fbpx Συνεπιμέλεια -Γιατί η προτεινόμενη αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου προβληματίζει τόσο | BOVARY
συνεπιμέλεια
Φωτογραφία: Unsplash/Markus Spiske
SHARE
ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

Συνεπιμέλεια -Γιατί η προτεινόμενη αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου προβληματίζει τόσο


Στην παρούσα χωροχρονική συνθήκη, η λέξη «συνεπιμέλεια» είναι η καυτή πατάτα του δημόσιου λόγου.

Η συζήτηση για την επικείμενη αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου δεν στερείται απλώς νηφαλιότητας, αλλά διεξάγεται με όρους ακραίας πόλωσης που δημιουργούν περιβάλλον αρένας. Πρόκειται για ένα ζήτημα πολύ σύνθετο, που έχει προκαλέσει προβληματισμό σε κάθε πλευρά, διχασμό μέσα στο νομικό σώμα και πολλές ερμηνείες.

Το κλίμα άρχισε να κοχλάζει ήδη από το περασμένο φθινόπωρο, όταν έγινε γνωστό ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας προέβη στη σύσταση ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για «την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου». Το περιεχόμενο της επικείμενης μεταρρύθμισης δεν έγινε γνωστό από κάποια επίσημη τοποθέτηση, αλλά από δύο κείμενα σε μορφή προσχέδιου και αποσπασματικές δημοσιεύσεις στον τύπο, εμπλέκοντας τους (πολλούς) ενδιαφερόμενους σε ένα γαϊτανάκι εικασιών και αβεβαιότητας.

Η λέξη «υποχρεωτική» δίπλα στη συνεπιμέλεια ήταν το πρώτο (και κυριότερο) στοιχείο που προκάλεσε ενστάσεις και προβληματισμό -φανταστείτε ένα ζευγάρι που διαφωνεί σε βαθμό δικαστικής διαμάχης, να υποχρεωθεί χωρίς να το θέλει, να αναλάβει εξίσου το μεγάλωμα του παιδιού του. Πόσο καλά θα μπορούσε να εξελιχθεί αυτό;

Μετά από μήνες συζητήσεων, το νομοσχέδιο τέθηκε προς δημόσια διαβούλευση πριν δύο εβδομάδες και νέα ζητήματα προέκυψαν από αυτό. Μία παρατήρηση στην οποία μοιάζουν να συγκλίνουν τα «αντίπαλα στρατόπεδα» είναι η ασάφεια του νομοσχεδίου σε αρκετές διατάξεις του. Είναι ενδεικτικό ότι τη δημοσίευσή του ακολούθησαν αμέτρητα άρθρα νομικών που επισημαίνουν τον κίνδυνο των διαφορετικών ερμηνειών, ενώ οι online συζητήσεις που διοργανώθηκαν από τους συλλόγους Νομικά Θέματα Συν-Επιμέλεια και Ενεργοί Μπαμπάδες ξεπερνούν σε διάρκεια τις 4 ώρες έκαστη.

Καθώς είναι αδύνατο να φωτιστούν όλες οι πλευρές του θέματος, ζητήσαμε τη γνώμη της Κατερίνας Φουντεδάκη, καθηγήτριας Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ και μέλους της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, της Ιωάννας Στεντούμη, δικηγόρου και της Ροζίτας Σπινάσα, επίσης δικηγόρου που έχει συμφωνία για συνεπιμέλεια με τον πρώην σύζυγό της.

Φωτογραφία: Facebook /Ενεργοί Μπαμπάδες

Οι συνθήκες συγκρότησης του νομοσχεδίου

«Αρχικά, συστάθηκε μια νομοπαρασκευαστική επιτροπή, στην οποία έγινε γνωστό ότι συμμετείχαν άτομα που είχαν δηλώσει εξαρχής ότι τάσσονται υπέρ της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας. Οι γυναικείες οργανώσεις που ζήτησαν να συμπεριληφθεί η θέση τους σε κάποια συνάντηση δεν βρήκαν ανταπόκριση. Ήδη το γεγονός αυτό εγείρει κάποια ερωτήματα για το περιβάλλον και τους όρους με τους οποίους έγινε η συζήτηση. Μάλιστα, είδαμε μέλη της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που είναι καθηγητές του Οικογενειακού Δικαίου να δηλώνουν αργότερα ότι διαφωνούν με αρκετές διατάξεις του νομοσχεδίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε τελικά», εξηγεί η Ιωάννα Στεντούμη.

Κάτι που αξίζει να σημειωθεί, είναι ότι η κοινή γονική μέριμνα έχει ήδη θεσμοθετηθεί από το 1983. Ο περίφημος νόμος 1329 του 1983 θεωρήθηκε εξαιρετικά προοδευτικός για το ελληνικό δίκαιο, αφού μεταξύ άλλων αμφισβήτησε την κυριαρχία του άνδρα-πατέρα και την πατρική εξουσία στην οικογένεια, κατήργησε τον θεσμό της προίκας και θέσπισε το συναινετικό διαζύγιο.

