fbpx Γεννιέται κάποιος επιθυμώντας να κακοποιεί σεξουαλικά παιδιά; | BOVARY
Σεξουαλική κακοποίηση
Φωτογραφία: Unsplash/ Mika Baumeister
SHARE
ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ

Γεννιέται κάποιος επιθυμώντας να κακοποιεί σεξουαλικά παιδιά;


Φάκελος «σεξουαλική κακοποίηση»: Το Bovary.gr σε συνεργασία με την Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεύτρια και μέλος του εργαστηρίου Ψυχολογίας της Επικοινωνίας και των Μέσων του Τμήματος ΕΜΜΕ, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου της Αθήνας, Σοφιάνα Μηλιωρίτσα, προσεγγίζει το πολύ ευαίσθητο θέμα που τον τελευταίο μήνα άνοιξε ένα μεγάλο πεδίο συζήτησης στα media.

Πώς, όμως, αυτά, -βάσει επιστημονικής προσέγγισης-, κατασκευάζουν τις αναπαραστάσεις για το «φύλο», την «σεξουαλική κακοποίηση», τον «δράστη» και το «θύμα»; Ποιοι είναι οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν κάποιον να γίνει ο ίδιος κακοποιητής; Πώς μπορούμε να μιλήσουμε σε ένα παιδί για την σεξουαλική κακοποίηση για να το αφυπνίσουμε, χωρίς να το φοβίσουμε; Ποια είναι τα σημάδια που αφήνει η σεξουαλική κακοποίηση στον ψυχισμό; Η Σοφιάνα Μηλιωρίτσα απάντησε σε όλα τα ερωτήματά μας.

«Εξιδανικευμένα» θύματα και «τερατώδεις» δράστες: από την γέννηση στην «κατασκευή» 

Με ποιον τρόπο κατασκευάζεται η ρητορική από τα media όταν λαμβάνουν χώρα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης παιδιών και ενηλίκων; Τι έχει να μας πει η διεθνής βιβλιογραφία για την δημιουργία μιας εικόνας για την «εικόνα» της σεξουαλικής κακοποίησης και μάλιστα παιδιών; Πώς κατασκευάζουν τα media τις αναπαραστάσεις μας για το φύλο, την σεξουαλική κακοποίηση, τον δράστη και το θύμα; Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, ακόμα και ως προς την παρουσίαση του θύματος υπάρχει ιεράρχηση με βάση το φύλο. Τα media τείνουν να μη δίνουν προσοχή ως προς το φύλο όταν πρόκειται για ανήλικους δημιουργώντας μια ασεξουαλική εικόνα για τα θύματα κάτω των 12 ετών, ενώ όταν τα θύματα είναι ενήλικα, δίνεται έμφαση στο φύλο υπό προϋποθέσεις.

Ποιες είναι λοιπόν, αυτές οι προϋποθέσεις;

Οι άντρες ενήλικα θύματα δεν προβάλλονται όσο οι γυναίκες και επίσης εκθηλύνονται, τους αποδίδονται γυναικεία χαρακτηριστικά. Την «αγνότερη» μορφή θύματος αποτελεί το παιδί ενώ οι γυναίκες δεν εκλαμβάνονται ιδιαιτέρως συμπαθείς όταν είναι θύματα. Με έκπληξη δηλαδή, διαπιστώνεται ερευνητικά πως υπάρχει ένα κατώφλι, ένα όριο ως προς την κατανόηση του θύματος και περιορισμός ως προς την ενσυναίσθηση και ως προς το νοιάξιμο για το πρόσωπο που υπέστη την βία.

Από την άλλη πλευρά, σχετικά με τους δράστες δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε όσους είναι άνω των 40 ετών, ειδικά όταν τα θύματα είναι κάτω των 12 ετών, οι οποίοι είναι πάντα άνδρες που επιτίθενται σε αγόρια ενώ αυτό δεν είναι στατιστικά ακριβές. Το ακριβές είναι ότι τα κορίτσια είναι στατιστικά σαφώς περισσότερα παρότι υπάρχει μεγάλη αύξηση και στα αγόρια, τα τελευταία χρόνια.

Στην ίδια έρευνα αναφέρεται πως περισσότερες προβολές γίνονται από τα media όταν τα θύματα είναι αγόρια παρά κορίτσια διότι το «σοκ» είναι πιο έντονο. Ακόμα δηλαδή και το σοκ «ζυγίζεται» ως προς το φύλο και αναλόγως προβάλλεται. Συνεπώς, ερευνητικά γνωρίζουμε ότι τα αγόρια κάτω των 12 θεωρούνται από τα media «εξιδανικευμένα» θύματα και οι άνω των 40 άνδρες δράστες δη σε εγκλήματα κατά αγοριών προβάλλονται ως πιο «τερατώδεις». Επομένως, πριν εξετάσουμε και διερευνήσουμε σε βάθος την γέννηση έχουμε την κοινωνική κατασκευή του δράστη και του θύματος, με ιδιαίτερη έμφαση στα media. 

