Gucci, Dior και Louis Vuitton μετατρέπουν την Τέχνη σε μόδα στις Resort συλλογές τους

Gucci, Dior και Louis Vuitton μετατρέπουν την Τέχνη σε μόδα στις Resort συλλογές τους

Η μόδα βρίσκεται συχνά στην πιο δυνατή της εκδοχή όταν λειτουργεί πολυσυλλεκτικά, ακόμη κι αν η βιομηχανία της συχνά αντιμετωπίζεται ως ένας κλειστός, αυτάρεσκος κόσμος.

Οι σπουδαίοι δημιουργοί, όμως, αντλούν διαρκώς έμπνευση από διαφορετικά πεδία, τον κινηματογράφο, τη μουσική και τις εικαστικές τέχνες, ενώ οι συνέργειες ανάμεσα σε οίκους μόδας και τον κόσμο της τέχνης είναι πλέον αμέτρητες. Σε μια εποχή όπου ο καταιγισμός πληροφορίας, η αισθητική ομοιομορφία και η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχούν, το προσωπικό γούστο έχει εξελιχθεί σε μια νέα μορφή πολιτιστικού κεφαλαίου. Έτσι, οι high-fashion οίκοι που στρέφονται όλο και πιο συνειδητά στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών τους αναφορών και των δεσμών τους με κορυφαίους πολιτιστικούς θεσμούς. Η μόδα επιχειρεί να κατακτήσει μια νέα θέση ισχύος, όχι μόνο στην ποπ κουλτούρα αλλά και στον πυρήνα της σύγχρονης πολιτιστικής σκηνής.

Η επίδειξη του οίκου Louis Vuitton για τη συλλογή Resort 2027 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης.Το show πραγματοποιήθηκε στις αίθουσες του πρώτου ορόφου του μουσειακού θεσμού “The Frick Collection”, με το catwalk να διατρέχει το ιστορικό αρχοντικό της «Χρυσής Εποχής» της Νέας Υόρκης, που σήμερα φιλοξενεί ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα τέχνης παγκοσμίως.

Η ίδια η θεματική της συλλογής ήταν ένας εμφανής στοχασμός πάνω στον διαχωρισμό ανάμεσα στην αριστοκρατική, καθωσπρέπει και την εναλλακτική πλευρά της πόλης και στον τρόπο με τον οποίο η μόδα κινείται ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους. Το σκηνικό ήταν μια ενδυματολογική σύγκρουση ανάμεσα στη γοητεία της Μπελ Επόκ ενός ιστορικού αρχοντικού που μετατράπηκε σε μουσείο, γεμάτου με απαλά, ατμοσφαιρικά πορτρέτα κοσμικών κυριών του παρελθόντος και την street-wise ‘80s τέχνη του Keith Haring γεμάτη γκραφίτι. Μια οπτική αναφορά στον «εκδημοκρατισμό του εκλεπτυσμένου», όπως το έθεσε η Vanessa Friedman, κριτικός μόδας των New York Times. Κιτς στοιχεία της αμερικανικής αισθητικής, denim, δέρμα αγελάδας και στοιχεία από συμμορίες μοτοσικλετιστών, με ξεβαμμένα τζιν και ένα κουτί κινέζικου take-out διακοσμημένο με στρας, δημιούργησαν μια χαοτικά πολύχρωμη μείξη ρούχων και διαφορετικών ομάδων κουλτούρας, πολύ κοντά στην ίδια τη φύση της Νέας Υόρκης.