Η Ροζίτα Σπινάσα, νομικός και συγγραφέας, έχει προχωρήσει σε συμφωνία για συνεπιμέλεια με τον πρώην σύζυγό της. «Η συνεπιμέλεια είναι μια ζωντανή σχέση που εξελίσσεται, σήμερα λειτουργεί -αύριο μπορεί να μη λειτουργεί. Το συναινετικό διαζύγιο δίνει τη δυνατότητα να γλιτώσεις τα δικαστήρια, τα οποία είναι μια πολύ ψυχοφθόρα διαδικασία για μια οικογένεια. Όμως, το ότι είναι συναινετικό δεν αναιρεί το ότι είναι διαζύγιο -δεν τρέχουμε όλοι μαζί αγκαλιασμένοι στο λιβάδι όπως στις διαφημίσεις. Η συνεπιμέλεια είναι μεν η καλύτερη λύση για το παιδί μετά το διαζύγιο, αλλά φυσικά δεν είναι ειδυλλιακή -είναι μια σχέση στην οποία υπάρχουν συγκρούσεις και θέλει καλή συνεννόηση και θέληση και από τις δύο πλευρές. Αν όμως φτάσεις στο δικαστήριο, σημαίνει ότι έχεις αγεφύρωτες διαφορές, ότι δεν έχεις καταφέρει να συμφωνήσεις με άλλο τρόπο. Πώς θα επιβληθεί αυτή η ισορροπία;», σημειώνει.

«Συνεπιμέλεια δεν σημαίνει 50-50 σε όλα. Σημαίνει ότι συναποφασίζουμε και συμπράττουμε στα θέματα που αφορούν το παιδί. Όλη η συζήτηση που γίνεται αυτούς τους μήνες βασίζεται σε αυτό που υποστηρίζει μία μερίδα πατεράδων (κυρίως), που προωθούν πράγματι τον ίσο χρόνο και την εναλλασσόμενη κατοικία. Είναι λόγω αυτού του σημείου, λοιπόν, που έχει κολλήσει η διαδικασία τόσο καιρό», επισημαίνει και η Κατερίνα Φουντεδάκη.

Πράγματι, οι Ενεργοί Μπαμπάδες, μια ομάδα που συσπειρώνει γύρω της και άλλους θεσμούς όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, τάσσεται υπέρ της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, με όρους ίσου χρόνου και εναλασσόμενης κατοικίας, ακόμη και αν ένας από τους γονείς δεν το επιθυμεί. Τους τελευταίους μήνες προώθησαν το αίτημα στο δημόσιο διάλογο με διαφημιστικά σποτ, αφίσες σε σημεία της πόλης και καμπάνιες.

Προβλέπει τελικά το νομοσχέδιο υποχρεωτική συνεπιμέλεια;

Eurokinissi

Στην τελική μορφή του νομοσχεδίου δεν εγγράφεται ο όρος «υποχρεωτική». Αυτό ανέτρεψε κάπως τα δεδομένα, με κάποιους από τους υποστηρικτές του νομοσχεδίου να επισημαίνουν με δυσαρέσκεια ότι τελικά υπάρχει ακόμη η δυνατότητα να δοθεί η επιμέλεια στον ένα γονέα. Από την άλλη, οι όροι του νομοσχεδίου για άσκηση της επιμέλειας από κοινού και εξίσου, θεωρείται ότι μπορούν να ερμηνευθούν ως έμμεσα υποχρεωτικοί.

«Το να αντιτίθεται κάποιος σε αυτό το νομοσχέδιο δεν σημαίνει ότι αντιτίθεται στη συνεπιμέλεια. Είναι ένα προβληματικό νομοσχέδιο με ασάφειες, που δεν θα δημιουργήσει την ισορροπία που ευαγγελίζεται. Το Υπουργείο δεν ήταν υποχρεωμένο να ακολουθήσει το νομοσχέδιο στο οποίο καταλήξαμε ως νομοπαρασκευαστική επιτροπή, αλλά η τελική του μορφή έχει σημαντικές αλλοιώσεις και ασάφειες που θα δημιουργήσουν ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα», επισημαίνει η Κατερίνα Φουντεδάκη, ενώ ο εφέτης Αθηνών, Παναγιώτης Κατσικερός που τάσσεται υπέρ της συνεπιμέλειας, έχει επίσης εκφράσει την ανάγκη αναμόρφωσης του συγκεκριμένου νομοσχεδίου.