Άνδρες και Γυναίκες που σεξουαλικά κακοποιούν

Το 75% των σεξουαλικών κακοποιήσεων αποδίδεται σε άνδρες, και το 25% σε γυναίκες. Είναι μύθος να πιστεύει κανείς ότι οι γυναίκες σπανίως εμπλέκονται σε τέτοιου είδους κακοποίηση.

Ας διερευνήσουμε ποιο είναι το προφίλ των κακοποιητικών γυναικών και ποιοι παράγοντες συμβάλλουν.   

Σύμφωνα με τον Allen (1991) οι γυναίκες-δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων συνήθως, μεγαλώνουν σε ιδιαίτερα επικριτικές οικογένειες μέσα στις οποίες νιώθουν υποτίμηση και απογοήτευση πολύ περισσότερο από τους άνδρες δράστες. Στους γάμους τους συνήθως είναι και οι ίδιες θύματα σωματικής κακοποίησης, δεν βιώνουν ικανοποίηση με τους συντρόφους τους αλλά περισσότερο με τα παιδιά τους. Δεν αποδέχονται εύκολα την ενοχή τους, εξωτερικεύουν μεγαλύτερο θυμό και συνήθως διαγιγνώσκονται με ψυχικές διαταραχές. Συχνά οι γυναίκες-δράστες συμπράττουν με έναν άνδρα με το οποίο έχουν σχέση εξάρτησης, είναι κοινωνικά απομονωμένες και έχουν χαμηλή αυτοπεποίθηση.

Οι γυναίκες που κακοποιούν αυτόνομα παρουσιάζουν ψυχοπαθολογίες. Εμφανίζουν συχνά κατάθλιψη και διαταραχή μετατραυματικού σοκ. Ειδικά ως προς την τυπολογία της γυναίκας-ερωμένης από θέση ισχύος (π.χ. καθηγήτρια-μαθήτρια/της) με πρόσφατη, σπάνια προβαλλόμενη περίπτωση για τα εγχώρια δεδομένα, συνήθως δεν υπάρχει ιστορικό παιδικής παραμέλησης των ιδίων αλλά έχουν δυσλειτουργικές ενήλικες σχέσεις και ελλείμματα ως προς την σύνδεση και την επαφή.

Εν γένει οι δράστες σεξουαλικής κακοποίησης συχνά έχουν οι ίδιοι υποστεί σεξουαλική κακοποίηση και έχουν μεγαλώσει σε παθολογικό περιβάλλον όπου αναφέρεται παραμέληση.

Επιπλεόν, το 93% των δραστών είχαν ανασφαλή δεσμό με τους γονείς τους δηλαδή δεν ένιωθαν ασφάλεια και εμπιστοσύνη, δεν βίωναν σταθερότητα στην γονεϊκή ανταπόκριση και φροντίδα και αυτό τους οδήγησε σε ευαλωτότητα, απουσία ενσυναίσθησης, δυνατότητας δηλαδή να «μπουν» στα παπούτσια του.

Ένα οικογενειακό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην ανασφαλή σύνδεση των μελών του, όπου προεξάρχει η κακοποίηση κάθε είδους, η παραμέληση και η ψυχοπαθολογία είναι πιο πιθανό να παράξει έναν κακοποιητή ή σεξουαλικό αρπακτικό

Το προφίλ του κακοποιητή

Ο κακοποιητής παρουσιάζει κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα οποία μπορούν να κινήσουν την προσοχή του γονέα ή φροντιστή και είναι χρήσιμα κανείς να τα γνωρίζει με την μέριμνα, όμως, να μην μπει σε μόνιμα καχύποπτη θέση αφαιρώντας από το παιδί του και από τον εαυτό του την ευχαρίστηση την επαφής με άλλους ανθρώπους.

Ο κακοποιητής, λοιπόν, συχνά επιθυμεί και οργανώνει χρόνο κατ’ αποκλειστικότητα με το παιδί. Επιδίδεται σε περιπτύξεις, όπως αγκαλιές και φιλιά χωρίς να υπολογίζει την άρνηση του παιδιού. Εμφανίζεται χωρίς όρια και παραβιάζει συχνά την ιδιωτικότητα του παιδιού. Προσφέρει δώρα και χρηματικά ποσά δυσανάλογα και συνήθως, ξεχωρίζει ένα παιδί ενώ δεν είναι αρεστός σε άλλα παιδιά.

