Setsuko Klossowska de Rola: Η κόμισσα - καλλιτέχνης που έκλεψε την προσοχή στο front row του Tom Ford δίπλα στην Κέιτ Μος

Setsuko Klossowska de Rola: Η κόμισσα - καλλιτέχνης που έκλεψε την προσοχή στο front row του Tom Ford δίπλα στην Κέιτ Μος

Το front row των καλεσμένων στις μεγάλες επιδείξεις καταλαμβάνεται συνήθως από τα πρόσωπα των ημερών, ανερχόμενες πολυσυζητημένες προσωπικότητες που τροφοδοτούν τον Τύπο.

Στα shows του Tom Ford οι εμβληματικές γυναίκες, ιέρειες της μόδας και της τέχνης έχουν διαχρονικά την τιμητική τους. Γι’ αυτό και στην επίδειξη για το φθινόπωρο/χειμώνα του 2026, πλάι στην Kate Moss, που συνομιλούσε ζωηρά με την κληρονόμο και fashion icon Daphne Guiness, απαθανατίστηκε μια άλλη σεβάσμια μορφή της παρισινής ζωής. Η κόμισσα Setsuko Klossowska de Rola.

Η ιαπωνικής καταγωγής καλλιτέχνης με το χαρακτηριστικό της κιμονό στο μπλε του κοβαλτίου είναι τακτική θαμώνας των επιδείξεων του μάγου του αισθησιασμού, Tom Ford. Όμως, η ζωή της είναι πολύ πιο συναρπαστική από τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας και τα προσωρινά φλας των catwalks στην Εβδομάδα Μόδας. Καλλιτέχνης με μία μεγάλη συλλογή από ζωγραφικά, κεραμικά αλλά και συγγραφικά έργα και κιμονό, το 2005 ανακηρύχθηκε από την UNESCO ως η Καλλιτέχνης της Ειρήνης της χρονιάς, ενώ διατελεί Πρόεδρος του Ιδρύματος Balthus, αφιερωμένο στον εκλιπόντα μεγάλο ζωγράφο και σύζυγό της.

Τα έργα της φιλοξενούνται συχνά σε ατομικές εκθέσεις, όπως στη γκαλερί Gagossian της Νέας Υόρκης, ενώ αποτελεί μούσα και άλλων σχεδιαστών. Το 2023, η Maria Grazia Chiuri με αφορμή το μήνυμα “We should all be feminists,” σε μία σειρά φωτογραφικών πορτρέτων σημαντικών γυναικών από την Katerina Jebb στη Galerie Dior, είχε συμπεριλάβει και τη Setsuko φορώντας μία αρχειακή δημιουργία υψηλής ραπτικής του οίκου.

Η Setsuko Ideta, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε το 1942 στο Τόκυο, στην κορύφωση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μία από τις αρχαιότερες οικογένειες που κατάγονται από τη γενιά των σαμουράι, αλλά και με ρίζες στην αριστοκρατία του Κιότο. Τα ήθη αιώνων και η ανάληψη της εξουσίας από τις συμμαχικές δυνάμεις, σχημάτισαν αυτή τη συνύπαρξη δυτικών και ασιατικών επιρροών στην αντίληψη του κόσμου και στην τέχνη της.

Η καλλιτέχνης σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Sophia στη γενέτειρά της. Στην ηλικία των είκοσι ετών γνώρισε τον φημισμένο ζωγράφο του μοντερνισμού Balthus, τότε Διευθυντή της Γαλλικής Ακαδημίας στη Ρώμη και Πολιτιστικό Απεσταλμένο, από τον Γάλλο Υπουργό Πολιτισμού André Malraux, με σκοπό να ενισχύσει τους γαλλο-ιαπωνικούς δεσμούς. Ανάμεσα στις πολυάριθμες εκδηλώσεις του προγράμματός του, η Setsuko ήταν η διερμηνέας, που δημιούργησε μια γέφυρα ανάμεσα στα επίσημα γαλλικά και στα τοπικά συμφραζόμενα.