Ενδεικτικά, ανάμεσα στους φορείς, που αντιδρούν στο νομοσχέδιο είναι 22 οργανώσεις που συγκροτούν την Επιτροπή για το Οικογενειακό Δίκαιο και τη Συναινετική Συνεπιμέλεια, όπως το Δίκτυο για την Αντιμετώπιση της Βίας κατά των Γυναικών, η Ελληνική Αντιπροσωπεία του Ευρωπαϊκού Λόμπι Γυναικών, η Ενωση Γυναικών Ελλάδας, η Ενωση Ελληνίδων Νομικών, η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών, ο Σύνδεσμος Ελληνίδων Επιστημόνων, το ερευνητικό κέντρο Διοτίμα αλλά και οργανώσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το «αγκάθι» του άρθρου 14

Eurokinissi

«Όλη η συζήτηση γίνεται με βάση έναν υποτιθέμενο κανόνα που μοιάζει να έχει αποδεχθεί το υπουργείο, ότι η μητέρα εν γένει είναι η γονέας που "αποξενώνει" και ότι ο πατέρας εν γένει είναι ο γονέας που βρίσκεται σε ευάλωτη θέση. Αυτό δεν προάγει ούτε το διάλογο περί του νομοσχεδίου, ούτε την ισορροπία μεταξύ των γονέων, είναι δε εσφαλμένο και κακοποιητικό για γυναίκες θύματα βίας. Υπάρχουν πάντα περιπτώσεις που ο ισχυρός γονέας, απομακρύνει και συκοφαντεί τον πιο ευάλωτο (κοινωνικά, οικονομικά, συναισθηματικά, ταξικά), και αυτό δεν είναι ζήτημα φύλου. Αλλά κυρίως υποβαθμίζει και υποτιμάει την ενδοοικογενειακή βία, η οποία στην Ελλάδα έχει τεράστια ποσοστά, τα οποία αυξήθηκαν σημαντικά στη διάρκεια της καραντίνας», παρατηρεί η Ιωάννα Στεντούμη και συνεχίζει.

«Το άρθρο προβλέπει μεταξύ άλλων, ότι ο κακοποιητικός γονέας έχει τη δυνατότητα να βλέπει το παιδί μέχρι να εκδοθεί από το δικαστήριο αμετάκλητη απόφαση για την καταδίκη του. Με όρους ελληνικής δικαιοσύνης, η αμετάκλητη καταδίκη μπορεί να χρειαστεί έως και 10 χρόνια για να εκδοθεί, αφήνοντας έκθετο το παιδί αλλά και τον γονέα σε βίαιη, επικίνδυνη και τραυματική συμπεριφορά. Το συγκεκριμένο άρθρο έρχεται έτσι σε σύγκρουση με τον νόμο 3500/2006 αλλά και τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με τα οποία μια μητέρα (για παράδειγμα) έχει τη δυνατότητα να επιβάλει περιοριστικά μέτρα σε έναν κακοποιητικό πατέρα, εφόσον έχει προηγηθεί καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία».

«Ποια μητέρα θα δεχθεί να αφήνει το παιδί να περνά το ⅓ του χρόνου με έναν πατέρα που μπορεί να το κακοποιεί; Θα καταλήγει να μην χωρίζει και να εγκλωβίζονται και οι δύο σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον. Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται διαρκώς υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και γυναικοκτονίας, υπάρχει ένα ολόκληρο ελληνικό metoo. Έχω δει υποθέσεις, όπου κακοποιητικοί πατεράδες απειλούν πλέον τις μητέρες ότι τώρα θα έχουν το παιδί από κοινού -το νομοσχέδιο τους έδωσε αυτό το πάτημα», σημειώνει.

Όπως αποκαλύπτεται, αυτός ήταν και ο λόγος που η νομοπαρασκευαστική επιτροπή δεν συμπεριέλαβε εξαρχής την προϋπόθεση της καταδίκης. «Εμείς ως νομοπαρασκευαστική επιτροπή δεν είχαμε συμπεριλάβει την καταδίκη του γονέα, γιατί είναι μία χρονοβόρα διαδικασία. Αναφέρονται ορισμένοι σε ψευδείς καταγγελίες, ωστόσο αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση ο κανόνας, πόσο μάλλον για να λειτουργήσει καθοριστικά ώστε να μπει ο όρος στο νομοσχέδιο», σχολιάζει η Κατερίνα Φουντεδάκη.

Συνεπιμέλεια αλλά με ποιους όρους;

Αν κανείς κοιτάξει πίσω από το ντέρμπι στερεοτύπων, του πατέρα κακοποιητή και της μητέρας-μέγαιρας, θα διαπιστώσει ίσως ότι καμία πλευρά δεν αντιτίθεται στην προοπτική της συναινετικής συνεπιμέλειας. Οι αγκυλώσεις αφορούν στους όρους με τους οποίους πρόκειται να γίνει, στη χρονική συνθήκη και βέβαια στο πώς θα χωνευτεί στην ακόμη πατριαρχικά δομημένη ελληνική κοινωνία.

