Όταν η μόδα συναντά το μπαλέτο: Μια αναδρομή στην τέχνη της κίνησης και της ένδυσης
Ο κλασικός χορός με τη σιδηρά πειθαρχία του, τις απόλυτα εναρμονισμένες κινήσεις και αυτή τη στιγμιαία ψευδαίσθηση ότι οι χορευτές ίπτανται, ωθώντας το σώμα τους στην απόλυτη εξύψωση, έχει τη δική του περίοπτη θέση στην πυραμίδα του πολιτιστικού πεδίου. Το σώμα πάλλεται εγείροντας τη δύναμη της ψυχής, εκφράζοντας συναισθήματα με μια ένταση εκρηκτική.
Τις στιγμές που ένα μπαλέτο “ενδύεται” τον οπτικό πλούτο, που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος της μόδας, τότε η ιεροτελεστία του χορού, εκτυλίσσεται γύρω από ένα ολόκληρο γοητευτικό περιβάλλον. Πότε, όμως, ξεκίνησε η συνέργεια μόδας και μπαλέτου;
Η παρακαταθήκη του Sergei Diaghilev
Το 1909 ο Ρώσσος κριτικός τέχνης και παραγωγός Sergei Diaghilev δημιούργησε τη δική του καλλιτεχνική ομάδα των φημισμένων Ρωσικών Μπαλέτων (Ballet Russes), μία από τις πιο πολυθρύλητες ομάδες, που καθόρισαν την πορεία του χορού παγκοσμίως, αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα στις παραστατικές τέχνες. Με τη σύσταση του δικού του θιάσου, ο Diaghilev προσέβλεπε στο να εκδημοκρατίσει την τέχνη του χορού, προνόμιο της αριστοκρατικής τάξης, ανοίγοντας την στο ευρύ κοινό και αναβαθμίζοντάς την ως θέαμα, μέσα από επιλεγμένα σκηνικά και κοστούμια, που να κεντρίζουν τη φαντασία. Οι πρωτοποριακές πρακτικές του έφεραν τη μοντερνικότητα στο μπαλέτο, δίνοντάς του μια νέα πνοή και καθιστώντας τον ενθουσιασμό για τον χορό, κτήμα όλων.
Για πρώτη φορά καλλιεργήθηκε μια συντονισμένη προσπάθεια στο να συνδυαστούν η ζωγραφική, ο χορός, η μουσική και ο σχεδιασμός ενδυμάτων σε ένα ενιαίο πλαίσιο, δημιουργώντας μια νέα προοπτική και εντάσσοντας τη μόδα στον χώρο των Καλών Τεχνών.
Καλλιτέχνες των αρχών του 20ου αιώνα, όπως οι Pablo Picasso, Joan Miró, Vasily Kandinsky, Henri Matisse και Sonia Delaunay ή σχεδιάστριες μόδας, όπως η Coco Chanel ασχολήθηκαν με την ανάγκη για ένα συνολικό αποτέλεσμα στην performance.
Ο πρώτος «εν χορώ» συνεργάτης του Diaghilev ήταν ο Picasso με την πρώτη παραγωγή την Παρέλαση (The Parade) το 1917 δημιουργώντας ένα τεράστιο αποδομημένο σκηνικό και αμέτρητα κοστούμια κυβιστικών αναφορών από χαρτόνι, που παρίσταναν ουρανοξύστες. Η αγάπη και το ενδιαφέρον του Picasso για τον κλασικό χορό συνδέεται και με το γεγονός ότι η πρώτη του σύζυγος ήταν η Ρωσίδα μπαλαρίνα Olga Khokhlova… Αργότερα η Delaunay με τη σειρά της ανέλαβε να φέρει εις πέρας πολλές απαιτητικές «ενδυματολογικές φαντασιώσεις», με κορυφαίο το φόρεμα γεμάτο χάντρες και λεπτοδουλεμένα γεωμετρικά κεντήματα για την παράσταση της Κλεοπάτρας το 1918. Η επίσημη ένταξη της Υψηλής Ραπτικής στο μπαλέτο έγινε με τη συνεπικουρία της Chanel για τη φιλόδοξη παράσταση.
