Alexander McQueen Vs Victoria Beckham: Γιατί ο χαρισματικός σχεδιαστής μισούσε την Posh Spice
Ο Alexander McQueen, το enfant terrible της μόδας, ξεχώρισε για τη σκοτεινή θεατρικότητα, την πρόκληση και την τόλμη του να ξεπερνά τα όρια.
Ο ίδιος είχε πει πως προσδοκούσε από το κοινό είτε να λατρεύει είτε να μισεί τις απόκοσμα σκηνοθετημένες επιδείξεις του, «όχι χλιαρά ανάμεικτα συναισθήματα». Η ex-Spice, Victoria Beckham τον αποκαλούσε «μάστερ της μόδας», έμπνευση και ιδιοφυία «που έκανε ό,τι άγγιζε όμορφο και θα λείψει τραγικά πολύ σε όλους».
Όμως, μάλλον αγνοούσε, ή επέλεξε να παραβλέψει την εγγενή αντιπάθεια του McQueen προς το πρόσωπό της. Σε βιβλία που αναφέρονται στη ζωή του, όπως το “Gods and Kings: The Rise and Fall of Alexander McQueen and John Galliano” ή το “Alexander McQueen: The Life and Legacy”, o ενδυματολόγος και πρώην σύντροφός του Archie Reed έχει αναφερθεί συγκεκριμένα σε αυτή την αρνητική εντύπωση.
Είναι γνωστή η άρνηση του McQueen να ξεκινήσει το εμβληματικό σόου του για τη συλλογή Voss, από την Άνοιξη/Καλοκαίρι του 2001, μέχρι να καθίσει στην πρώτη σειρά η Gwyneth Paltrow, που καθυστέρησε στην κίνηση κατά μία ώρα. Η πασαρέλα του είχε στηθεί στην αποθήκη Gatliff Road Warehouse, με έναν διπλής όψης καθρέφτη, που παρέπεμπε σε δωμάτιο ψυχιατρικής κλινικής με επενδυμένους τοίχους.
«Οι διάσημοι που βλέπετε στις επιδείξεις μου, είτε είναι η Gwyneth Paltrow είτε οποιοσδήποτε άλλος, βρίσκονται εκεί επειδή υπάρχει μια πραγματική σύνδεση μεταξύ μας. Σχεδιάζω για ευφυείς γυναίκες», είχε δηλώσει εμφατικά. Φυσικά η μεταχείριση αυτή ήταν ένα σπάνιο προνόμιο για όποια καλλιτέχνιδα είχε την πολύ υποκειμενική εύνοιά του.
Στη Victoria την οποία θεωρούσε υπερφίαλη έως χαζή, είχε αρνηθεί κατηγορηματικά να παραχωρήσει πρόσκληση στην επίδειξη. «Στο τέλος της μέρας, αυτό που έχει σημασία είναι τα ρούχα μου και η σκληρή δουλειά όλων όσων εργάζονται στα παρασκήνια, όχι οι άνθρωποι που κάθονται στην πρώτη σειρά και απολαμβάνουν το θέαμα. Γι’ αυτό δεν άφησα την Posh Spice να έρθει στην επίδειξη», είχε δικαιολογήσει τη στάση του.
Μερικά χρόνια αργότερα, όμως και συγκεκριμένα το 2006, βλέποντας στα πρωτοσέλιδα τη Victoria με τη γνώριμη σκωτσέζικη καρό pencil φούστα του, ήταν που έγινε πραγματικά έξω φρενών. Σαν μια εμπορική και πολυπροβεβλημένη περσόνα, μια σελέμπριτι του συρμού να βεβηλώνει το δημιουργικό του όραμα. Σύμφωνα με τις διηγήσεις του Archie φώναξε εξαγριωμένος, «Ο David», τον οποίο θεωρούσε κούκλο, μπορεί να φοράει τα ρούχα μου, αυτή όχι!». Και απαγόρευσε στην ομάδα PR του να της ξαναστείλει οποιοδήποτε δώρο. Αν και όπως λένε οι φήμες η Victoria είχε αγοράσει το ταρτάν σχέδιό του με δικά της χρήματα, φορώντας το μάλιστα, περισσότερες από μία φορές.
Ο McQueen δεν την υπολόγιζε καν ως υποσχόμενη σχεδιάστρια με τη δική της αντίληψη περί αισθητικής λέγοντας «τι στο δι**ολο ξέρει από μόδα; Είναι μια ποπ σταρ και δεν μπορεί καν να τραγουδήσει».
