Έξι συλλογές μετά, ο Jonathan Anderson αναζητά ακόμη τη νέα γυναίκα Dior
Πριν από τον Jonathan Anderson ήταν η Maria Grazia Chiuri και αρκετά χρόνια πριν από εκείνη ο John Galliano. Τρεις εντελώς διαφορετικοί σχεδιαστές, με διαφορετική αντίληψη για τον Dior!
Κυρίως, για τη γυναίκα που θέλουν να ντύσουν. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά, στην εποχή του Galliano, κάθε συλλογή μπορούσε να σε μεταφέρει σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Δεν ήξερες ακριβώς τι θα δεις μέχρι να ξεκινήσει το show.
Στην περίπτωση του Anderson, έξι γυναικείες συλλογές μετά την άφιξή του στον οίκο, η έκπληξη αρχίζει να «περιορίζεται». Η τελευταία του συλλογή για την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2027 επιβεβαίωσε περισσότερο τη σχεδιαστική γλώσσα που έχει ήδη δημιουργήσει στον Dior παρά ότι άνοιξε ένα καινούργιο κεφάλαιο.
Ο κοινός παρονομαστής του Anderson με τη Maria Grazia Chiuri είναι αυτή η σχεδόν εμμονική επιστροφή σε συγκεκριμένες ιδέες. Στην περίπτωση του Anderson είναι η ελαφρότητα, οι παράξενοι όγκοι, η αίσθηση του ατελούς, τα λουλούδια και η προσπάθεια να αφαιρεθεί από τον Dior την αυστηρότητα της κατασκευής του. Η Chiuri, από την άλλη, επέστρεφε συστηματικά σε ιστορικές δεκαετίες, αρχαιοελληνικές αναφορές και μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη θηλυκότητα. Διαφορετικό λεξιλόγιο, αλλά παρόμοια επιμονή στην επανάληψή του.
Στο σύνολό της, η τελευταία επίδειξη του Anderson έμοιαζε υπερβολικά οικεία σε σχέση με όσα έχουμε ήδη δει από εκείνον στον Dior. Μεμονωμένα υπήρχαν κομμάτια με ενδιαφέρον, τεχνικές που άξιζαν να παρατηρήσεις και λεπτομέρειες που αποκάλυπταν τη δουλειά των ateliers. Τα κουμπιά από γυαλί Murano, οι λεπτές πτυχώσεις, η δαντέλα Chantilly και τα πέταλα κομμένα και τοποθετημένα στο χέρι δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν απλοϊκές κατασκευές. Το πρόβλημα βρισκόταν περισσότερο στην εικόνα που δημιουργούσαν όλα μαζί.
Από την πρώτη του κιόλας γυναικεία επίδειξη για τον οίκο, ο Anderson επιστρέφει σε μια συγκεκριμένη σιλουέτα, ιδιαίτερα στα φορέματα: στενότερο επάνω μέρος και όγκος που συγκεντρώνεται χαμηλά, δημιουργώντας άλλοτε ένα σχεδόν balloon σχήμα και άλλοτε μια πιο μαλακή, γλυπτική καμπύλη. Την είδαμε στο ready-to-wear, πέρασε στην haute couture και συνεχίζει να επανέρχεται με διαφορετικά υφάσματα, υφές και τεχνικές. Στο SS27 η ίδια λογική έγινε απλώς πιο ανάλαφρη, με chiffon, διάφανα υλικά, λεπτές πτυχώσεις και ασυμμετρίες.
Η πρόθεση πίσω από αυτό είναι σαφής. Ο Anderson θέλει να αποφορτίσει τον Dior από την αυστηρότητα με την οποία έχει συνδεθεί ιστορικά. Ήδη από την προηγούμενη ready-to-wear συλλογή είχε εξηγήσει ότι αφαίρεσε τη δομή από το Bar jacket για να το κάνει πιο ελαφρύ. Στη νέα συλλογή συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση, μεταφέροντας ακόμη και στοιχεία του New Look σε πιο ρευστές και χαλαρές κατασκευές.
