Δημήτρης Καταλειφός: Ο ηθοποιός μπορεί να καταστραφεί από κακές επιλογές
Ο Δημήτρης Καταλειφός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ηθοποιούς του θεάτρου μας, με αμέτρητους ρόλους στο ενεργητικό του και μια πορεία που αποτελεί παράδειγμα για τους νέους καλλιτέχνες/
Είναι πολύ σπάνιες οι εμφανίσεις σας στην τηλεόραση. Γιατί; Σας τρομάζει η ταχύτητα;
Είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Όταν κάνεις θέατρο, δεν έχεις χρόνο. Τουλάχιστον, εγώ δεν θα μπορούσα να παίζω τα έργα που παίζω και να κάνω γύρισμα παράλληλα. Έτυχε το «Δέκα» παλιότερα και τώρα « Η λέξη που δεν λες» να γυριστούν καλοκαίρι, οπότε ήταν μια ιδανική συγκυρία. Σημαντικό ρόλο παίζει βέβαια το σενάριο, ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες.
Ενώ έχετε παίξει σχεδόν όλους τους μεγάλους συγγραφείς, την αποφεύγετε την αρχαία τραγωδία. Γιατί;
Στα νιάτα μου, είχα κάνει με τον Σπύρο Ευαγγελάτο Μένανδρο και Αριστοφάνη. Η τραγωδία με συγκινεί, θα ήθελα να ασχοληθώ, μόνο που όπως γίνεται σήμερα -κάπως γρήγορα, με τρεις μήνες πρόβα μόνο- δεν με αφορά πολύ. Είναι ένα θέατρο ξένο από την εποχή μας, σπουδαίο, και νομίζω ότι χρειάζεται μια ερευνητική δουλειά, που να κρατήσει αρκετό χρόνο. Θα μου άρεσε και μια παράσταση τραγωδίας σε κλειστό χώρο. Η Επίδαυρος είναι το ωραιότερο θέατρο στον κόσμο, αλλά έχει πολλούς περιορισμούς. Ίσως σε έναν κλειστό χώρο να μπορείς να δοκιμάσεις και να διερευνήσεις περισσότερα πράγματα.
Γράφετε ολόκληρα τετράδια για τους ρόλους σας. Είναι οι ιστορίες τους; Σε τι σας χρησιμεύουν;
Πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο να οικειοποιηθείς έναν άλλον άνθρωπο και να τον πλάσεις από το μηδέν. Ο συγγραφέας γράφει λέξεις, αλλά έχει κάνει μια διαδρομή για να βρει αυτές τις λέξεις. Ο ηθοποιός πρέπει να αναπληρώσει όσα δεν λέγονται, να συνθέσει ολόκληρη την εικόνα. Κι αυτή είναι η γοητεία της δουλειάς μας. Ο καθένας έχει έναν δικό του τρόπο να προσεγγίζει τον ρόλο του, έμενα με βοηθάει πολύ να γράφω. Μου ανοίγει τη φαντασία.
Έχετε σκεφτεί ποτέ να τα εκδώσετε αυτά τα τετράδια;
Όχι, είναι ένα εργαλείο δουλειάς. Δεν έχουν λογοτεχνική αξία. Τα φυλάω όμως, γιατί είναι ένα κομμάτι της ψυχής μου. Όταν ήμουν μικρός, ήθελα να γίνω συγγραφέας κι έχω μια ευκολία να σκέφτομαι σενάρια κι ιστορίες, αλλά ποτέ δεν ασχολήθηκα σοβαρά με τη συγγραφή από τότε που έγινα ηθοποιός.
Πώς αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;
Καταρχήν, ως παιδί δεν έλεγα ούτε ποιήματα στο σχολείο, ντρεπόμουν πάρα πολύ. Πήγα στο θέατρο για πρώτη φορά στην Α’ Γυμνασίου, μέχρι τότε έβλεπα πολύ σινεμά. Πήγα λοιπόν στα 13 και είδα την Λαμπέτη και από τότε άρχισε να με τρώει το σαράκι. Πήγα μετά και στο Θέατρο Τέχνης του Κουν και είπα δειλά στον εαυτό μου ότι αυτό θέλω να κάνω. Περίμενα λοιπόν να τελειώσω το σχολείο για να πάω στη δραματική σχολή.