«Παρατηρώ ότι υπάρχει μια τρομερή πόλωση, που δεν είναι καλός οιωνός για την εφαρμογή των υπό συζήτηση μεταρρυθμίσεων. Εγώ είμαι υπέρ του να αυξηθεί ο χρόνος με τον πατέρα, να είναι περισσότερο παρών και ενεργός στη ζωή του παιδιού. Αλλά χρειάζεται να δούμε τους όρους με τους οποίους θα συμβεί αυτό. Τι θα γίνει με τη διατροφή, για παράδειγμα, όταν οι γυναίκες έχουν χαμηλότερες αμοιβές από τους άνδρες; Γιατί ο περισσότερος χρόνος με τον πατέρα δίνει έδαφος για μια αναλογική μείωση της διατροφής, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις θα δημιουργήσει επιπλέον δυσκολίες στην μητέρα. Κι ως νομικός πιστεύω ότι δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο να επιβάλλει στους γονείς να συμφωνούν για τα ζητήματα του παιδιού - αφού για να έχουν φτάσει εκεί σημαίνει ότι δεν υπάρχει έδαφος συμφωνίας και συνεννόησης. Δεν μπορεί δηλαδή ο δικαστής να εκδίδει μια απόφαση, η υλοποίηση της οποίας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί. Και σαν φιλοσοφία δικαίου, μοιάζει ο νόμος να αποκτά διδακτικό και ηθικοπλαστικό χαρακτήρα, σα να λέει στους γονείς τι θα πρέπει να κάνουν, για κάτι που ήδη δεν έχουν καταφέρει να εφαρμόσουν. Κι αυτό θεωρώ ότι δεν εκπληρώνει τη δικαστική λειτουργία της απόδοσης δικαιοσύνης, καθώς με αυτό τον τρόπο δεν επιλύεται η οικογενειακή διαφορά, που έχει ανακύψει», εξηγεί η Ροζίτα Σπινάσα.

Eurokinissi

«Το επιχείρημα ότι η υποχρεωτική συνεπιμέλεια εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες, από μόνο του δεν αρκεί. Μεταρρυθμίζοντας το οικογενειακό δίκαιο πρέπει να λαμβάνεις υπόψη την χώρα στην οποία θα συμβούν αυτές οι αλλαγές. Εδώ υπάρχει μια τεράστια έμφυλη ανισότητα και δεν υπάρχουν υποστηρικτικές δομές, κοινωνικές υπηρεσίες και κοινωνικές έρευνες για τα παιδιά. Πώς θα εφαρμοστεί κάθετα ένας νόμος χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να «λειτουργήσει» κοινωνικά»; συμπληρώνει η Ιωάννα Στεντούμη.

Φυσικά, αυτά είναι μόνο μερικά από τα σημεία προς εξέταση. Ενδεικτικά, ο προβληματισμός αφορά και άλλες διατάξεις όπως για παράδειγμα την πρόβλεψη το παιδί να περνά το 1/3 του συνολικού χρόνου του με τον γονιό που δεν έχει την επιμέλεια (κάτι που χαρακτηρίζεται εξαιρετικά ασαφές σε πρακτικό επίπεδο), το ζήτημα της αφαίρεσης της γονικής μέριμνας (όρο μεγαλύτερο από την επιμέλεια) εάν ο γονέας δεν ανταπεξέρχεται στις νομικές υποχρεώσεις (για παράδειγμα την καταβολή διατροφής) αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι το συμφέρον μοιάζει να μετατοπίζεται από το παιδί στους αντίδικους γονείς.

Πάντως, οι γυναικείες οργανώσεις κάνουν χρόνια λόγο για την ανάγκη να δημιουργηθούν οικογενειακά δικαστήρια, με ειδικά εκπαιδευμένους δικαστές, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, ώστε να ασχολούνται αποκλειστικά με τέτοιες υποθέσεις και να επισπεύδονται οι διαδικασίες. Πρόκειται για ένα αίτημα που στηρίζουν πλέον όλο και περισσότερες μονάδες, από τον χώρο της ψυχολογίας, κοινωνικών επιστημών και φυσικά της δικαιοσύνης.

Το βράδυ της 1ης Απριλίου, η δημόσια διαβούλευση θα κλείσει και το υπουργείο θα προχωρήσει στις όποιες αλλαγές μέχρι την ψήφισή του. Όποια και αν είναι η έκβαση, πάντως, φαίνεται ότι αυτή η συζήτηση έχει πολλά να δώσει αλλά και να αποκαλύψει.

Μπορείτε να δείτε το νομοσχέδιο εδώ και να σχολιάσετε σε κάποια άρθρα του.





SHARE