Η σχέση της Victoria Beckham με άλλους σχεδιαστές
Όπως ανακαλούν άλλοι fashion insiders του χώρου, για παράδειγμα η editor της Vogue, Svetlana Lana Knezevic η αμφισβήτηση για τη Beckham ήταν διάχυτη. Στην εβδομάδα των αποφοίτων της μόδας στο Λονδίνο (Graduate Week) το 2007 δεν μπορούσα να πιστέψω το πόσο άβολα κινούνταν στον χώρο. Ήταν εντελώς αντιδημοφιλής για το fashion crowd. Μάλιστα, όταν είχε παρουσιάσει μία δημιουργία της Maria Grachvogel ως μοντέλο μερικά χρόνια πριν στην Εβδομάδα Μόδας του Λονδίνου, ο Hussein Chalayan αρνήθηκε να παρουσιάσει τη συλλογή του, εκείνη τη σεζόν για να την μποϋκοτάρει.
Για τον κόσμο της μόδας βέβαια, ο εξοστρακισμός της Victoria Beckham δεν ήταν απαράβατος κανόνας. Ο σημαντικός Γάλλος σχεδιαστής Roland Mouret, υπήρξε μέντοράς της, διαμορφώνοντας τη σχεδιαστική της κατεύθυνση στα πρώτα της βήματα το 2008. Μάλιστα, στο ντοκιμαντέρ του Netflix για τη ζωή της, η ίδια είχε πει ότι η βιομηχανία προκατειλημμένα υπέθετε ότι κρυβόταν ένας άντρας “ghost designer”, πίσω από τις συλλογές της. «Έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρχει κάποιος άντρας», που να δικαιολογεί το χάρισμα πίσω από τις δημιουργίες, γιατί το να σχεδιάζει επιτυχώς μια γυναίκα ήταν ασύλληπτο.
Ο Marc Jacobs ήταν από τους πρώτους που την προσέγγισαν με θετική διάθεση. Η αφορμή λίγο παράδοξη. Το 2001 δημιούργησε τις Louis Vuitton Graffiti bags, μία limited συνεργασία με τον καλλιτέχνη Stephen Sprouse με αριθμημένα κομμάτια. Βλέποντας τη Victoria Beckham σε εξώφυλλο βρετανικής εφημερίδας κρατώντας την, αναγνώρισε πως επρόκειτο για απομίμηση. Κι έτσι, διασκεδάζοντας με το γεγονός αποφάσισε να της προσφέρει μία αυθεντική. «Ούτε που είχα ονειρευτεί την Posh Spice να κρατά μία τσάντα Louis Vuitton. Ήταν κάπως αστείο», είχε θυμηθεί αργότερα.
Μάλιστα μετά την συμπεριέλαβε ως πρωταγωνίστρια στην out of the box καμπάνια για το δικό του brand το 2008. Φωτογραφημένη από τον Juergen Teller, η μετάβασή της Beckham από ποπ σταρ σε προϊόν της μόδας, είναι κυριολεκτική, βλέποντάς την να ξεπηδά μέσα από μια μεγάλη χάρτινη λευκή σακούλα με την ένδειξη Marc Jacobs. Μέσα από αυτό το σατιρικό ενσταντανέ η ίδια είχε και μία πικρή διαπίστωση. Για τους γνώστες ήταν αντικείμενο χλευασμού: «τότε ήταν που συνειδητοποίησα πως για την ελίτ της μόδας, ήμουν περίγελος. Κανείς δεν με έπαιρνε στα σοβαρά».
Έχοντας τη διορατικότητα και το χιούμορ να αποδομήσει αυτή την πεποίθηση, δέκα χρόνια αργότερα, έχοντας πλέον κατακτήσει τον σεβασμό και την αναγνώριση, η ίδια αναδημιούργησε το concept αυτής της καμπάνιας με τον Teller για το δικό της brand. Ο Marc Jacobs ήταν εκείνος που της παρέδωσε το βραβείο στα British Fashion Awards το 2011 και μετέπειτα τις χάρισε ένα από τα πρώτα του "Muscle Man Marc" κουκλάκια για να παίζει.
Πλέον, ο σνομπισμός προς το πρόσωπό της έχει παρέλθει. Η αγέλαστη φυσιογνωμία της υπό τα φλας των φωτογράφων, μαζί με την επιλογή των μαύρων ρούχων έχει καθορίσει το “in look” για όσους σχετίζονται με τη μόδα. Είκοσι χρόνια μετά, τα σχέδιά της είναι περιζήτητα και έχουν αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου με τις λιτές, αυστηρές τους φόρμες.
Δεν είναι ο «σπόνσορας» David Beckham που παγίωσε το brand της, αλλά η αυθεντική αγάπη της για τη μόδα και τις γυναίκες και η σταθερή αφοσίωσή της στην εξέλιξη του σχεδιασμού της. Και μαζί η γενναιοδωρία και η εκτίμησή της προς όλους τους σχεδιαστές, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς τους προς το πρόσωπό της.