fbpx Το φαινόμενο των «Άγριων Μελισσών» -Τηλεοπτικός άθλος ή old school σειρά με λάθη και αστοχίες; | BOVARY
Άγριες Μέλισσες
Φωτογραφία: Άγριες Μέλισσες
SHARE
ΑΓΡΙΕΣ ΜΕΛΙΣΣΕΣ

Το φαινόμενο των «Άγριων Μελισσών» -Τηλεοπτικός άθλος ή old school σειρά με λάθη και αστοχίες;


Η καθημερινή δραματική σειρά του Antenna έχει κερδίσει αναμφίβολα μια θέση στην καρδιά των τηλεθεατών και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η συγκεκριμένη παραγωγή ίσως συνετέλεσε στην επανεκκίνηση της ελληνικής τηλεόρασης -όσον αφορά στα σήριαλ τα οποία μετά από την οικονομική κρίση είχαν γνωρίσει σημαντική κάμψη.

Γιατί όμως οι «Άγριες μέλισσες» και οι περιπέτειες του Διαφανίου έχουν τόσο μεγάλη απήχηση στον κόσμο; Καταρχάς, μιλάμε για μια καθημερινή σειρά και όσοι γνωρίζουν από τηλεόραση ξέρουν πολύ καλά πως οι συνθήκες -και δη στην Ελλάδα- σπανίως είναι οι ιδανικές για ένα αποτέλεσμα υψηλού επιπέδου. Οπότε οι όποιες συγκρίσεις με άλλες εβδομαδιαίες σειρές εποχής είναι άτοπες και άσκοπες. Εδώ λοιπόν έχουμε ένα τηλεοπτικό άθλο σε επίπεδο παραγωγής, που αν και δεν μπορεί να συγκριθεί πιθανόν με αυτές διεθνών πλατφορμών τύπου Netflix, στέκεται στο ύψος των περιστάσεων προσφέροντας πέντε μέρες την εβδομάδα στο κοινό ένα επεισόδιο διάρκειας περίπου μιας ώρας που κρατάει το ενδιαφέρον.

Οι επικριτές των «Μελισσών» συχνά μιλούν για τα ρούχα των πρωταγωνιστών που δεν είναι ταιριαστά σε ένα ελληνικό χωριό της δεκαετίας του ’50 -πράγμα αληθές σε έναν βαθμό- ή για τα σκηνικά που συχνά θυμίζουν κόντρα πλακέ θεατρικών παραστάσεων. Όντως, η έλλειψη ενός τεράστιου προϋπολογισμού σαν αυτούς που αντιστοιχούν σε ανάλογες ξένες σειρές, δημιουργεί τέτοιου είδους «αστοχίες». Πλην όμως οι ‘Άγριες Μέλισσες έχουν μερικά σημαντικά πλεονεκτήματα.

Καταρχάς μιλάμε για ένα καθαρά ελληνικό θέμα, που δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον κόσμο αμερικανικών παραγωγών, αλλά να καταγράψει και να αποτυπώσει εικόνες με τις οποίες κάποιες γενιές μεγάλωσαν και κάποιες άλλες γνώρισαν μέσα από τις αφηγήσεις των γιαγιάδων και των παππούδων τους.

Δεύτερον έχουμε ένα σενάριο, που δεν φείδεται των ανατροπών, των συγκρούσεων, αλλά και των γεγονότων -συχνά σε ένα επεισόδιο η δράση εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, πράγμα ιδιαιτέρως δύσκολο για ένα καθημερινό σήριαλ. Οι σεναριογράφοι και κυρίως η Μελίνα Τσαμπάνη που έχει τη γενική επίβλεψη αποδεικνύονται ευρηματικοί και ευφάνταστοι, συχνά προσφέροντας στους ηθοποιούς δυνατές σκηνές για να δημιουργήσουν ισχυρούς χαρακτήρες -δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ακόμα και οι λεγόμενοι «κακοί» (βλ Σεβαστοί) είναι ήρωες με πολλά επίπεδα, καθόλου χάρτινοι, όπως είθισται στα καθημερινά- ξεπερνώντας τους σκοπέλους των κλισέ και των κοινοτοπιών.

Τώρα όσον αφορά στη σκηνοθεσία, μπορεί μεν να είναι old school, και σίγουρα δεν έχουμε την ποιότητα ας πούμε που έχουμε δει στο «Νησί», όμως να μην ξεχνάμε ότι εδώ μιλάμε για ένα γύρισμα καθημερινό, απαιτητικό, που γίνεται σε δυο ταμπλό -δηλαδή δυο συνεργεία γυρίζουν παράλληλα- με τον Λευτέρη Χαρίτο να έχει τη σκηνοθετική επιμέλεια. Ακόμα κι έτσι όμως η σκηνοθετική ομάδα καταφέρνει να διατηρεί μια ενιαία αισθητική, χωρίς να προδίδει την ιστορία των «Μελισσών» και το πνεύμα μιας ελληνικής επαρχίας.

Τέλος όσον αφορά στο καστ έχουμε ένα σύνολο καλών θεατρικών και όχι μόνο ηθοποιών, αλλά και νέα χαριτωμένα πρόσωπα, που υποστηρίζουν τους χαρακτήρες τους με συνέπεια, αν και κάποιοι από αυτούς συχνά καταφεύγουν στη λύση του μελοδράματος, πράγμα που δεν είναι σίγουρα εύκολο, αλλά πλέον θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αρκετά παλιομοδίτικη επιλογή. Σίγουρα σε αυτό ευθύνη έχουν και οι σκηνοθέτες που φαίνεται να απαιτούν από τους ηθοποιούς τους να κλαίνε μέχρι τελικής πτώσεως, αν και το σενάριο έχει ισχυρά πατήματα για να προκαλέσει συγκίνηση χωρίς «τερτίπια», ενώ δεν λείπουν και «λάθη» όσον αφορά στη διανομή -κυρίως δε οι δευτερεύοντες ρόλοι μοιάζουν κυριολεκτικά από άλλον κόσμο- που αν έλειπαν η σειρά σαφώς θα ήταν πολύ πιο δυνατή.

Στο σύνολό τους όμως οι «Άγριες μέλισσες» έχουν όλα εκείνα τα συστατικά μιας επιτυχίας, που μπορεί να την παρακολουθεί κάποιος σε καθημερινή βάση χωρίς να πλήττει, ακόμα κι αν δεν είναι φαν της τηλεόρασης, και κυρίως αποδεικνύουν ότι αν υπάρχει μια καλή ιδέα, ακόμα και το αδύνατο μοιάζει δυνατό.





SHARE