Η πτώση ενός θρύλου της μόδας: Πώς και γιατί ο John Galliano έφυγε από τον Dior
Η πρόσφατη εμφάνιση του John Galliano στο show υψηλής ραπτικής του οίκου Dior λειτούργησε σαν μια στιγμή συλλογικής μνήμης για τη μόδα.
Ήταν η πρώτη φορά που ο John Galliano έδωσε το «παρών» σε show του Dior από τότε που αποχώρησε από τον οίκο. Μάλιστα, ο ίδιος έδωσε και μια συμβουλή στον Jonathan Anderson. «Όσο πιο πολλά αγαπάς τον Dior, τόσο πιο πολλά θα σου δώσει» του είπε.
Για πολλούς, αυτή δεν ήταν απλώς μια εμφάνιση ενός διάσημου σχεδιαστή, αλλά του ανθρώπου που καθόρισε όσο λίγοι την αισθητική των 90s και των early 00s, που έζησε μια θεαματική άνοδο και μια ακόμη πιο θεαματική πτώση, πριν σταθεί ξανά στα πόδια του.
Όταν το 1996 ο John Galliano διορίστηκε καλλιτεχνικός διευθυντής του οίκου Dior έγινε ο πρώτος Βρετανός σχεδιαστής επικεφαλής ενός γαλλικού οίκου υψηλής ραπτικής. Εκεί, ξεχώρισε με τις εντυπωσιακές παραστάσεις του και τις πρωτοποριακές συλλογές του, που ήταν εμπνευσμένες από τα ταξίδια, τους πολιτισμούς, την ανθρωπολογία, τη λογοτεχνία, τη μυθολογία, αλλά και την ιστορία. Δεν άργησε να κατακτήσει τη φήμη του δεξιοτέχνη της σιλουέτας, καθώς, όπως λένε οι γνώστες, ανακάλυψε εκ νέου την τέχνη -και τον ίδιο τον ρόλο- της υψηλής ραπτικής.
Ο John Galliano υπήρξε ο απόλυτος auteur της μόδας. Οι επιδείξεις του για τον οίκο Dior δεν ήταν απλώς παρουσιάσεις ρούχων αλλά θεατρικές παραστάσεις με αρχή, μέση και τέλος. Δημιουργούσε χαρακτήρες, κόσμους και αφηγήσεις, μετατρέποντας την πασαρέλα σε σκηνή θεάτρου και φαντασίας.
Πίσω από αυτό το δημιουργικό παραλήρημα, όμως, κρυβόταν μια εύθραυστη προσωπικότητα. Η ζωή του John Galliano ήταν από νωρίς σημαδεμένη από την ανάγκη αποδοχής, την αίσθηση του διαφορετικού και τη διαρκή πίεση να αποδεικνύει την αξία του. Ο ίδιος μεγάλωσε σε ένα αυστηρό καθολικό περιβάλλον στο Γιβραλτάρ, όπου η διαφορετικότητά του -τόσο η καλλιτεχνική του φύση όσο και η σεξουαλικότητά του- αντιμετωπίστηκε με αμηχανία και συχνά με σιωπηλή απόρριψη. Από νωρίς ένιωσε την ανάγκη να αποδείξει ότι αξίζει να τον αγαπούν και να τον αποδέχονται, καλλιεργώντας μια έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Όταν μετακόμισε στο Λονδίνο και φοίτησε στη Central Saint Martins, η ιδιοφυΐα του αναγνωρίστηκε σχεδόν ακαριαία, γεγονός που τον έφερε αντιμέτωπο με μια απότομη μετάβαση από την ανασφάλεια στη φήμη. Αυτή η ξαφνική επιτυχία δεν λειτούργησε ως λύτρωση, αλλά ως νέα πηγή πίεσης, καθώς βρέθηκε να κουβαλά τις προσδοκίες μιας ολόκληρης βιομηχανίας. Η ανάγκη να ξεχωρίζει και να υπερβαίνει διαρκώς τον εαυτό του, σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι πρέπει να αποδεικνύει συνεχώς την αξία του, τον οδήγησε σε έναν εξαντλητικό τρόπο ζωής, όπου η δημιουργικότητα συνυπήρχε με την ψυχική φθορά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε μια προσωπικότητα ευάλωτη, που αναζητούσε καταφύγιο άλλοτε στη δουλειά και άλλοτε στις καταχρήσεις, χωρίς ποτέ να βρίσκει πραγματική ισορροπία.
Το αλκοόλ και οι ουσίες μπήκαν στη ζωή του σχεδόν από την αρχή ως τρόπος αποφόρτισης από την ένταση των shows και την απομόνωση μετά από αυτά. Η συνήθεια εξελίχθηκε σε εξάρτηση και η εξάρτηση σε καθημερινή ανάγκη. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα εκείνη την περίοδο σαν μια αργή αυτοκαταστροφή: μπουκάλια δίπλα στο κρεβάτι, χάπια για να κοιμηθεί, ουσίες για να αντέξει την επόμενη μέρα. Η απώλεια του πατέρα του και αργότερα ενός στενού συνεργάτη του επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την ψυχική του κατάσταση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου το όριο ανάμεσα στη δημιουργία και στην κατάρρευση γινόταν όλο και πιο θολό.
Το σημείο μηδέν ήρθε το 2011, όταν σε μπαρ στο Παρίσι κατέγραψαν τον Galliano να εκστομίζει ρατσιστικές και αντισημιτικές φράσεις. Οι εικόνες έκαναν τον γύρο του κόσμου. Ο σχεδιαστής απολύθηκε από τον Dior, καταδικάστηκε από τη δικαιοσύνη και εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Εκείνη τη στιγμή, πριν ακόμη καθιερωθεί ο όρος «cancel culture», η μόδα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρωτοφανές σκάνδαλο. Πολλοί δυσκολεύτηκαν να συμφιλιώσουν τον ποιητικό δημιουργό των πασαρελών με τον άνθρωπο που εμφανιζόταν στο βίντεο.
«Είπα ό,τι είπα. Δεν το εννοούσα. Εξακολουθώ να εξιλεώνομαι. Κάποιοι με συγχώρησαν, κάποιοι δεν θα με συγχωρήσουν ποτέ. Αλλά αυτό είναι κάτι με το οποίο πρέπει να ζω» δήλωσε στο WSJ Magazine, το περιοδικό της Wall Street Journal.
Η επιστροφή του στη δημιουργία δεν ήταν άμεση. Πέρασε από αποτοξίνωση, απομόνωση και μια μακρά περίοδο σιωπής. Σταδιακά, ξαναβρήκε τον δρόμο του μέσα από τη δουλειά του στον οίκο Maison Margiela, όπου η δημιουργικότητα του βρήκε νέο χώρο έκφρασης, λιγότερο δεμένο με τη λάμψη και περισσότερο με την έρευνα και το concept. Εκεί έδειξε ότι εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να χτίζει ολόκληρους κόσμους πάνω στην πασαρέλα, με αναφορές στην τέχνη, τη φωτογραφία και την ιστορία της μόδας. Πρόσφατα, αποχώρησε από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή με τον ίδιο να μην έχει ακόμα ανακοινώσει τα επόμενα σχέδιά του.