Το γαλάζιο τρένο (Le Train Bleu) σε σκηνικά του Jean Cocteau to 1922, έφερε κάτι από την ανέφελη, ηλιόλουστη ζωή των εστέτ, που παραθέριζαν στην Κυανή Ακτή σε μια νέα πρόταση χορογραφίας. Διαλέγοντας έναν προς έναν τους εκλεκτούς συνεργάτες του, ο Diaghilev συνέχισε να αναζητά τη φαντασμαγορία ζητώντας από τον μεγάλο ζωγράφο Joan Miró να επινοήσει τα κοστούμια για τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα το 1926 αλλά και μετέπειτα το 1932, για το Jeux d’Enfants, ενώ ο Henri Matisse έφερε τις δικές του χρωματικές αναγνώσεις στα κοστούμια για το φημισμένο μπαλέτο του Igor Stravinsky, το Τραγούδι του Αηδονιού. Μάλιστα, τη δεκαετία του ’30 πειραματίστηκε πρώτος με τα cut-outs, τα τολμηρά κενά στις στολές των χορευτών συστήνοντάς τα μέσα από την παράσταση Το Κόκκινο και το Μαύρο (Rouge et Noire) επιλέγοντας κομβικά τα σημεία του σώματος, που αποκαλύπτονταν, προσδίδοντας κάτι ακόμα πιο αισθαντικό μέσα από την έκθεση, την ευθραυστότητα και την απογύμνωση.
Μια ακόμα καινοτομία του Diaghilev ήταν ο ευφυής διαχωρισμός ανάμεσα στη λευκή, άσπιλη μπαλαρίνα (ballet blanc) του κλασικού ρεπερτορίου και την πλανεύτρα χορεύτρια του χαρεμιού. Το δίπολο ανάμεσα στην κλασική αγνότητα και τη ρομαντική εικόνα του μπαλέτου με την εντύπωση της βαθιάς σαγήνης της Ανατολής και τη μυσταγωγική της ατμόσφαιρα.
https://www.instagram.com/p/CU1nBNfotHp/?igsh=NHNpMmIxNmdzbXgw
Τα πολύτιμα υφάσματα και η σημασία στη λεπτομέρεια ενίσχυσαν τη δυναμική του θεάματος, ενθαρρύνοντας τον πειραματισμό. Στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης αισθητικής των Ballet Russes συνετέλεσε και ο Léon Bakst που επιμελήθηκε τα κοστούμια για έργα όπως η Σεχραζάντ τοποθετημένη στην Αραβία ή Μπαγιαντέρα στην Ινδία ή το Πουλί της Φωτιάς (1910).
Τα μπαλέτα του Diaghilev ενέπνευσαν όχι μόνο το κοινό διεθνώς αλλά και τους ίδιους τους σχεδιαστές, όπως ο Paul Poiret που μετουσίωσε τη δική του αίσθηση του Οριενταλισμού τόσο στα κοστούμια του για το μπαλέτο όσο και στις εξεζητημένες του δημιουργίες υψηλής ραπτικής εκτός του πλαισίου του θεάματος. Ο Poiret απελευθέρωσε τις γυναίκες από τα δεσμά του ασφυκτικού κορσέ, ντύνοντας τες με ζωηρά χρώματα και τρυφηλή τόλμη, κόντρα στη σεμνή τονικότητα, τη χλωμάδα του καθωσπρεπισμού. Διαφάνειες που αποκάλυπταν τα κρυφά μέλη του σώματος, χρώματα που ανταποκρίνονταν σε ζωώδεις ορμές, εξωτικά τυρμπάν, χρυσά κεντήματα της Μέσης Ανατολής και χαλιά στα οποία ξεδιπλώνονταν οι χορευτές μαγνήτιζαν το κοινό με την ένταση και τη γοητεία του εξωτισμού σε όλο του το αποκορύφωμα.