Τα χαρακτηριστικά αυτά αφορούν τόσο στην εντός οικογένειας σεξουαλική κακοποίηση όσο και στην εκτός οικογένειας αν και τα ποσοστά της ενδοοικογενειακής κακοποίησης είναι συντριπτικά μεγαλύτερα. 

Φωτογραφία: Unsplash/ Mika Baumeister

Η ασπίδα προστασίας: υπάρχει και αξιοποιείται δια βίου

Η μεγαλύτερη βαρύτητα στην πρόληψη της σεξουαλικής κακοποίησης αποδίδεται στην οικογένεια τόσο ως προς τον κακοποιητή όσο και ως προς το υποψήφιο θύμα.

Μια οικογένεια με ισορροπημένες, ασφαλείς σχέσεις εμπιστοσύνης, σαφή όρια, αποδοχή και ενσυναίσθηση διασφαλίζει μια υγιή και ομαλή ανάπτυξη του ατόμου και μετά την είσοδό του στην ενήλικη ζωή. Ένα οικογενειακό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην ανασφαλή σύνδεση των μελών του, όπου προεξάρχει η κακοποίηση κάθε είδους, η παραμέληση και η ψυχοπαθολογία είναι πιο πιθανό να παράξει έναν κακοποιητή ή σεξουαλικό αρπακτικό. 

Ομοίως, για ένα μικρό παιδί η ασφαλής σύνδεση με την οικογένεια του, δηλαδή η ισορροπημένη ύπαρξη κοντινών σχέσεων οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται από υπερβολικό άγχος ούτε από αποστασιοποίηση, με σεβασμό στο σώμα και στα όριά του θα διαμορφώσει σταδιακά μια προσωπικότητα που θα εκλάβει πιο εύκολα την διαφοροποίηση, την απειλητική και εκτός ορίων κοινωνική και προσωπική επαφή από συγγενικό ή τρίτο πρόσωπο και θα την επικοινωνήσει στον/στους γονείς. 

Χωρίς την αίσθηση ασφάλειας να λαμβάνεται από το οικογενειακό περιβάλλον ή έστω από ένα πρόσωπο κοντινό, τα παιδιά είναι ευάλωτα και ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες να μοιραστούν κάποιο συμβάν που τα απασχολεί. 

Ειδικά στις μικρές ηλικίες χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή καθώς δεν πρέπει να φορτώσουμε τα παιδιά με το βάρος της σωματικής τους ακεραιότητας γεμίζοντας τα καχυποψία για τον «έξω κόσμο».

Οι γονείς οφείλουν να εποπτεύουν συστηματικά και να αφουγκράζονται πιθανές κακοτοπιές. Ωστόσο, ο γονέας είναι ο πρώτος που χρειάζεται να σεβαστεί την σωματική ακεραιότητα και το σωματικό όριο του παιδιού. Ο γονέας χρειάζεται να δείξει σεβασμό στην γύμνια, να μην παραβιάζει με αγγίγματα, δαγκώματα, τσιμπιές τα γεννητικά όργανα του παιδιού και επίσης να μην εξαναγκάζει το παιδί να έρχεται σε σωματική επαφή με άλλους ενήλικες προς τέρψη τρίτου.Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «δώσε ένα φιλάκι στη θεία ή στον θείο» ειδικά όταν το παιδί προβάλλει αντίσταση. Το παιδί με αυτό τον τρόπο λαμβάνει το μήνυμα ότι το σώμα του ή μέρη του σώματός του τα χρησιμοποιεί για ευχαρίστηση τρίτων παρά την θέλησή του.

Τα ψυχικά σημάδια του τραύματος

Η σεξουαλική κακοποίηση αφήνει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ψυχικά σημάδια, τις περισσότερες φορές ανεξίτηλα στον χρόνο. Το παιδί ενδέχεται να εμφανίσει διατροφικές διαταραχές, άγχος, μετατραυματικό στρες προβλήματα στον ύπνο. Επιπλέον, μπορεί να εκφράσει επιθετικότητα ή κλείσιμο, αισθήματα ντροπής και ενοχής. Σωματικές ενοχλήσεις και πόνο στα σημεία που έχει κακοποιηθεί. Επίσης, μπορεί να παλινδρομήσει σε νεαρότερη ηλικία αναζητώντας εκ νέου την ασφάλεια που έχει απωλέσει, δηλαδή μπορεί για παράδειγμα να πιπιλίσει το δάχτυλό του. Μακροπρόθεσμα, μπορεί να εμφανίσει κατάθλιψη, αυτοκτονικότητα αλλά και σεξουαλικές διαταραχές, εξάρτηση από ουσίες κλπ. Τέλος, δεν είναι σπάνιο να μπει σε παρόμοιες κακοποιητικές σχέσεις.

