Η πιο διάσημη καμπαρντίνα στον κόσμο έχει τη δική της έκθεση στο Λονδίνο -Η συναρπαστική ιστορία της Burberry

Η πιο διάσημη καμπαρντίνα στον κόσμο έχει τη δική της έκθεση στο Λονδίνο -Η συναρπαστική ιστορία της Burberry

Το πιο αναγνωρίσιμο σχέδιο της βρετανικής μόδας, οι καμπαρντίνες της Burberry παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο Victoria & Albert Museum του Λονδίνου το 1946, σε μια έκθεση που ανέδειξε τις βιομηχανίες σχεδιασμού και κατασκευής επί αγγλικού εδάφους.

Ογδόντα χρόνια αργότερα, το εμβληματικό πανωφόρι επιστρέφει σε μία έκθεση που το θέτει στο επίκεντρο.

Η έκθεση «The Burberry Trench: Crafting an Icon» συμπίπτει τόσο με την 170η  επέτειο της Burberry όσο και με την παρουσίαση της συλλογής της για την άνοιξη του 2027 στην πασαρέλα, με την οποία ολοκληρώνεται η Εβδομάδα Μόδας του Λονδίνου. Μέσα στη, συνήθως κλειστή για το κοινό, αίθουσα της “Prince Consort Gallery” οι μαονένιες προθήκες της οποίας κάποτε φιλοξενούσαν υφάσματα από τη συλλογή υφασμάτων του μουσείου, επιλέγεται ένα σκηνικό φορτισμένο με ιστορία, ιδανικό για ένα πανωφόρι με τόσο ενδιαφέρουσα εξέλιξη μέσα στον χρόνο. 

Σπάνια κομμάτια από το αρχείο της Burberry και από την ίδια τη συλλογή του V&A, ανασυνθέτουν τη διαδρομή της καμπαρντίνας από στρατιωτικό πανωφόρι σε διαχρονική επένδυση της γκαρνταρόμπας, σε διεθνές επίπεδο. Σύμφωνα με την Carly Eck, Αντιπρόεδρο και Επιμελήτρια Αρχείου και Κληρονομιάς της Burberry, αντικείμενα από το αρχείο παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό, από καταλόγους των αρχών του 20ου  αιώνα, ανευρίσκοντας έως και μία καμπαρντίνα που είχε φορέσει κάποτε ο couturier Hardy Amies. Είναι αυτού του είδους η λεπτομέρεια που μετατρέπει μια έκθεση για ένα ένδυμα σε μια έκθεση για τους ανθρώπους που το φόρεσαν. «Η καμπαρντίνα της Burberry είναι ένα παγκόσμιο έμβλημα του design, με τις ρίζες της στη βρετανική δεξιοτεχνία, όπως αναφέρει. Η ίδια ξεχωρίζει μία καμπαρντίνα του 1939, την οποία είχε φορέσει ένας αντισυνταγματάρχης του βρετανικού στρατού και παρουσιάζεται σε αντιπαραβολή με catwalk κομμάτια, τονίζοντας «αυτές ακριβώς τις αντιθέσεις, ανάμεσα στην παράδοση και την επανεφεύρεση, τη λειτουργικότητα και τη μόδα, που συνυπάρχουν και αποτυπώνουν την ουσία του οίκου μας και της ιστορικής μας κληρονομιάς».

Η αφήγηση ξεκινά με την ενότητα “Invention”, εστιάζοντας περισσότερο στη χρηστική εφεύρεση του Thomas Burberry. Τη βαμβακερή καπαρντίνα της δεκαετίας του 1870. Το ύφασμα προκύπτει από την αδιαβροχοποίηση των βαμβακερών νημάτων, ένα προς ένα, πριν αυτά υφανθούν σε μια πυκνή διαγώνια ύφανση twill. Το υλικό αυτό έφερε επανάσταση, καθιστώντας δυνατή την παραγωγή για ένα πανωφόρι ανάλαφρο, διαπνέον και ανθεκτικό στη βροχή, περιζήτητο ως προστατευτικό ένδυμα. 

Η διορατικότητα του Thomas Burberry

Ο Thomas Burberry, μεταμόρφωσε την κατηγορία με την εφεύρεση της υδατοαπωθητικής ύφανσης της καπαρντίνας το 1879. Μέχρι τότε, τα αδιάβροχα ρούχα ήταν πολύ ζεστά, δύσκαμπτα και λαστιχένια στην υφή», όπως εξηγεί η η Oriole Cullen, επικεφαλής του τμήματος Σύγχρονων Υφασμάτων και Μόδας του V&A.