Ο Σουρεαλισμός και το αβαν-γκαρντ στον κόσμο του Dali και του Schlemmer
Αφήνοντας για λίγο τα Ρωσικά Μπαλέτα, ο αεικίνητος Salvador Dali δεν θα μπορούσε να μην καταπιαστεί, ομοίως με την τέχνη της κίνησης. To 1939 μετέφερε το πνεύμα των σουρεαλιστικών του ενοράσεων στο βακχικής σύλληψης μπαλέτο Bacchanale. Ο Dali σχεδίασε το υπερμεγέθες σκηνικό με τη μορφή του κύκνου και το ρευστό τοπίο πίσω του για το μέσον της σκηνής, αιθέρια κοστούμια από τούλι και το ένδυμα της αναδυομένης Αφροδίτης από το κοχύλι, που το πορσελάνινο δέρμα της έμοιαζε εντελώς γυμνό.
Παράλληλα με το έργο του Diaghilev, που κατακτούσε το κοινό του Παρισιού, τη δεκαετία του ’20, ο Γερμανός καλλιτέχνης, χορογράφος και Καθηγητής στη σχολή του Bauhaus, Oskar Schlemmer, ανέπτυσσε τη δική του εννοιολογική υπόσταση του χορού με το απόκοσμο, μηχανικό «Τριαδικό Μπαλέτο» του. Η αβαν-γκαρντ αισθητική του αντιμετώπισε με ριζικά διαφορετικό τρόπο τη, συνήθως, ρομαντική αντίληψη για το μπαλέτο. Η προσέγγιση του Schlemmer εστίαζε στη γεωμετρία της ανθρώπινης μορφής και βασιζόταν σε μια συμφωνική ύπαρξη της τριάδας, φεύγοντας από τη μονομανία του εγώ ή την αντιθετική δυάδα ενός ζεύγους, επιλέγοντας τη συλλογικότητα.
Τρεις πράξεις του έργου, τρεις ερμηνευτές στη σκηνή, αλλά και το τρίπτυχο ένδυμα, μουσική, κίνηση ή χώρος, φόρμα και χρώμα. Παραδόξως, μέσα από τα συμπαγή, όμοια με γλυπτά κοστούμια ή «αγαλματίδια», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί και τις μάσκες του, ο Schlemmer επέλεξε να περιορίζει τις κινήσεις, υπερτονίζοντας τα στοιχειώδη. Με τα αλλόκοτα φουτουριστικά αποκυήματα της φαντασίας του, βγαλμένα από ένα περιβάλλον επιστημονικής φαντασίας, ο Schlemmer με τα τεχνητά μέλη από μέταλλο και γυαλί οραματίστηκε «τις φανταστικές στολές των μοντέρνων δυτών και των στρατιωτών», όπως είχε εκφράσει.
Χρησιμοποιώντας αυθόρμητα τις αρετές της παραδοσιακής τεχνικής αλλά και νέα εκφραστικά μέσα, οδήγησε το μπαλέτο σταδιακά στη σύγχρονη εποχή. Το 1938 θέλοντας να προστατεύσει τα κοστούμια του από την καταστροφική επέλαση των Ναζί, ο Schlemmer κατάφερε να διασφαλίσει τη συνέχισή τους, δανείζοντάς τα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για μια μεγάλη αφιερωματική έκθεση στο Bauhaus.
Η εξέλιξη στον 20ο αιώνα
Από τα μέσα του 20ου αιώνα ο σχεδιασμός κοστουμιών μπαλέτου από μεγάλους σχεδιαστές μόδας είναι μια, σχεδόν, αυτονόητη τελετουργία μύησης. Ο πρωτοπόρος και φιλότεχνος Yves Saint Laurent δημιούργησε για πρώτη φορά κοστούμια χορού για τη στενή του φίλη και μούσα Zizi Jeanmaire, για το ομώνυμο show της “Spectacle Zizi Jeanmaire” στα Music Halls του Παρισιού, επινοώντας έναν ιδιότυπο συνδυασμό από τον οπτικό κώδικα του μπουρλέσκ και την ανώτερη κομψότητα της υψηλής ραπτικής. Η διαχρονική επίδραση που του ασκούσε ο χορός τον ώθησε να παρουσιάσει το 1976 μια συλλογή υψηλής ραπτικής αφιερωμένη εξολοκλήρου στο Μπαλέτο του Diaghilev, με την ταιριαστή ονομασία “Óperas - Ballet Russes”.