Η επιλογή του τοποσήμου δεν ήταν τυχαία. Ο Nicolas Ghesquière δεν έκρυψε ποτέ την αδυναμία του στους εμβληματικούς χώρους. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το spring 2026 show που είχε παρουσιαστεί στα θερινά διαμερίσματα της Άννας της Αυστριακής Anne d’Autriche στο Λούβρο. Ωστόσο, η χθεσινή βραδιά είχε και έναν βαθύτερο συμβολισμό. Αποτέλεσε την επίσημη ανακοίνωση της μιας μακρόπνοης πολιτιστικής συνεργασίας του οίκου με το μουσείο της ‘Απερ Ιστ Σάιντ. Η τριετής σύμπραξη περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση τριών σημαντικών εκθέσεων, ελεύθερη βραδινή είσοδο για έναν χρόνο μέσω των ημερών “Louis Vuitton First Fridays”, αλλά και τη δημιουργία θέσης ερευνητή στον τομέα της επιμέλειας για δύο χρόνια.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας οίκος συνδέεται με έναν κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό. Η Chanel στηρίζει εδώ και χρόνια την Όπερα του Παρισιού και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Tribeca, ενώ ο Louis Vuitton υπήρξε ο πρώτος οίκος πολυτελείας που έγινε επίσημος χορηγός του Λούβρου. Παρ’ όλα αυτά, η νέα δέσμευση απέναντι σε ένα τόσο σημαντικό μουσείο της Νέας Υόρκης μοιάζει να σηματοδοτεί ένα νέο, παγκόσμιο κεφάλαιο.

Το αίσθημα αυτό ενίσχυσε ακόμη περισσότερο και η συνεργασία της συλλογής με το Keith Haring Foundation. Η πρόσκληση του show συνοδευόταν από το vintage σχέδιο με τον δερμάτινο χαρτοφύλακα Louis Vuitton, τον οποίον ο ίδιος ο Keith Haring είχε φιλοτεχνήσει με δικά του γκράφιτι το 1984. Στην πασαρέλα, εμβληματικά μοτίβα του καλλιτέχνη, όπως το διάσημο μήλο της Νέας Υόρκης και τα χαρακτηριστικά “dogs with UFOs” του 1982 εμφανίστηκαν πάνω σε αυστηρά πουκάμισα με αναφορές origami.

Η εμφανής σύνδεση του γαλλικού οίκου με τις τέχνες για την τρέχουσα παρουσίαση των συλλογών resort δεν προκύπτει ως μια μεμονωμένη κίνηση. Είναι ο τρίτος μεγάλος οίκος που παρουσιάζει συλλογή του στην Αμερική αυτόν τον μήνα, με τον Gucci να έχει προηγηθεί μετατρέποντας την πλατεία Times Square σε σκηνικό υψηλής μόδας. Πριν από το show, ο οίκος αποκάλυψε μέσω Instagram την καλλιτεχνική του αναφορά. Τη σειρά “Men in the Cities” του Robert Longo, ένα έργο από τα τέλη των ‘70s που, εμπνευσμένο εν μέρει από τις σκηνές θανάτου στην ταινία “The American Soldier” του Rainer Werner Fassbinder, αποτύπωνε με σχεδόν σατιρικό τρόπο την ένταση και την παραμόρφωση της ζωής στη Νέα Υόρκη. Η επιλογή ταίριαζε ιδανικά με το σύμπαν του Demna Gvasalia, ειδικά αν θυμηθεί κανείς ότι στο τελευταίο του show στη Νέα Υόρκη για τον Balenciaga, οι καλεσμένοι πετούσαν συμβολικά ψεύτικα “Balenciaga Bucks” χαρτονομίσματα μπροστά από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Σήμερα, στην εποχή της απόλυτης ψηφιακής δημοκρατίας, τα moodboards δεν παραμένουν πλέον κρυφά πίσω από τις πόρτες των ατελιέ. Η αναγνώριση και βαθύτερη κατανόηση των πολιτισμικών αναφορών δεν είναι πια αποκλειστικό προνόμιο για τους μυημένους. Όπως έχει αναφέρει η ιστορικός τέχνης Amelia Marran-Baden, γνωστή και ως @Meelzonart στα social media, «τα ψηφιακά μέσα έχουν προσφέρει πρωτοφανή πρόσβαση στη δημιουργική διαδικασία των σχεδιαστών και το κοινό απολαμβάνει να ανακαλύπτει αυτές τις συνδέσεις». Η μόδα, πλέον, δεν αφορά μόνο το ίδιο το ρούχο αλλά ολόκληρους κόσμους, που χτίζονται γύρω του. Οι θεατές θέλουν να αισθάνονται μέρος της δημιουργικής διαδικασίας και οι οίκοι ανταποκρίνονται ανοίγοντας όλο και περισσότερο το καλλιτεχνικό τους σύμπαν προς το κοινό.