Στους επιβαρυντικούς παράγοντες ως προς το τραύμα της κακοποίησης παίζουν ρόλο η διείσδυση εφόσον υπήρξε, οι πολλαπλοί δράστες, εάν ο δράστης ήταν συγγενής και η διάρκεια της κακοποίησης όταν είναι μεγαλύτερη από έναν χρόνο. Άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στην -μετά την κακοποίηση- περίοδο είναι οι στρατηγικές διαχείρισης των δυσκολιών που έχει αναπτύξει το θύμα (π.χ. θετική στρατηγική είναι η έκφραση των συναισθημάτων). Αρνητική στρατηγική οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και η αποφυγή του γεγονότος. Η εκ νέου κακοποίηση στην εφηβεία ή στην ενήλικη ζωή επιβαρύνει την ψυχολογική υγεία του ατόμου.

Τέλος, η κοινωνική στήριξη που έλαβε και η αντίδραση του περιβάλλοντος στην αποκάλυψη της κακοποίησης. Εάν δεν υπάρξει αποκάλυψη η επιβάρυνση στο θύμα συνήθως είναι μεγαλύτερη. Επίσης, εάν η αποκάλυψη γίνει μέσα στον πρώτο μήνα τότε μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες για μετατραυματικό στρες και κατάθλιψη.

Unsplash/ Sam Battaglieri

Θεραπευτική υποστήριξη

Η ατομική ψυχοθεραπεία (ανθρωπιστικής κατεύθυνσης, ψυχαναλυτικής/ψυχοδυναμικής, γνωσιακής-συμπεριφορικής, η τραυματοθεραπεία και όλες οι επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις), η ομαδική θεραπεία και η φαρμακευτική αγωγή εφόσον κρίνεται αναγκαία έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν στην αναγνώριση και διαχείριση του τραύματος, στην επεξεργασία της ντροπής και της ενοχής, στην ενίσχυση της αυτοεικόνας, στην δημιουργία κοντινών σχέσεων εμπιστοσύνης και βέβαια στις διαταραχές συναισθήματος, στην αυτοκτονικότητα αλλά και στις διαταραχές πρόσληψης τροφής, και στους εθισμούς εφόσον έχουν παρουσιαστεί.

Και ο δράστης; Υπάρχει πλάνο θεραπείας γι’ αυτόν;

Στο εξωτερικό υπάρχουν θεραπευτικά προγράμματα για τους δράστες. Και στην Ελλάδα οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας έχουν τη δυνατότητα να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν προγράμματα με στόχο να μπορέσει να αναγνωρίσει ο δράστης τους δικούς του παράγοντες ρίσκου και να δημιουργήσει ένα πλάνο ώστε να μην καταφύγει εκ νέου στην κακοποίηση. Επομένως, στόχος θα μπορούσε να είναι η αναγνώριση και μείωση χειριστικών συμπεριφορών αλλά και η αναγνώριση της άρνησης και η ανάληψη πλήρους ευθύνης για παρελθοντικές, παροντικές και μελλοντικές πράξεις κακοποίησης.

Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να αφορά στην ανάπτυξη υγειών σεξουαλικών στάσεων και συμπεριφορών και τέλος, η διερεύνηση της δικής του ενδεχομένως κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία.

Σοφιάνα Μηλιωρίτσα, MA., MSc, PhD (c), μέλος του εργαστηρίου Ψυχολογίας της Επικοινωνίας & των Μέσων, Τμήμα ΕΜΜΕ, ΕΚΠΑ, Προσωποκεντρική Ψυχοθεραπεύτρια

Η Σοφιάνα Μηλιωρίτσα

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Allen, C. (1991). Women and Men Who Sexually Abuse Children: A Comparative Analysis. Orwell, VT: Safer Society Press.

Bulik, C. M., Prescott, C. A., & Kendler, K. S. (2001). Features of childhood sexual abuse and the development of psychiatric and substance use disorders. British Journal of Psychiatry179, 444-449.

Classen, C. C., Palesh, O. G. & Aggarwal, R. (2005). Sexual revictimization: A review of the empirical literature. Trauma, Violence & Abuse, 6(2), 102–129.