Ο ιδιοφυής εμπνευστής του “sexy glamour” και λάτρης της όπερας, Gianni Versace μετέφερε την αισθητική της αποθέωσης του σώματος ξανά και ξανά στον χορό. Από τη σεζόν του 1981-82 ξεκίνησε την επιμέλεια των κοστουμιών για μερικές από τις πιο θρυλικές παραγωγές στη Σκάλα του Μιλάνου. Josephslegende του Richard Strauss, Don Pasquale του Gaetano Donizetti, Lieb und Leid του Gustav Mahler μετέδιδαν το ίδιο ασίγαστο πάθος για το χρώμα και την ελευθερία του πνεύματος, που συναντούσες στις επιδείξεις του. Το 1984 για τον Διόνυσο του Maurice Béjart, ο Versace ανέτρεξε στη μυθολογία και τον ελληνικό πολιτισμό επιλέγοντας για πρώτη φορά όχι την εκζήτηση αλλά τον μινιμαλισμό στη φόρμα μέσα από τα baggy κόκκινα παντελόνια των χορευτών ως μοναδικό στοιχείο της ενδυμασίας τους.
Μάλιστα, σχεδιάζοντας τη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, το 1987 ο Versace δημιούργησε τη δική του εκδοχή της Κλεοπάτρας ως φόρο τιμής στο ιστορικό σχέδιο της Delaunay για τα Ρωσικά Μπαλέτα, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα… Η συνεργασία με τον Béjart συνεχίστηκε μέσα από δώδεκα χορογραφίες, όπως οι “Malraux ou la métamorphose des dieux” (1986), Chéreau-Mishima-Peron (1988) και Pyramide (1990). Τελευταία η “Le Presbytère n’a rien perdu de son charme, ni le jardin de son éclat” στη Λωζάννη το 1996, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του. Ένα ροκ μπαλέτο με δερμάτινα τζάκετ, κάπες και κολάν, σε λευκό, μαύρο και το χρώμα του αίματος, αφιερωμένο σε εκείνους που έφυγαν νέοι, όπως ο Freddie Mercury και ο αγαπημένος χορευτής του Béjart, Jorge Donn.
Το 1993, Ο Ιάπωνας μάγος των πτυχώσεων Issey Miyake συνεργάστηκε με τον χορογράφο William Forsythe για μία σύγχρονη χορογραφία με τίτλο η απώλεια μιας μικρής λεπτομέρειας (Loss of Small Detail), ενώ το 1997 ο Merce Cunningham με τη σειρά του απευθύνθηκε στη Rei Kawakubo ζωντανεύοντας την αλλόκοτη συλλογή της “Lumps and Bumps” για το Comme des Garçons στη χορογραφία του “Scenario” στη σκηνή.
Η μόδα στον χορό της σύγχρονης εποχής
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και έπειτα, η στροφή κάθε σχεδιαστή μόδας αξιώσεων, προς την τέχνη του χορού αποτελούσε τον κανόνα. To 2008 το τρομερό παιδί της γαλλικής μόδας, Jean Paul Gaultier, οραματίστηκε τη δική του σκοτεινή Snow White για το μπαλέτο Preljocaj. Οι συγχορδίες του Mahler με παρεμβολές ηλεκτρονικής μουσικής, πλαισιώθηκαν από μία κακιά μητριά-Dominatrix με latex κοστούμι και μια αισθησιακή λευκή παρουσία της Χιονάτης, μακριά από χαριτωμένες φούστες tutu. Ο ίδιος βέβαια είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός ως σχεδιαστής κοστουμιών για το μπαλέτο “Les delices” το 1983, χάρη στην πρόταση του χορογράφου Régine Chopinot.
