Είδαμε την νέα ταινία του παραμυθά Τιμ Μπάρτον
ΤΟ ΤΡΥΦΕΡΟ ΤΗΣ ΜΗΝΥΜΑ

Είδαμε την νέα ταινία του παραμυθά Τιμ Μπάρτον

Είναι αναμφισβήτητα ο  μεγαλύτερος παραμυθάς του κινηματογράφου. Ένας γνήσιος απόγονος των αδερφών Γκριμ, μόνο που αυτός δεν  γράφει τις ιστορίες του  με πένα από φτερά χήνας, αλλά με  κάμερα.

Οι ταινίες του δημιουργούν ονειρικούς κόσμους, σκοτεινά παραμύθια, γεμάτα συμβολισμούς και αλληγορίες, που κρύβουν τις  βαθύτερες αλήθειες της ζωής. Τα πλάσματά του, που οι ηθοποιοί τρελαίνονται να ερμηνεύουν, είναι αλλόκοτα, γκροτέσκ, θεατρικές θα λέγαμε φιγούρες, με έναν  απόηχο  ανθρωπιάς.  Φυσικά ο λόγος για τον Τιμ Μπάρτον, έναν από τους λίγους σκηνοθέτες  με τόσο ιδιαίτερη ματιά και οπτική, που τις ταινίες του τις αναγνωρίζεις από μακριά. 

Αυτή τη φορά ο  δημιουργός του «Ψαλιδοχέρη» και του «Σκαθαροζούμη», επιστρέφει με μια ταινία που επιβεβαιώνει τη φήμη του.  Μετά τα «Μεγάλα μάτια»,  ένα βιογραφικό δράμα που δεν αγαπήθηκε από τους κριτικούς, μάλλον  γιατί δεν φέρει το ιδιαίτερο γκόθικ στίγμα του, φαίνεται πως  ο αγαπημένος μας σκηνοθέτης ξαναβρίσκει τον εαυτό του. Βασισμένος  στο μυθιστόρημα «Μις Πέρεγκριν: Στέγη για Ασυνήθιστα Παιδιά» του Αμερικάνου Ράνσομ Ριγκς, θα μας μεταφέρει για ακόμα μια φορά στο  προσωπικό του σύμπαν.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2011 και έγινε Best seller. Από τον Απρίλιο του  2012 είναι νούμερο ένα στην κατηγορία των παιδικών βιβλίων. Η ιδέα για το βιβλίο ξεκίνησε από ένα προσωπικό χόμπι του συγγραφέα: Tη συλλογή παλιών φωτογραφιών.  Όταν παρουσίασε το υλικό του στον εκδοτικό οίκο Quirk,  με την πρόθεση να συμπεριληφθούν σε ένα λεύκωμα, οι υπεύθυνοι του πρότειναν να κάτσει να γράψει μια ιστορία.  

Οι φωτογραφίες αυτές όμως κέντρισαν το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη που είπε το «ναι» για την ταινία,  χωρίς καν να διαβάσει το βιβλίο. Ο  Ριγκς πάντως  θεωρεί ευλογία που το  έργο του,  μια ιστορία ενηλικίωσης, όπως λέει ο ίδιος, ενέπνευσε έναν  τόσο σημαντικό καλλιτέχνη, δηλώνοντας ότι «θα ένιωθε ευτυχισμένος ακόμα κι αν ο Μπάρτον είχε  κάνει  μονό ένα σκίτσο».  

Αυτή τη φορά δεν θα δούμε στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, τον Τζόνι Ντεπ και  την Ελένα Μπόναμ Κάρτερ, αλλά τον  Έιζα Μπάτερφιλντ στο ρόλο του αθώου Τζέικ και την  Έλα Περνέλ  ως Έμα Μπλουμ. Η Εύα Γκριν, ως άλλη Μαίρη  Πόπινς, σε πιο dark εκδοχή, υποδύεται την  παράδοξη γκουβερνάντα, ενώ ο Σάμιουελ Λ. Τζάκσον,  τον  Μπάρον, την απόλυτη ενσάρκωση του κακού, που ο καλός ηθοποιός αντιμετωπίζει με χιούμορ, χωρίς να χάνει την επικινδυνότητά του. Ο ρόλος αυτός δεν υπάρχει στο βιβλίο, αλλά δημιουργήθηκε ειδικά για την ταινία,  αφού ως γνωστόν, ο Μπάρτον  λατρεύει τους κακούς ήρωες.  Επίσης συμμετέχει και η  Τζούντι Ντενς. 

Τα γυρίσματα έγιναν στο Tampa Bay,  εκεί δηλαδή που γυρίστηκε ο «Ψαλιδοχέρης».

Κεντρικός ήρωας είναι ο  Τζέικ, ο οποίος, μετά τον μυστηριώδη θάνατο του παππού του, αποφασίζει να ακολουθήσει τις τελευταίες συμβουλές του και να αναζητήσει ένα ορφανοτροφείο για ασυνήθιστα παιδιά στην Ουαλία. Όταν όμως φτάνει εκεί, συνοδευόμενος από τον  πατέρα του, διαπιστώνει ότι το  εν λόγω  κτίριο που διεύθυνε  στην  Μις Πέρεγκριν είναι κατεστραμμένο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έναν μαγικό τρόπο,  ο Τζέικ θα ταξιδέψει στο χρόνο και  θα βρεθεί στο 1943.  Και ξαφνικά ο χώρος γεμίζει  από παράξενα παιδιά,  με  υπερφυσικές ικανότητες, που ζουν κάτω από την επίβλεψη της αλλόκοτης  γκουβερνάντα τους.    Εκεί ο  νεαρός Τζέικ θα ανακαλύψει ότι και ο ίδιος  διαθέτει περίεργες δυνάμεις.  Φυσικά δεν  λείπει ο έρωτας, ένας έρωτας βέβαια αδιέξοδος και προβληματικός, από αυτούς που αρέσουν στον Μπάρτον. Ο πρωταγωνιστής λοιπόν  ερωτεύεται την Έμα, ένα κορίτσι που  πετά και  μόνο  με βαριά μολυβένια παπούτσια μπορεί να σταθεί στο έδαφος.

Όλα μοιάζουν σαν ένα όνειρο, η πραγματικότητα μπερδεύεται με τη φαντασία, η εικαστική αντίληψη του δημοφιλούς δημιουργού είναι πανταχού παρούσα –αν και  η ταινία έχει πολύ εντυπωσιακές σκηνές,  παραδόξως δεν χρησιμοποιεί πολλά οπτικά εφέ- και το ταξίδι στο χωροχρόνο αρχίζει.  Αν και πολλοί θεωρούν ότι δεν πρόκειται για αριστούργημα, καθώς από τη μέση και μετά το σενάριο αρχίζει να μπάζει νερά, οι φαν του σκηνοθέτη σίγουρα δεν θα απογοητευτούν. Ο Μπάρτον κάνει τα μαγικά του για ακόμα μια φορά και δημιουργεί ένα παραμύθι γοητευτικό για μικρούς και μεγάλους.

Το μήνυμα της ταινίας  άλλωστε είναι απλό και τρυφερό:  «Να είσαι πάντα ο εαυτός σου, αποδέξου ό,τι σε κάνει διαφορετικό και ασυνήθιστο -εσένα και όλους τους άλλους»,  λέει ο  ίδιος, προτρέποντάς  μας να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα σε μια εποχή που οι ρατσιστικές συμπεριφορές αποτελούν μείζον θέμα.