Craissati, J., McClurg, G., & Browne, K. (2002b). The parental bonding experiences of sex offenders: A comparison between child molesters and rapists. Child Abuse & Neglect, 26, 909–921.

DiBennardo, R.A. (2018). Ideal Victims and Monstrous Offenders:How the News Media Represent Sexual Predators. Socius: Sociological Research for a Dynamic World, 4, 1–20.

Dube, S.R., Anda, R.F., Felitti, V.J., Croft, J.B., Edwards, V.J., & Giles, W.H. (2001). Growing up with parental alcohol abuse: Exposure to childhood abuse, neglect, and household dysfunction. Child Abuse & Neglect, 25, 1627–1640.

Dunn, Jennifer L. 2008. “Accounting for Victimization: Social Constructionist Perspectives.” Sociology Compass 2(5),1601–20.

FAQs on Treatment for People Who Have Sexually Abused a Child (χ.χ) https://www.stopitnow.org/faq/treatment-for-people-who-have-sexually-abused-a-child.

Foa, E.B., Keane, T.M., & Friedman, M.J. (2000). Effective Treatments for PTSD. New York: Guilford Press.

Jespersen, A.F., Lalumiere, M.L., & Seto, M.C. (2009). Sexual abuse history among adult sex offenders and non-sex offenders: A meta-analysis. Child Abuse & Neglect, 33, 179–192.

Kitzinger, Jenny. 2004. Framing Abuse: Media Influence and Public Understanding of Sexual Violence against Children. Ann Arbor, MI: Pluto.

Krinsky, Charles. 2016. The Ashgate Research Companion to Moral Panics. New York: Routledge.

Marsa, F., O'Reilly, G., Carr, A., Murphy, P., O'Sullivan, M., Cotter, A., & Hevey, D. (2004). Attachment styles and psychological profiles of child sex offenders in Ireland. Journal of Interpersonal Violence, 19, 228–251.

Marshall, W.L., & Marshall, L.E. (2000). The origins of sexual offending. Trauma, Violence, and Abuse, 1, 250–263.

Matthews, J.K., Mathews, R., & Speltz, K. (1991). Female sex offenders: A typology. In M.Q. Patton (Ed.), Family Sexual Abuse: Frontline Research and Evaluation (pp. 199–219). Newbury Park, CA: Sage.

Merrill, L. L., Thomsen, C. J., Sinclair, B. B., Gold, S. R. & Milner, J. S. (2001). Predicting the impact of child sexual abuse on women: The role of abuse severity, parental support and coping strategies. Journal of Consulting Clinical Psychology, 69(6), 992-1006.

Muskens, M., Bogaerts, S., van Casteren, M. & Labrijn, S. (2011). Adult female sexual offending: A comparison between co-offenders and solo offenders in a Dutch sample. Journal of Sexual Aggression, 17, 46–60.

Nathan, P., & Ward, T. (2002). Female sex offenders: Clinical and demographic features. Journal of Sexual Aggression, 8, 5–21.

Quinn, James F., Craig J. Forsyth, and Carla Mullen-Quinn. 2004. “Societal Reaction to Sex Offenders: A Review of the Origins and Results of the Myths Surrounding Their Crimes and Treatment Amenability.” Deviant Behavior 25(3):215–32.

Ruggiero, K. J., Smith, D. W., Hanson, A., Resnick, H. S., Saunders, B. E., Kilpatrick, D. G., Best, C. L. (2004). Is disclosure of childhood rape associated with mental health outcome? Results from the National Women’s Study. Child Maltreatment9, 62-77.

Runtz, M. G. & Schallow, J. R. (1997). Social support and coping strategies as mediators of adult adjustment following childhood maltreatment. Child Abuse and Neglect, 21(2), 211-226.

Snyder, Howard N. 2000. “Sexual Assault of Young Children as Reported to Law Enforcement: Victim, Incident, and Offender Characteristics.” Retrieved (http://www.ojp.usdoj.gov/bjs/).

Tremblay, C., Hebert, M. & Piche, C. (1999). Coping strategies and social support as mediators of consequences in child sexual abuse victims. Child Abuse and Neglect, 23, 929–945.

Vandiver, D.M., & Kercher, G. (2004). Offender and victim characteristics of registered female sex offenders in Texas: A proposed typology of female sexual offenders. Sexual Abuse: A Journal of Research and Treatment, 16, 121–137.

Ward, T., Hudson, S. M., Marshall, W. L., & Siegert, R. (1995).Attachment style and intimacy deficits in sexual offenders: A theoretical framework. Sexual Abuse: A Journal of Research and Treatment, 7, 317–335.





SHARE