Φωτογραφία Unsplash

Τι λέει η Ψυχολογία για τους ανθρώπους που λένε συνεχώς ψέματα

Στην καθημερινή μας ζωή, οι σχέσεις αλλα και η επικοινωνία με τους άλλους βασίζονται σε έναν λεπτό ιστό εμπιστοσύνης. Πόσο εύκολα, όμως, μπορούμε να ξεχωρίσουμε, πότε κάποιος λέει την αλήθεια και πότε ψέματα;

Υπάρχουν στιγμές που μια συνηθισμένη κουβέντα αφήνει μια περίεργη αίσθηση αμφιβολίας, χωρίς να μπορούμε να την εξηγήσουμε ή να την τεκμηριώσουμε. Αυτό το ανεξήγητο αίσθημα, όσο μικρό κι αν φαίνεται, έχει μεγαλύτερη συχνότητα από ό,τι πιστεύουμε και συνδέεται με βαθύτερες γνωστικές τάσεις του ανθρώπινου μυαλού.

Αυτή η αμφιβολία, σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια Alicia Ortiz Ruzafa, έχει προσαρμοστική λειτουργία. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος προτιμά την ταχύτητα και την ευκολία στη λήψη αποφάσεων, εξοικονομώντας ψυχική ενέργεια, όταν υποθέτει, ότι οι άλλοι λένε την αλήθεια. Με άλλα λόγια, η εμπιστοσύνη δεν είναι αφέλεια, αλλά ζήτημα κοινωνικής επιβίωσης.

Όπως λέει η ίδια, «είναι λιγότερο δαπανηρό για τον εγκέφαλο να παραβλέπει περιστασιακά ψέματα παρά να υποψιάζεται τους πάντες». Παράλληλα, η τάση αυτή, επιτρέπει στις διαπροσωπικές σχέσεις να λειτουργούν, ενισχύοντας συνεργασία και αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Ωστόσο, η ροπή μας να πιστεύουμε, δεν μας προστατεύει από εξαπάτηση. Η Alicia Ortiz Ruzafa επισημαίνει, ότι «είμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι όταν η εξαπάτηση προέρχεται από άτομα που εμπιστευόμαστε, όπως φίλους, συντρόφους ή μέλη της οικογένειας». Η προδοσία δεν είναι μόνο γνωστική, αλλά και συναισθηματική, καθώς καταρρίπτει μια βασική προσδοκία ασφάλειας.

Φωτογραφία Unsplash

Για να ανιχνεύσουμε την απάτη, εξηγεί η ειδικός, χρειάζονται δύο πράγματα: «Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορούμε να εξαπατηθούμε και, δεύτερον, τα στοιχεία του ψεύδους πρέπει να είναι σαφή». Ακόμα και χωρίς αποδείξεις, το σώμα μας αντιδρά: «Κάτι στο σώμα ενεργοποιείται όταν αντιλαμβανόμαστε ψέμα, ακόμη και χωρίς σαφή στοιχεία».

Αυτό το «κόκκινο φως» είναι μια φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού. Το συμπαθητικό νευρικό σύστημα μπαίνει σε κατάσταση «μάχης ή φυγής», απελευθερώνοντας αδρεναλίνη, κορτιζόλη και νοραδρεναλίνη, καθώς ο εγκέφαλος ερμηνεύει την ανεντιμότητα ως πιθανό κίνδυνο για την ασφάλεια. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αυξημένη μυϊκή ένταση, επιταχυνόμενος σφυγμός, ανησυχία ή δυσκολία χαλάρωσης.

Από εκείνη τη στιγμή, ο τρόπος σκέψης μας αλλάζει. Αρχίζουμε να επαναλαμβάνουμε κάθε λέξη στο μυαλό μας, να αναλύουμε συζητήσεις και να ψάχνουμε αντιφάσεις. Η Alicia Ortiz Ruzafa τονίζει, ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και συναισθηματική εξάντληση. Εάν, η εξαπάτηση επαναλαμβάνεται, ο αντίκτυπος συσσωρεύεται, με μακροπρόθεσμες συνέπειες, όπως καρδιαγγειακά και πεπτικά προβλήματα, χρόνιο στρες, άγχος ή κατάθλιψη.

Τι συμβαίνει με όσους λένε συνεχώς ψέματα

Η Alicia Ortiz Ruzafa εξηγεί, ότι το ψέμα είναι συχνά μια προσαρμοστική ανθρώπινη συμπεριφορά, κρίσιμη για την εξέλιξη και ένδειξη προηγμένων γνωστικών ικανοτήτων. Τα «λευκά ψέματα» στην καθημερινότητα βοηθούν στην αποφυγή συγκρούσεων, στην προστασία των άλλων ή στην προβολή μιας θετικότερης εικόνας για τον εαυτό μας.

Το πρόβλημα εμφανίζεται, όταν τα ψέματα γίνονται επίμονα. Συχνά, υποκρύπτουν συναισθηματικές δυσκολίες, φόβο της απόρριψης ή ανάγκη προστασίας της εικόνας του ατόμου. Μπορεί να σχετίζονται με αδυναμία αντοχής στην ευαλωτότητα ή έλλειψη συνοχής ταυτότητας. Η επαναλαμβανόμενη εξαπάτηση συνδέεται συχνά με ανασφάλεια, εύθραυστη αυτοεκτίμηση, έντονο φόβο σύγκρουσης ή ανάγκη επιβεβαίωσης.

Τέλος, η Alicia Ortiz Ruzafa τονίζει, ότι οι περισσότεροι που λένε συνεχώς ψέματα, δεν έχουν διαταραχή προσωπικότητας. Συχνά, πρόκειται για στρατηγικές διαχείρισης ανασφάλειας, ντροπής ή φόβου. Το συνεχές ψέμα, δεν έχει πάντα στόχο να βλάψει, αλλά να προστατεύσει μια ευάλωτη πλευρά της ταυτότητας του ατόμου.