Prada Marfa: Μία ασυνήθιστη μπουτίκ στη μέση του πουθενά
Στη μέση της ερήμου του Δυτικού Τέξας, κατά μήκος ενός απομονωμένου επαρχιακού δρόμου κοντά στα σύνορα με το Μεξικό, ορθώνεται μια απρόσμενη εικόνα και συγκεκριμένα μία μικροσκοπική, ερημική μπουτίκ Prada.
Ωστόσο, να σημειωθεί εξαρχής πως δεν πρόκειται για κάποιο κατάστημα, αλλά για ένα μόνιμο «γλυπτό» από πηλό, το οποίο στέκει εκεί εντελώς αποκομμένο από το συνηθισμένο αστικό του περιβάλλον.
Εμπνευσμένοι από το έργο του μινιμαλιστή γλύπτη Donald Judd και το Ίδρυμα Chinati, οι καλλιτέχνες από το Βερολίνο, Michael Elmgreen και Ingar Dragset, δημιούργησαν αυτό το πλίνθινο σύμβολο πολυτέλειας το 2005. Από τότε, αυτό το τοπόσημο της πολυτέλειας παραμένει «ριζωμένο» σε ένα ρομαντικό αλλά τραχύ τοπίο, δημιουργώντας μια έντονη, σχεδόν προκλητική αντίθεση με την σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων της περιοχής.
Μία μπουτίκ στη μέση της ερήμου
Η ιστορία του έργου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα της περιοχής. Στις 13 Ιουλίου 2005, μόλις 35χλμ βόρεια των συνόρων ΗΠΑ-Μεξικού, πράκτορες της συνοριοφυλακής της Marfa περικύκλωσαν πέντε άτομα που διέσχιζαν την έρημο Τσιουάουα. Οι αρχές, αφού υποψιάστηκαν παράνομη δραστηριότητα, είχαν κινητοποιηθεί από το προηγμένο σύστημα και συγκεκριμένα ένα δεμένο αερόστατο εξοπλισμένο με ραντάρ, το οποίο επιτηρεί διελεύσεις συνόρων και δραστηριότητες διακίνησης ναρκωτικών. Μιλάμε για ένα σύστημα τόσο ακριβές που μπορεί να εντοπίσει στόχους μεγέθους ενός μόλις μέτρου στο έδαφος.
Δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο στην περιοχή να κυκλοφορούν «κογιότ», δηλαδή διακινητές ανθρώπων, στους έρημους δρόμους, αναζητώντας τους λεγόμενους «wets», έναν υποτιμητικό όρο που χρησιμοποιείται για τους παράτυπους μετανάστες που διασχίζουν την απέραντη έρημο γύρω από τη Marfa.
Όταν οι πέντε ύποπτοι ανακρίθηκαν σχετικά με τον λόγο της παρουσίας τους εκεί, η απάντησή τους δεν έγινε εύκολα κατανοητή από τους συνοριοφύλακες. Επρόκειτο για έναν επιμελητή γκαλερί, έναν φωτογράφο, έναν καλλιτέχνη και δύο αρχιτέκτονες, οι οποίοι συζητούσαν για την επιλογή της τοποθεσίας όπου θα κατασκευαζόταν το Prada Marfa. Το έργο αυτό αποτελεί ένα μινιμαλιστικό γλυπτό που αναπαριστά μια πολυτελή μπουτίκ, σχεδιασμένη να φιλοξενήσει τη φθινοπωρινή συλλογή του 2005 της Prada, με παπούτσια και τσάντες.
Μια «ψεύτικη» μπουτίκ με την ευλογία της Miuccia Prada
Στην ουσία, το έργο αποτελεί μια πιστή αναπαράσταση μιας πραγματικής μπουτίκ Prada. Από τις μαύρες επιγραφές με το λευκό λογότυπο και το χρώμα των τοίχων, μέχρι τον φωτισμό και το δάπεδο. Παρόλο που ο οίκος Prada δεν παρήγγειλε το έργο, η Miuccia Prada στήριξε έμπρακτα τους καλλιτέχνες, προσφέροντας αξεσουάρ από τη συλλογή Φθινόπωρο/Χειμώνας 2005 για τη βιτρίνα και επιτρέποντάς τους τη χρήση του λογοτύπου χωρίς νομικές κυρώσεις.
Η τέχνη ενάντια στη φθορά και τον βανδαλισμό
Αρχικά, το Prada Marfa σχεδιάστηκε ως ένα δείγμα land art. Η πρόθεση των δημιουργών ήταν το κτίριο να αφεθεί στο έλεος της φύσης και να φθαρεί σταδιακά από τον χρόνο, χωρίς καμία εξωτερική παρέμβαση ή αναπαλαίωση. Για τον λόγο αυτό κιόλας, χρησιμοποιήθηκαν βιοδιασπώμενα υλικά, και κυρίως πλίνθοι από άργιλο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είχε άλλα σχέδια. Μόλις τρεις ημέρες μετά τα εγκαίνια, το έργο βανδαλίστηκε με σπρέι και τα προϊόντα κλάπηκαν. Έκτοτε, η δομή εξοπλίστηκε με συναγερμούς και άθραυστα τζάμια με αντοχή στα χτυπήματα, ενώ καθαρίζεται και συντηρείται συχνά. Αυτή η συνεχής φροντίδα, αν και αναγκαία, αποτελεί μια ειρωνική «προδοσία» της αρχικής ιδέας των καλλιτεχνών για τη φυσική αποσύνθεση του έργου.
Η ειρωνεία της «Selfie Culture»
Το έργο γεννήθηκε ως μια αιχμηρή κριτική στον αμερικανικό καταναλωτισμό, τον τουρισμό των λιανικών πωλήσεων και τον εξευγενισμό των περιοχών (gentrification). Όμως, το 2005 δεν υπήρχε ούτε το Instagram, ούτε η κουλτούρα των selfies.
Με την πάροδο των ετών, το Prada Marfa μετατράπηκε στον απόλυτο προορισμό για influencers και bloggers. Παραδόξως, οι χιλιάδες φωτογραφίες ανθρώπων που ποζάρουν μπροστά από την «ψεύτικη» βιτρίνα αποτελούν την πιο ακριβή αναπαράσταση της κοινωνίας που το ίδιο το έργο ήθελε να καταδικάσει. Η τέχνη έγινε το μέσο για μια καταναλωτική πράξη αυτοπροβολής, χάνοντας μέρος της επικοινωνιακής της δύναμης.
Πέθανε η τέχνη ή ξαναγεννήθηκε;
Παρά την αλλαγή στην ταυτότητα του έργου, οι Elmgreen & Dragset δηλώνουν ικανοποιημένοι από την επιτυχία του. Όπως λένε χαρακτηριστικά:
«Στα μουσεία η τέχνη πάει για να πεθάνει, ενώ η τέχνη στον δημόσιο χώρο αποκτά τη δική της ζωή».
Για εκείνους, ακόμα και ο βανδαλισμός είναι ένα σημάδι ότι το κοινό νιώθει πως έχει λόγο στον δημόσιο χώρο. Το πιο ειρωνικό στοιχείο από όλα είναι ότι προκειμένου να αποφύγει την κατεδάφιση και τις νομικές περιπέτειες, το Prada Marfa φέρει πλέον επίσημα τον τίτλο του «μουσείου».