Η επαγγελματική εμπλοκή, που σηματοδότησε την αρχική τους επαφή, αντιπαρέβαλε τις ευρωπαϊκές αριστοκρατικές ρίζες του Balthus με την πειθαρχημένη ιαπωνική ανατροφή της Setsuko, επηρεάζοντας αργότερα την εικονοποιία της τελευταίας περιόδου του ζωγράφου με μοτίβα που απέπνεαν την ηρεμία της Ανατολής και τη γοητεία των αιλουροειδών. Η μεταξύ τους αλληλογραφία οδήγησε σε γάμο πέντε χρόνια μετά, στις 2 Σεπτεμβρίου 1967, στο Παρίσι. Μαζί, διέμειναν στη Ρώμη στη Βίλα των Μεδίκων από το 1961 έως το 1977, περιβάλλοντας τη ζωή τους με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα του ιστορικού αρχοντικού του 16ου αιώνα, προτού εγκατασταθούν μόνιμα στο Γκραν Σαλέ στο Ροσινιέρ της Ελβετίας, μια κατασκευή του 1754, που θεωρείται το μεγαλύτερο κατοικημένο ξύλινο κτίριο της χώρας.

Στη Ρώμη, καθώς ο Balthus επιδιδόταν στα δικά του διχαστικά πορτρέτα από λάδι, η Setsuko, άρχισε να εκφράζεται μέσα από λεπταίσθητες απεικονίσεις νεκρής φύσης. Από τις νερομπογιές και τη γκουάς, η Setsuko συνέχισε να πειραματίζεται με διαφορετικά μέσα, όπως με τον χαλκό, το μετάξι και τον πηλό, εγκαινιάζοντας την πρώτη της έκθεση το 1979 στην Galleria “Il Gabbiano” της Ρώμης. Από το 2001 μετά τον θάνατο του συζύγου της βρήκε τη νέα της δημιουργική έδρα στο Παρίσι, συνεχίζοντας ως δημιουργός αλλά και ως σημαντική προστάτιδα των τεχνών.

Οι πλούσιες επιφάνειες είναι ο φιλόξενος τόπος για τη γαλήνια θεματολογία της. Οι οικείες σκηνές των εσωτερικών χώρων αντανακλούν μια παράλληλη συγγένεια με τη ζωτικότητα της φύσης. Το έργο της συνδέει φυσικά και κατασκευασμένα στοιχεία, αντιπροσωπεύοντας τη συμβίωση μεταξύ ζωής και του θανάτου, μεταξύ ανάπτυξης και φθοράς. Τα τοπία, οι μορφές των δέντρων, όπως οι βελανιδιές και οι μανόλιες και η ένθεση στοιχείων, όπως τα σύκα ή τα εσπεριδοειδή συμβολίζουν αυτές τις διαρκείς οργανικές διεργασίες. Την ίδια στιγμή, οι γάτες αναδύονται ως συμβολικοί φύλακες, εμπνευσμένοι από την ιαπωνική λαογραφία, όπως της τέχνης του maneki-neko και bakeneko, αντιπροσωπεύοντας την προστασία, το παιχνίδι και την αρμονία με τον φυσικό κόσμο. Οι νεκρές φύσεις, οι εσωτερικοί χώροι και τα τοπία της μεταφέρουν μια αγάπη για τη ζωή που δρα υπογείως και ενσαρκώνεται από φυσικές μορφές, χειροποίητα αντικείμενα και οικείους χώρους. Οι φίνες κεραμικές της συνθέσεις από δέντρα, άνθη και αμπελώνες, που προσομοιάζουν με παραδοσιακά πορσελάνινα αγαλματίδια, αποτελούν το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο του έργου της.

Η παρατήρηση της καθημερινής ζωής και των έμβιων όντων είναι συνεκτικό κομμάτι του έργου της. Και ίσως και αυτή η παρατήρηση της μόδας να είναι μία ακόμα προέκτασή της. Σε κάθε περίπτωση, η κόμισσα με τα χειροποίητα κιμονό είναι μία δημιουργός που ευαισθητοποιεί, προωθεί τον διαπολιτισμικό διάλογο και τη διατήρηση της καλλιτεχνικής κληρονομιάς, κι αυτό είναι κάτι αξιοσημείωτο πέρα από τις τάσεις.