Σήμερα ο κινηματόγραφος σας ενδιαφέρει;
Γίνονται όλο και λιγότερες ταινίες, δεν έχω παίξει σε πολλές, θα ήθελα όμως να παίξω σε μια ταινία του Κούτρα, μου αρέσουν πολύ αυτά που κάνει. Μου αρέσει κι ο Λάνθιμος: και ο «Κυνόδοντας» και ο «Αστακός» έχουν μια ατμόσφαιρα φοβερή. Έχουμε πολλούς σκηνοθέτες με ταλέντο, αλλά δεν έχουμε χρήματα να επενδύσουμε δυστυχώς.
Όταν επιλέγετε έναν ρόλο, κινείστε ανάλογα με την ανάγκη που έχετε τη συγκεκριμένη περίοδο;
Είναι και η ανάγκη της κάθε περιόδου, είναι και ζήτημα τύχης, αλλά βασικά θέλω κάτι που να συγκινεί εμένα. Το πιο σημαντικό όμως στη δουλειά μας είναι οι συνεργασίες.
Τι σας αρέσει να βλέπετε στο θέατρο;
Οτιδήποτε έχει μια συνέπεια, με κερδίζει. Δεν με αφορά ο πειραματισμός για τον εντυπωσιασμό. Μου αρέσει μια παράσταση να λέει μια ιστορία, με αρχή μέση και τέλος, να αναδεικνύει το μέγεθος του συγγραφέα. Έχω δει παραστάσεις που εν ονόματι της καινοτομίας καταναλώνονται σε ευρήματα, αλλά δεν μου έχουν προκαλέσει κανένα συναίσθημα. Μου αρέσουν οι αντισυμβατικές δουλειές, αρκεί να μιλούν μέσα μου. Με είχε ενθουσιάσει, ας πούμε, η «Γκόλφω» του Καραθάνου, μου άρεσε ο «Φάουστ» της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Όταν υπάρχει συνέπεια στον τρόπο που βλέπει κάποιος κάτι, με αφορά. Σήμερα μερικές φορές λείπει το απλό και το αληθινό. Βλέπεις έξυπνες ιδέες μεν, αλλά αυτό δεν αρκεί πάντα. Ίσως αυτό συμβαίνει, επειδή έχουν ανεβεί πολλά έργα και πολλές φορές το καθένα, οπότε οι σκηνοθέτες προσπαθούν να βρουν κάτι καινούργιο. Όμως έχω την αίσθηση ότι κάποιες φορές χάνεται η ουσία.
Τι καταφέρνει να προκαλέσει ένα συναίσθημα στο θέατρο;
Δεν υπάρχει συνταγή. Όταν δουλεύεις με βάθος , με σκέψη και με μόχθο, πλησιάζεις πιο κοντά στο ζητούμενο. Χρειάζεται πνευματική και σωματική εργασία, αλλά και παιχνίδι και χημεία μεταξύ των συντελεστών, γιατί το θέατρο είναι ομαδική δουλειά. Όλοι πρέπει να είναι ενωμένοι κάτω από έναν κοινό στόχο.
Πόσο έχει αλλάξει το θέατρο από τα χρόνια που πρωτοξεκινήσατε;
Όταν ξεκίνησα είχαμε 25-30 θέατρα με αντίστοιχες παραστάσεις. Σήμερα έχουμε πάνω από χίλιες. Τώρα αυτό αν είναι καλό ή κακό, θα το κρίνει η ιστορία. Πολλοί θέλουν να εκφραστούν. Κανείς δεν μπορεί να το απαγορεύσει αυτό σε κανέναν. Επίσης σήμερα όλο και περισσότερο κυριαρχεί ο σκηνοθέτης, τότε πρωταγωνιστούσαν οι ηθοποιοί. Ούτε αυτό μπορώ να το κρίνω.
Είστε και δάσκαλος υποκριτικής. Πώς βλέπετε τη νέα γενιά ηθοποιών;
Οι ηθοποιοί είναι πιο καταρτισμένοι από παλιά, είναι πιο εκπαιδευμένοι. Υπάρχουν πολλοί καλοί νέοι ηθοποιοί και καλύτερες σχολές σήμερα. Και δεν είναι τυχαίο που στα χρόνια της κρίσης ο κόσμος πάει στο θέατρο και γίνονται καλύτερες παραστάσεις. Παλαιότερα, βέβαια, μου ασκούσαν μεγάλη γοητεία οι μεγάλοι ηθοποιοί, η Λαμπέτη, ας πούμε, η Παξινού… Σήμερα δεν το νιώθω αυτό. Μάλλον όμως αυτό οφείλεται και στην ηλικία μου, ή στο γεγονός ότι κάνω κι εγώ αυτή τη δουλειά πλέον.