Μόνο που η ελαφρότητα σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασε οπτικά στα όρια της προχειρότητας. Κάποια από τα κοντά σακάκια, για παράδειγμα, ήταν εμφανώς σχεδιασμένα για να δείχνουν ατελή ή σχεδόν «λάθος», όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα λειτουργούσε πάντα υπέρ τους. Υπήρχαν στιγμές όπου τα ρούχα έχαναν εκείνη τη σπιρτάδα και τη βαρύτητα που περιμένεις από έναν οίκο όπως ο Dior και έδειχναν πολύ πιο κοινά απ’ όσο θα περίμενε κανείς γνωρίζοντας την τεχνική που κρύβεται πίσω τους.
Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είχε, κατά τη γνώμη μου, το styling. Το mix & match ήταν τόσο έντονο ώστε αρκετές φορές τα ίδια τα ρούχα χάνονταν μέσα στην εικόνα. Διάφανα tops, εσώρουχα που έμεναν εκτεθειμένα, διαφορετικές υφές, μεταλλικά παντελόνια, λουλούδια, κρόσσια και αξεσουάρ συνυπήρχαν χωρίς πάντα να υπάρχει ένας σαφής λόγος. Στον στιλιστικό λόγο αυτό θα μπορούσε πολύ απλά να ονομαστεί «φασαρία», και εδώ υπήρχε αρκετή.
Υπάρχουν έπειτα τα λουλούδια. Για έκτη γυναικεία συλλογή στη σειρά, η φύση εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εμμονές του Anderson. Λουλούδια και πέταλα εμφανίζονται επάνω στα ρούχα, στα μαλλιά, ως κοσμήματα και ως τρισδιάστατες εφαρμογές. Η αναφορά έχει ασφαλώς ιστορική βάση, ο Christian Dior αγαπούσε τους κήπους και ήδη από την Corolle του 1947 είχε συνδέσει τη γυναικεία σιλουέτα με το σχήμα ενός λουλουδιού. Στον Anderson, όμως, το συγκεκριμένο μοτίβο έχει πλέον χρησιμοποιηθεί τόσες φορές ώστε δύσκολα λειτουργεί ως έκπληξη.
Και κάπου μέσα σε όλα αυτά εξακολουθεί να υπάρχει έντονα η Loewe. Οι τσάντες με τα κρόσσια, τα flat παπούτσια που μοιάζουν σχεδόν με παντόφλες, τα denim κοψίματα, οι παράξενοι όγκοι και κυρίως αυτή η σκόπιμη αδεξιότητα με την οποία αντιμετωπίζει συχνά ένα πολυτελές αντικείμενο θυμίζουν τεχνικές και ιδέες που ο Anderson είχε αναπτύξει πολύ πριν περάσει την πόρτα του Dior.
Τι βλέπουμε στη μέχρι τώρα θητεία του; Σε αρκετές στιγμές έχω την αίσθηση ότι ο Anderson χρησιμοποιεί τον Dior για να διευρύνει τον δικό του σχεδιαστικό κόσμο περισσότερο απ’ όσο χρησιμοποιεί τον δικό του κόσμο για να διευρύνει τον Dior. Η προσωπική του υπογραφή είναι παντού, αλλά η ταυτότητα του οίκου δεν βγαίνει πάντα.
Υπάρχει επίσης ένα ερώτημα που, έξι συλλογές αργότερα, παραμένει: ποια ακριβώς είναι η γυναίκα στην οποία απευθύνεται; Η πρόθεση να προσεγγίσει μια νεότερη γενιά είναι εμφανής, από τον τρόπο που συνδυάζονται τα ρούχα μέχρι την πιο χαλαρή αντιμετώπιση των ιστορικών κωδίκων του οίκου, αλλά κάποιες φορές η προσπάθεια φαίνεται περισσότερο από το ίδιο το αποτέλεσμα.
Ο Jonathan Anderson έχει αναμφίβολα το σχεδιαστικό εύρος και την τεχνική γνώση για να πάει τον Dior σε μια κατεύθυνση που δεν έχουμε ξαναδεί. Μέχρι στιγμής, όμως, μοιάζει να βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μία στον Dior που προσπαθεί να «ξαναδιαβάσει» και από την άλλη στον σχεδιαστή που ήταν επί έντεκα χρόνια στη Loewe. Έξι γυναικείες συλλογές μετά, οι δύο κόσμοι έχουν συναντηθεί. Δεν είμαι βέβαιη ότι έχουν γίνει ακόμη ένας.