

Μ.Ρ.: «Με τρεις γυναίκες ξεκινήσαμε αλλά τώρα είναι διαφορετικό. Κομεντί θα το έλεγα αν και έχει πολλές φαρσικές σκηνές μέσα. Γιατί ο Θανάσης κι εγώ δεν μπορούμε χωρίς την φάρσα, θα σκάσουμε. Προσπαθούμε να πάμε λίγο πιο κοντά στις πραγματικές γυναίκες που συναντάμε στον δρόμο. Οι “Χάριτες” κουβαλούσαν πολλές αλήθειες της νέας Ελληνίδας, αλλά ήταν λίγο ιχνογραφήματα. Μ΄αυτές εδώ τώρα προσπαθούμε να πιάσουμε την αλήθεια όλων υμών των γυναικών που προσπαθούν να συνδυάσουν τα ασυμβίβαστα, και μαμάδες και θελκτικές και επαγγελματίες και νοικοκυρές. Τις περισσότερες φορές τον Θανάση κι εμένα μας οδηγούσε η ανάγκη και νομίζω μας οδηγούσε αλάνθαστα. Μετά το “Κανάλι της Βαγγελίτσας” μείναμε κι οι δύο άνεργοι, φτωχοί κι είπαμε να κάνουμε κάτι μαζί. Είχαμε 2-3 ιδέες και πήγαμε στην Ελβίρα Ράλλη, αυτή την τόσο σημαντική περίπτωση παραγωγού για την ελληνική τηλεόραση. Γιατί η Ελβίρα είχε όραμα για την δουλειά της».
Θ.Π.: «Τη θυμάμαι να διαβάζει τότε, πρωί-πρωί, στα γυρίσματα την “Αίθουσα του θρόνου” που έγινε αργότερα σίριαλ απ΄την Φρόσω Ράλλη».
Μ.Ρ.: «Ηταν τεράστια η τύχη μας τότε, στην πρώτη μας δουλειά, που δεν ήταν ανάθεση. Οχι μόνον οι τέσσερις ηθοποιοί που στελέχωσαν το σίριαλ και δημιούργησαν αυτό τον σάλο, την επιτυχία, με τις ανεπανάληπτες ερμηνείες τους, αλλά και η Ελβίρα. Στάθηκε πολύ σημαντικός παράγων που μας έβαλε στην θέση μας, κυριολεκτικώς. Αν κατέχουμε μια θέση στο ελληνικό θέατρο και στα πράγματα νομίζω ότι το οφείλουμε στην Ελβίρα. Πρώτα πήγε τις “Τρεις Χάριτες” στην ΕΡΤ2, μετά στον Αντέννα, που το απέρριψαν, και τέλος στο Mega. Εκείνη μας είπε ότι “εγώ αυτό θέλω”. Οι ηθοποιοί πήγαιναν πακέτο. Είχαν αρχίσει να μας μαθαίνουν στο θέατρο».
Θ.Π.: «Εγώ ήμουν ο άσχετος της υπόθεσης».
Μ.Ρ.: «Η αρχική ιδέα ήταν η Αννα, η Μίρκα και η Μίνα. Τις πλησιάσαμε και τις τρεις. Πρώτη το διάβασε η Μίρκα και έλεγε στις άλλες δύο, που ήταν πιο επιφυλακτικές, “διαβάστε το”. Εκλεισαν οι δύο και η Μίρκα, δεν ξέρω για ποιον λόγο, δείλιασε. Αποχωρώντας η Μίρκα ήρθε στην θέση της η Νένα. Οταν τέλειωσαν οι “Χάριτες”, είπαμε να μην αργήσουμε για το επόμενο. Κάναμε μια προπαρασκευαστική χρονιά και στο καπάκι πήγαμε στο “Δις εξαμαρτείν”. Λέγαμε ότι το δεύτερο πρέπει να γίνει αμέσως, γιατί μετά γίνεσαι αναβλητικός. Είχαμε την κεντρική ιδέα, μια γυναίκα δύο άντρες και προχωρήσαμε».
Μ.Χ.: «Τότε ο Θανάσης δούλευε σε διαφημιστική».
Θ.Π.: «Είχα πάει τρεις μήνες αλλά έφυγα, δεν μ΄άρεσε. Εγώ δημοσιογράφος ήθελα να γίνω».
Μ.Ρ.: «Εγώ του έλεγα να μην φύγει. Αλλά είναι πολύ ξεροκέφαλος».

«Μπαμπάδες» και αστυνομικό...
Μ.Ρ.: «Χαίρομαι πολύ γιατί –όπως και στους “Συμπέθερους”, οι “Μπαμπάδες” είναι ένα πάρτι της δικής μας γενιάς. Δεν εννοώ ότι είμαστε όλοι συνομήλικοι αλλά είμαστε της ίδιας αντίληψης θεάτρου».
Θ.Π.: «Η ιδέα για τα αστυνομικά ήταν της Κάτιας. Οταν μας το πρότεινε πρώτη φορά, αναρωτήθηκα πως της ήρθε αλλά και πως θα το κάνουμε εμείς. Οταν αρχίσαμε να το δουλεύουμε μας άρεσε πολύ όλη αυτή η ίντριγκα. Ξεκινήσαμε από το “Να ζει κανείς ή να μην ζει” και μετά σκεφτήκαμα τον Ρομπέρ Τομά, έναν στέρεο συγγραφέα αστυνομικού. Το "Διάλεξε τον θάνατό σου αγάπη μου" είναι διασκευή δικού του θεατρικού».





SHARE