Η τεράστια επιτυχία της ταινίας ο Μαύρος Κύκνος το 2012 με πρωταγωνίστρια τη Natalie Portman ήταν αφορμή για μία ακόμη δημιουργική συμπόρευση μόδας και χορού. Το σχεδιαστικό δίδυμο του οίκου Rodarte, Kate και Laura Mulleavy που είχε επιμεληθεί τα μπαλετικά κοστούμια της ταινίας προέκτεινε την οπτική του σχεδιάζοντας για το New York City Ballet.
Την ίδια χρονιά ο Christian Lacroix με το πληθωρικό του άγγιγμα γεμάτο περίτεχνες διακοσμητικές λεπτομέρειες απέδωσε τις θηλυκές extravagant δημιουργίες του για το μπαλέτο “La Source” της Όπερας του Παρισιού.
Το 2014 η πρωτοβουλία μιας άλλης νεραϊδονονάς της μόδας, της Sarah Jessica Parker τότε αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου του Μπαλέτου της Νέας Υόρκης δημιούργησε μία νέα σταθερά για τον ρόλο της μόδας στον κλασικό χορό. Το φθινοπωρινό γκαλά του New York City Ballet θα υποδεχόταν το κοινό με ένα πρόγραμμα διανθισμένο από δημιουργίες υψηλής ραπτικής, γεμάτο ταίρια χορογράφων με σχεδιαστές μόδας.
Όπως οι δεκαέξι δημιουργίες του Valentino σε λευκό, μαύρο και το εμβληματικό του “Valentino Red” σε όλες τις ποέντ, για τον Ευγένιο Ονέγκιν, ή τον χορό των ρουμπινιών του George Balanchine και μουσική από τα Καπρίτσιο για πιάνο του Igor Stravinsky.
Ονόματα που αφήνουν τη δική τους λάμψη, ενισχύοντας το εκτόπισμα του θεσμού, όπως οι Dries Van Noten, Narciso Rodriguez, Mary Katrantzou και Sarah Burton για τον Alexander McQueen. Οι σχεδιαστές φέρουν την υπογραφή τους και το ύφος που τους χαρακτηρίζει σε δημιουργίες γεμάτες ένταση και δραματικότητα προβαίνοντας σε μία διαπραγμάτευση μεταξύ της ελευθερίας του χορού αλλά και της επιβεβλημένης ανάγκης για παραμυθένιες εικόνες.
Οι ονειρικές ασπρόμαυρες σιλουέτες του Karl Lagerfeld, παρμένες από κάποιο στοιχειωμένο κάστρο της Κεντρικής Ευρώπης και την εικονοποιία του Gustav Klimt για την Όπερα της Βαστίλης και το Κουαρτέτο “Brahms-Schönberg” το 2016. Τα κοστούμια της Miuccia Prada για τη Fortuna Desperata για το American Ballet Theatre στην εκκλησία του Αγίου Βαρθολομαίου στη Νέα Υόρκη.
Τα ασημένια body με αποτύπωμα σκελετού του Ricardo Tisci για το Boléro στην Όπερα του Παρισιού. Οι χίλιες και μια νύχτες του Azzedine Alaïa με διαφάνειες, κενά και εφαρμοστές σιλουέτες. Οι Μάγισσες του Σάλεμ από τον Olivier Theyskens, το Βασίλειο του Βυθού από τη Stella McCartney, η υπέρβαση της βαρύτητας και οι ενωμένες μορφές από ελαστικό ύφασμα στις εννοιολογικές δημιουργίες του Hussein Chalayan για το Gravity Fatigue. Όλες τους στιγμές στον χρόνο που αποδεικνύουν αυτή την αέναη αλληλοτροφοδότηση.
Οι ποιότητες της μόδας και του χορού συγκλίνουν σε αυτή τη στιγμιαία πτήση προς το ανώτερο. Το ήθος της μόδας συναντά την ευαισθησία του χορού, ανιχνεύοντας νέους τρόπους, που σέβονται την κινησιολογία του αλλά παράλληλα προωθούν την εικαστική του γλώσσα, άλλοτε με σύννεφα από τούλι και οργαντίνα και άλλοτε με υλικά παράδοξα και απόκοσμα, καθιστώντας τον χορό συναρπαστικά επίκαιρο.