Η οικοδόμηση αυτής της σχέσης συνεχίζεται φυσικά και πέρα από την πασαρέλα. Ένα show διαρκεί μόλις λίγα λεπτά. Το αφήγημά του όμως πρέπει να παραμένει ζωντανό πολύ περισσότερο μέσα στην αδιάκοπη ροή του διαδικτύου. Για τον Jonathan Anderson στον Dior, η αθάνατη αποτύπωση του κινηματογράφου μοιάζει να αποτελεί την ιδανική συνέχεια αυτής της αφήγησης, ειδικά μετά και από την επιμέλεια των κοστουμιών για τις ταινίες “Challengers” και “Queer” σε συνεργασία με τον Luca Guadagnino. Πρόσφατα, ο γαλλικός οίκος επέστρεψε στο Λος Άντζελες και στις ολοκαίνουργιες αίθουσες “David Geffen Galleries” του Μουσείου Τέχνης LACMA, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη σχέση του με το Χόλιγουντ. Το εμβληματικό λευκό σακάκι σε ύφος Dior Bar Jacket από το 1947 οδηγούσε απευθείας σε εκείνο το σχέδιο, που είχε δημιουργηθεί για τη Marlene Dietrich, η οποία είχε δηλώσει κάποτε στα γυρίσματα της ταινίας Stage Fright του Alfred Hitchcock: «No Dior, no Dietrich!».

Ο Anderson συνεργάστηκε επίσης με τον Αμερικανό καλλιτέχνη της ποπ κουλτούρας Ed Ruscha, ενσωματώνοντας τη χαρακτηριστική, σχεδόν παραμορφωμένη τυπογραφία του σε μια σειρά από tailored αντρικά πουκάμισα. Από την πρώτη στιγμή, άλλωστε, η αισθητική του νέου Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Dior είχε έντονα καλλιτεχνικό χαρακτήρα. Όπως σημειώνει η Amelia Marran-Baden, το σκηνικό της πρώτης του αντρικής συλλογής πλαισιωνόταν από δύο νεκρές φύσεις του Jean Siméon Chardin, με τίτλο «Ένα καλάθι με άγριες φράουλες» και «Ένα βάζο με λουλούδια». Ομοίως και η εναρκτήρια συλλογή υψηλής ραπτικής του άντλησε έμπνευση από το έργο της κεραμίστριας, Λαίδης Magdalene Odundo. Ακόμη και Η Οκταγωνική Δεξαμενή, που βρίσκεται στον Κήπο του Καρουζέλ (Jardin du Carrousel) κοντά στο Μουσείο του Λούβρου μεταμορφώθηκε σε έναν σύγχρονο φόρο τιμής στον ιδιωτικό κήπο με τα νούφαρα του Μονέ στο Ζιβερνί, ανακαλώντας μια βαθύτερη συναισθηματική σύνδεση με την τέχνη και το όνειρο.

Όπως και η φετινή έκθεση του Costume Institute στο MET, με θεματική της την τέχνη στο ένδυμα, έτσι και ο Anderson ανάγει στο υψηλότερο σκαλοπάτι της δημιουργίας, την αδιαχώριστη αγάπη του προς το ένδυμα και τις καλές τέχνες. Και όντας στο τιμόνι του Dior φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει σε αυτή την κατεύθυνση. Με τον πολιτισμό να λειτουργεί ως το νέο «νόμισμα», η μόδα δεν είχε ποτέ ισχυρότερο κίνητρο να προβάλλει τη καλλιτεχνική της διάσταση και οι οίκοι εκμεταλλεύονται αυτή την αμερικανικής προέλευσης resort season για να επενδύσουν με όλες τους τις δυνάμεις σε αυτό το αφήγημα.