Christian Bérard: Ποιος ήταν ο φημισμένος εικονογράφος και φίλος του Christian Dior που εμπνέει τον Jonathan Anderson

Christian Bérard: Ο καλλιτέχνης πίσω από την αισθητική του Dior που επιστρέφει στο προσκήνιο

Η πρώτη συλλογή Dioriviera διά χειρός Jonathan Anderson για το 2026 αποτυπώνει τη γοητεία του μεσογειακού καλοκαιριού. Αέρινες σιλουέτες, ναυτικές ρίγες, πολύχρωμοι φιόγκοι, φρουτώδη κοσμήματα και μοτίβα εμπνευσμένα από ιστιοφόρα αντλούν από το έργο του Γάλλου καλλιτέχνη Christian Bérard.

Ανάμεσά τους και το Dior Arabesque. Ένα παλαιότερο έργο του, το οποίο είχε δημιουργηθεί για τη Vogue στα τέλη της δεκαετίας του ‘30 και απεικονίζει ένα μπουκέτο λουλουδιών πλαισιωμένο από γυναικείες μορφές. Το μοτίβο μεταφέρεται και στη συλλογή Dior Maison, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου η τέχνη συναντά το art de vivre στην οικειότητα του προσωπικού χώρου. Τι σημαίνει, όμως αυτό το λιγότερο ακουστό όνομα του Christian Bérard για τον γαλλικό οίκο;

Bérard και Dior: η φιλία δύο δημιουργών του ονείρου

Ο δημιουργός, γνωστός στο στενό του περιβάλλον και ως “Bébé”, λόγω της baby face φυσιογνωμίας του, υπήρξε μορφή καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της αισθητικής του ταυτότητας. Η φιλία και η δημιουργική σύμπραξη ανάμεσα στον Christian Dior και τον Γάλλο καλλιτέχνη ξεκίνησε το 1920, μέσω του συνθέτη Henri Sauguet, αναπτύσσοντας μια βαθιά σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και καλλιτεχνικής συνδιαλλαγής, με την ονειρώδη ευαισθησία, τη σουρεαλιστική πινελιά και τις βοτανικές εικονογραφήσεις του Bérard να επηρεάζουν ουσιαστικά το δημιουργικό σύμπαν του Dior.

Όταν ο Christian Dior ίδρυσε τον οίκο υψηλής ραπτικής του το 1947 στον αριθμό 30 της Avenue Montaigne, στο ισόγειο του κτίσματος, διαμόρφωσε μια λιλιπούτεια μπουτίκ στη βάση της φιδογυριστής σκάλας. Το όνομά της ήταν “Colifichets”. Τα διακοσμητικά μικροπράγματα. Εκεί, στην αρχή πωλούνταν αποκλειστικά αξεσουάρ, όπως κοσμήματα, φουλάρια και λουλούδια, που συνόδευαν την γενικότερη ανάγκη της κάθε γυναίκας για ομορφιά. Από εκεί, όμως προέκυψε και η ιδέα να πωλούνται ready-to-wear φορέματα, απλουστευμένες εκδοχές των κύριων συλλογών με μεγάλη ανταπόκριση.

Ο Dior εμπιστεύτηκε τον στενό του φίλο για τον εσωτερικό της σχεδιασμό. Ο Bérard οραματίστηκε ένα θεατρικό σκηνικό όμοιο με πρόπυλο, επενδυμένο με μια χαρακτηριστική διακόσμηση από μοτίβα toile de Jouy. Tο ύφασμα με τις σύνθετες, μονοχρωματικές βινιέτες τυπωμένες σε υπόλευκο φόντο, που αναπαριστά ποιμενικές σκηνές και ρομαντικές εικόνες μέσα από τη λεπτομερή του αφήγηση. Σαν ταπισερί που εξαπλώνεται σε κάθε αντικείμενο, το print πλαισίωνε τα ράφια και τους πάγκους πώλησης της μπουτίκ. Το τύπωμα αυτό, ένα διαχρονικό στοιχείο, ταυτόσημο με την εικόνα του Dior εξακολουθεί να αποτελεί αισθητικό γνώρισμα του οίκου.

Η επιτυχία του New Look το 1947, το σύμβολο της μεταπολεμικής αναγέννησης της μόδας σφράγισε ακόμη περισσότερο τη φιλία των δύο δημιουργών. Ως φόρο τιμής στον στενό του φίλο, ο Christian Bérard φιλοτέχνησε ένα ένα πρωτότυπο σκίτσο του θρυλικού “Bar suit” μπροστά από την πρόσοψη της Avenue Montaigne, το οποίο ο σχεδιαστής διατηρούσε ως προσωπικό φυλαχτό. Για τον Dior, ο Bérard δεν ήταν απλώς φίλος, αλλά ένας από τους ανθρώπους που ο couturier θαύμαζε περισσότερο. Ο ίδιος ο σχεδιαστής έλεγε πως ο καλλιτέχνης «μεταμόρφωνε την καθημερινή ζωή σε παραμύθι», αγοράζοντας συστηματικά σχέδιά του.

