Φωτογραφία: Shuterstock/Everett Historical
Φωτογραφία: Shuterstock/Everett Historical
ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ

«Μήπως να σταματήσω να δουλεύω;»

Η ιστορία είναι γνωστή και παλιά. Ισχύει για τους πιο πολλούς από μας, αν όχι για όλους μας. Την έφερα στον νου μου όταν ένας συνάδελφος στο γραφείο, είπε, φανερά, εκνευρισμένος: «Νομίζω ότι θα πληρώνω λιγότερα αν σταματήσω να δουλεύω...».

Το έχω ξανακούσει αυτό, αλλά ήταν η πρώτη φορά που κάποιος το εννοούσε πραγματικά. 

Τέσσερις στους 10 έλληνες διαθέτουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τις ανάγκες στέγασης...

Ανήκε σ΄αυτή την μεσαία τάξη, που είχε κληρονομήσει ένα σπίτι από τους γονείς του, ένα οικόπεδο από το χωριό του πατέρα του, ένα εξοχικό από τη μεριά της μάνας του... Που στο ενδιάμεσο είχε επνεδύσει τα χρήματά του σε ακίνητα γιατί «η γη δεν χάνει ποτέ»... Στη συνέχεια, παντρεύτηκε και βρέθηκε με κάποια ακόμα περιουσιακά στοιχεία από την πλευρά της γυναίκας του. Οχι, δεν τον έλεγες πλούσιο. Ενας ευκατάστατος νοικοκύρης ήταν, ένας οικογενειάρχης, που είχε καταφέρει, τώρα γύρω στα 60-65 να ζει αξιοπρεπώς, χαρίζοντας στον εαυτό του μικρές ανέσεις καθημερινότητας... Ενας ελεύθερος επαγγελματίας που θέλαμε κάποτε να γίνουμε όλοι...

Χρόνο με τον χρόνο καταλάβαινε ότι δουλεύει για να πληρώνει όλη αυτή τη γη στην οποία είχαν επενδύσει οι παπούδες και οι γονείς του και που με τη σειρά του είχε επενδύσει και ο ίδιος... Θυμόταν τα «οικοπεδάκια» στις παλιές ελληνικές ταινίες και του ερχόταν τρέλα. Από την άλλη, είχε προσπαθήσει να τα πουλήσει. Ούτε «κοψοχρονιά» δεν τα αγόραζε κανείς. Είχε βάλει αγγελίες, είχε μιλήσει σε μεσίτρια, το είχε πει δεξιά και αριστερά σε φίλους και γνωστούς... Τίποτα. 

Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν ότι δεν ήταν μόνος. Διάβασε και την πρόσφατη έκθεση της Eurostat και ησύχασε: Τέσσερις στους 10 έλληνες διαθέτουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τις ανάγκες στέγασης... 

«Βέβαια, θα μου πεις», μονολογούσε, «αλλάζει κάτι στο πορτοφόλι μου; Οχι βέβαια. Η σκέψη να σταματήσω να δουλεύω πάντα υπάρχει μέσα μου. Απλώς όταν βλέπω γύρω μου τόσους και τόσους ομοιοπαθείς, σκέφτομαι τον στίχο του Σουρή “Λύπη που μοιράζεται, κάπως μετριάζεται”».