Ο δημιουργός της ιδανικής καμπαρντίνας δεν ήταν απλώς πρωτοπόρος στον τομέα των υφασμάτων, επισημαίνει. «Ήταν έμπορος υφασμάτων και υφασματοπώλης από το Μπέισινγκστοουκ και, καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, μετέτρεψε την Burberry σε διεθνές brand, αφιερώνοντας εξίσου την προσοχή του σε έντεχνα εικονογραφημένες διαφημίσεις. Και, ιδίως, για την εποχή του επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη γυναικεία ένδυση. «Στα μέσα του 19ου  αιώνα, κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε προτεραιότητα, όμως εκείνος έδινε πραγματικά έμφαση στα γυναικεία αθλητικά ρούχα». Η Cullen αναφέρεται σε αυτό που αποκαλεί «το έκθεμα-σταρ» της παρουσίασης, ενδεικτικό του πώς ο Thomas γνώριζε το πώς να προσελκύσει και το γυναικείο κοινό: «μια ολόσωμη φόρμα του σκι από ύφασμα καμπαρντίνας σε κερασί κόκκινο, με το καπέλο και τα ασορτί γάντια στο ίδιο έντονο χρώμα, που συνήθως δεν συνδέεται με την Burberry».

Προχωρώντας στην Τεχνική (Craft), η ενότητα αποδομεί τα συστατικά της μέρη για να αναδείξει την υψηλή δεξιοτεχνία στον τρόπο κατασκευής της. Τον χειροποίητα φινιρισμένο γιακά, τη χαρακτηριστική καρό φόδρα του οίκου, την κομψή πατιλέτα, που απομακρύνει το νερό και το δερμάτινο αποσπώμενο λουρί στον λαιμό, κάθε λεπτομέρεια, ειδικά προσαρμοσμένη στις μεταβολές του καιρού. Από την καινοτομία οδηγούμαστε στην κατανόηση του πώς έχει αναχθεί σε πολιτιστικό σύμβολο. Την υιοθέτησή της από τους στρατιώτες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από όπου προέκυψε και η μιλιταριστική ονομασία “trench coat”, την τελειοποίησή της, την εμφάνιση του χαρακτηριστικού καρό, που συνδέεται με τη Burberry άμα τη εμφανίσει και την παρουσία της στη διαφήμιση και τις φωτογραφίσεις μόδας. Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από αντικείμενα που ανακαλούν συναισθήματα, όπως ένα λούτρινο αρκουδάκι με το όνομα “Thomas”, φτιαγμένο από το χαρακτηριστικό καρό του οίκου και ντυμένο με μια χρυσή καμπαρντίνα.

Αποκορύφωμα της έκθεσης, η δημιουργικότητα (Creativity), που διερευνά την εξέλιξη της καμπαρντίνας σε ένα κατεξοχήν κομμάτι της μόδας. Δύο δωδεκάδες από διαφορετικές εκδοχές της καμπαρντίνας, που παρουσιάσθηκαν στις επιδείξεις της Burberry τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια βρίσκουν τη δική τους περίοπτη θέση, αποδεικνύοντας ότι δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί αφορμή για νέες δημιουργικές ερμηνείες. Η βρετανική γοητεία της, σχεδόν εικοσαετούς, θητείας του Christopher Bailey στον οίκο αποτυπώνεται σε συλλεκτικές δημιουργίες σε μεταλλικό φούξια ή χρυσό ανάγλυφο print κροκόδειλου. Η τολμηρή και γραφιστική προσέγγιση του σημερινού Καλλιτεχνικού Διευθυντή, Daniel Lee εκπροσωπείται με την ανάλογη έμφαση. Από τα πλέον επίκαιρα σχέδια, ξεχωρίζει η καπαρντίνα σε βαθύ μοβ από τη χειμερινή συλλογή του 2025, με λεπτομέρειες από ξέφτια στις άκρες. Η βραδινή εκδοχή του ενδύματος από τον Riccardo Tisci δεσπόζει στο τέλος της αίθουσας.

Το αφιέρωμα αυτό, μία συναρπαστική μελέτη περίπτωση για το πώς ένα πρακτικό σχέδιο εδραιώνεται από αναγκαιότητα σε απόλυτο σύμβολο status και επιθυμίας συνδέεται και με μία πιο μακρόπνοη συνεργασία του βρετανικού οίκου με τον μουσειακό θεσμό. Το φθινόπωρο του 2028, οι αίθουσες μόδας του μουσείου θα ανοίξουν ξανά ως “The Burberry Gallery”, υποσχόμενες «μία υψηλή μαθησιακή εμπειρία και μεγαλύτερη πρόσβαση στην εκπαίδευση γύρω από τη μόδα για όλους». Όπως το θέτει η Cullen, οι δύο πλευρές «μοιράζονται τη δέσμευση να διασφαλίσουν ότι η κληρονομιά τους θα συνεχίσει να εμπνέει την επόμενη γενιά».

Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 3 Ιανουαρίου