Η ζωή του Christian Bérard

Μέσα στην αβαν-γκαρντ καλλιτεχνική ζωή του Παρισιού στα ‘30s, με τον Picasso, τον Sartre, τον Man Ray, τη Simone de Beauvoir και άλλες μορφές των τεχνών και των γραμμάτων να διαμορφώνουν το φιλελεύθερο πνεύμα της εποχής, ξεχωρίζει και ο Christian Bérard. Γιος του André Bérard του «επίσημου αρχιτέκτονα της πόλης» εκείνο το διάστημα. Ο Christian καθιερώνεται στο δικό του métier.

Ο πολυσχιδής καλλιτέχνης καταπιάνεται με τη ζωγραφική και την εικονογράφηση βιβλίων και περιοδικών, τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων και τον σχεδιασμό σκηνικών και κοστουμιών. Εκείνος σχεδιάζει τα σκηνικά για το Théâtre de la Mode, τη διάσημη περιοδεύουσα έκθεση με τις κούκλες-μινιατούρες, που προωθούσε διεθνώς τη γαλλική υψηλή ραπτική μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εικονογραφήσεις του για τα εξώφυλλα της Vogue ανακαλούνται μέχρι σήμερα, ενώ φημισμένη ήταν και η επιμέλεια των σκηνικών του για τα Ρωσικά Μπαλέτα και την ταινία “La Belle et la Bête” του Jean Cocteau, το 1946. Αυτό που τον έκανε να ξεχωρίσει ήταν η λιτή σκηνογραφική γλώσσα, η οποία παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα. Οι σκηνικοί του χώροι δεν επιδίωκαν τη ρεαλιστική αναπαράσταση, αντίθετα, υπέβαλλαν αδιόρατα, σχεδόν προσχεδιακά την αίσθηση του χώρου, μέσα από τα απολύτως αναγκαία στοιχεία. Με τη λιτή του παλέτα και τις απέριττες συνθέσεις του, άφηνε τα κοστούμια και την κίνηση να αναδειχθούν σε κυρίαρχους φορείς έκφρασης. Η αισθητική του άσκησε σημαντική επιρροή και σε άλλες μεγάλες προσωπικότητες. Ο Bérard παραδόξως έκανε διακοπές με την Coco Chanel, αντίπαλον δέος του Dior, γοήτευσε τη συγγραφέα Colette, ενώ συνεργάστηκε και με τις σχεδιάστριες Elsa Schiaparelli και Nina Ricci. Ο σκηνοθέτης Franco Zeffirelli τον αποκάλεσε ως «τον σπουδαιότερο διακοσμητή των καιρών του».

Ο «μεγαλειώδης κλοσάρ» της σκηνής, όπως τον αποκαλούσαν λόγω των ατίθασων μαλλιών και της γενειάδας του έφυγε αιφνίδια από ανακοπή στις 11 Φεβρουαρίου του 1949 πάνω στη σκηνή του θεάτρου Marigny, ενώ αναφωνούσε «αυτό είναι, τελειώσαμε» κατά τη διάρκεια μιας πρόβας. Στη δεκαετία του ’60 το όνομά του άρχισε να περνά στην αφάνεια, με τον, sui generis γκαλερίστα, Αλέξανδρο Ιόλα να ξεκινά να συλλέγει τη δουλειά του επαναφέροντάς τον στο προσκήνιο.

Επιστρέφοντας στη σχέση του με τον Dior η επιρροή του δεν περιορίζεται σε εκείνη την εποχή. Η δημιουργική σύνδεση των δύο ανδρών εξακολουθεί να διαπερνά το DNA του οίκου, με συλλογές όπως η Dioriviera και η Dior Maison να αντλούν έμπνευση από τις ανθογραφικές συνθέσεις και τη φαντασιακή εικονογραφία του Γάλλου καλλιτέχνη. Μάλιστα, το 2023, ο οίκος κυκλοφόρησε το βιβλίο “Christian Dior, Christian Bérard: Joyful Melancholy”, αφιερωμένο στη φιλία και τη δημιουργική σχέση των δύο ανδρών, μιλώντας για τη συμβιοτική σχέση δύο αντίθετων προσωπικοτήτων, που επηρέασε αμφίδρομα τη δημιουργική τους πορεία.

Μέσα από αυτή τη διαχρονική καλλιτεχνική συνομιλία, η κληρονομιά της φιλίας τους συνεχίζει να επιβιώνει, αποδεικνύοντας πως ο δημιουργικός διάλογος ανάμεσα σε δύο οραματιστές μπορεί να υπερβεί τα όρια του χρόνου, εξακολουθώντας να εμπνέει τη σύγχρονη μόδα.