Τι συμβουλεύετε τους μαθητές σας;
Να καταλάβουν πραγματικά ότι το αγαπάνε αυτό που κάνουν, να μη θαμπώνονται από τα φώτα της δημοσιότητας. Η δουλειά αυτή απαιτεί αφοσίωση κι έρωτα. Δεν είναι απλό πράγμα να παίζεις επί χρόνια κάθε βράδυ ρόλους, χρειάζεται πάθος. Και βέβαια εποικοδομητικές συναντήσεις. Δεν μπορεί να δουλεύεις με τον οποιοδήποτε. Ο ηθοποιός μπορεί να καταστραφεί από κακές επιλογές.
Από τη μεγάλη σας καριέρα υπάρχουν στιγμές που ξεχωρίζετε;
Κατά μια έννοια τα έργα που έχω παίξει, ήταν όλα τους παιδιά μου. Ό,τι έκανα, το έκανα επειδή το είχα αγαπήσει, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Οι προθέσεις ήταν πάντα ευγενείς, θέλω να πω. Πολλές φορές κάποιες συνεργασίες δεν ευδοκιμούν, αλλά κι αυτό μέσα στη δουλειά είναι. Είχα όμως την τύχη να ανήκω σε τέσσερα μόνο σχήματα όλα αυτά τα χρόνια: πρώτα ήμουν με τον Βογιατζή, μετά στο Εμπρός, μετά στο Απλό Θέατρο με τον Αντύπα και τώρα στο Εμπορικόν. Βρέθηκα σε χώρους που υπήρχε σε μεγάλο βαθμό μια κοινή γλώσσα. Δεν ξέρω αν θα είχα επιβιώσει, αν κάθε χρόνο αναγκαζόμουν να δουλεύω αλλού. Εμένα μου πάνε οι ομάδες και ένα κλίμα πιο οικογενειακό.
Έχετε κουραστεί ποτέ;
Προς το παρόν όχι. Όταν παίζεις ένα έργο για πολύ καιρό, θες να κάνεις κάτι καινούργιο βέβαια, αλλά μια από τις υποχρεώσεις του ηθοποιού είναι να συντηρεί ζωντανό το πράγμα επί πολλούς μήνες. Κι έπειτα κάθε μέρα μπαίνει ένα καινούργιο στοιχείο , το κοινό, όποτε ανεβαίνει η αδρεναλίνη. Αυτό σε ανανεώνει.
Υπάρχουν ρόλοι που ονειρεύεστε;
Ναι, υπάρχουν, ευτυχώς το παγκόσμιο ρεπερτόριο έχει ρόλους στην ηλικία μου (γέλια). Αλλά μου αρέσουν και οι εκπλήξεις, όπως τώρα με το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», που δεν το είχα σκεφτεί πριν. Θα ήθελα πολύ να παίξω Ίψεν, τον «Μπόργκμαν», τον «Θείο Βάνια» και κάποια στιγμή τον «Βασιλιά Ληρ», που το είχα ξαναπαίξει στο Εθνικό, αλλά θα ήθελα να το κάνω με διαφορετικές συνθήκες. Επίσης θα ήθελα πάρα πολύ να βρω ένα καλό σύγχρονο ελληνικό έργο.
Γίνατε ευτυχισμένος μέσα από το θέατρο;
Είναι βαριά λέξη η ευτυχία. Το θέατρο έδωσε νόημα στη ζωή μου, έχω έναν λόγο ύπαρξης μέσα από αυτή τη δουλειά. Μου έδωσε χαρές, λύπες, αλλά η ευτυχία έρχεται στη ζωή μας μέσα από πολλά πράγματα: έναν έρωτα, ένα τοπίο, μια στιγμή. Η ευτυχία έρχεται και σε βρίσκει τελικά, αλλά το θέατρο το παλεύεις μια ζωή.