Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης
Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης
ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ

Γιάννης Ξανθούλης: Η ελληνική γλώσσα κάθε τόσο ανανεώνει το ραντεβού της με τον αφανισμό

Ο Γιάννης Ξανθούλης είναι ένας συγγραφέας που απολαμβάνεις να διαβάζεις. Εχει χιούμορ κι ένα τρυφερό βλέμμα πάνω στην ζωή και τους ανθρώπους. Του αρέσει να ζωγραφίζει και αγαπάει το θέατρο. Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Ζει στο κέντρο της Αθήνας.  

«Στην Αλεξανδρούπολη με θυμάμαι με πυρετό λόγω της περίφημης ασθένειας των «λαιμών» αλλά γενικά υπήρξα φιλάσθενος, πράγμα που με οδήγησε στο διάβασμα, στο γράψιμο και στην αλληλογραφία. Τρελαινόμουν να γλείφω γραμματόσημα αφού η κόλα τους ήταν η απόλυτη γεύση της επικοινωνίας.
Παρ’ όλα αυτά, αν και ήμουν μέτριος μαθητής λόγω πλήρους αδιαφορίας για το σχολείο κι ό,τι συνέβαινε εκεί μέσα, γνώριζα πολλά για το θέατρο που ήταν και η προτεραιότητά μου. Πρέπει να ήμουν ένας από τους αναγνώστες των ελάχιστων τευχών του περίφημου «Θεάτρου» του Κώστα Νίτσου που έφταναν σε μας.

Τις πόλεις τις ανακάλυπτα, έπαιρνα αυτό που ήθελα και συνέχιζα. Αισθανόμουν νομάς

Στο τελευταίο μου βιβλίο ο τίτλος είναι «Εγώ ο Σίμος Συμεών». Δηλαδή μια προσωπική αντωνυμία και το ανορθόγραφο επίθετο του ήρωα αφού το ύψιλον έγινε γιώτα…» 

«Σήμερα βλέπω με την χαμηλή απόσταση των δύο χρόνων -το 2017 εκδόθηκε- πως το γνώριμό μου φάντασμα της αυτοβιογραφίας έκανε αρκετά αδιάκριτα την εμφάνισή του.
Η ιστορία αφορά ένα εντεκάχρονο αγόρι που ζει σε μια πόλη την Χαλκόπολη -όνομα από μέταλλο, όπως πολλές πόλεις στην Ελλάδα- και πιστεύει πως ΔΕΝ υπάρχει. Ότι είναι δημιούργημα κάποιου συγγραφέα που ΔΕΝ γνωρίζει αλλά παρηγοριέται πως αυτός ο κύριος θα κάνει τα πάντα για να προκόψει. Είτε από δόλο είτε από φιλαρέσκεια θα παίξει τον ρόλο Θεού, κάτι που κάνουν συνήθως οι γράφοντες.

Το χιούμορ δεν είναι κάτι που μαθαίνεται. Και στην Ελλάδα είναι μάλλον επικηρυγμένο ή συμπλέει τραγικά με την βαρυστομαχιά των ανεκδότων

Φυσικά η ζωή με όλες τις ευτράπελες και δραματικές παραμέτρους θα στήσει το σενάριό της όμως ο ανορθόγραφα καταχωρημένος Σιμεών θα διανύσει σχεδόν ΟΛΕΣ τα σελίδες του βιβλίου με αυτήν την αίσθηση.
ΑΚΡΙΒΩΣ έτσι έζησα κι εγώ τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην συμπαθή επαρχία. Αργότερα ανακάλυψα τον μύκητα των τύψεων, των μάταιων προσδοκιών και τελικά της νοσταλγίας κυρίως ασήμαντων για τους περισσότερους πραγμάτων. Όπως καταλαβαίνετε όλη αυτή η συνταγή δεν προδίκαζε απαραίτητα καμιά σούπερ ευτυχισμένη ζωή όμως ό,τι έγινε…έγινε».

 

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης
Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Στο μυθιστόρημα ο εντεκάχρονος Σιμεών ζει μεταξύ Καβάλας, Δράμας και Σερρών στην Ανατολική Μακεδονία. Το ημερολόγιο δείχνει 1964. Το ίδιο διάστημα η αφεντιά μου είναι στα δέκα εφτά και ζει στην Αλεξανδρούπολη στον Έβρο. Και οι δυο μας παντελώς ανυποψίαστοι ότι ζούμε παράλληλα κι ότι θα συναντιόμασταν τελικά το 2017 στα τυπογραφεία της Αθήνας. Μέσα από τέτοια αινίγματα καμιά φορά αναδεικνύονται αλήθειες που με απασχολούν για καιρό μετά την έκδοση. Για τους υπόλοιπους δεν είναι παρά ένα επιπλέον μυθιστόρημα.

Νομίζω ότι δεν με καθόρισε καμιά πόλη. Τις πόλεις τις ανακάλυπτα, έπαιρνα αυτό που ήθελα και συνέχιζα. Αισθανόμουν νομάς. Μόνον η Νέα Υόρκη και η Κωνσταντινούπολη με απασχόλησαν ειδικά κατά κάποιο τρόπο. Όσο για την Κωνσταντινούπολη με ενδιέφερε τόσο που έκανα πολλά χρόνια μαθήματα τουρκικών.

Και φυσικά η Αθήνα που την θεωρούσα προτού τη γνωρίσω δική μου. Σήμερα ο γεωγραφικός μου προσανατολισμός είναι ένα συνονθύλευμα από φυτά, από λέξεις, από μπογιές κι από άσφαλτο λόγω οδήγησης.
Έγραφα για να παρηγορηθώ, ίσως γιατί ήμουν μοναχικός από ιδιοσυγκρασία. Τώρα είμαι μοναχικός λόγω κακής ακοής. Είχα μεγάλη ευκολία στους στίχους, σκάρωνα σατυρικά ποιήματα κι εύρισκα τον μπελά μου, μετά επικεντρώθηκα στο θέατρο που με γοήτευε είτε ήταν μουσικό είτε πρόζα…..»
 

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης
Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Στο μεταξύ οι γονείς μου ήταν σίγουροι πως θα πέθαινα στην ψάθα. Στα χαρτιά που έγραφα σχεδίαζα κιόλας όχι όμως τίποτα σπουδαίο… Ξέρετε όλα αυτά που έκανα αρκούσαν για να αποτελώ παράδοξο ή αλλιώς μαύρο πρόβατο.
Χρονογράφημα άρχισα να γράφω συστηματικά από το 1982 στην Ελευθεροτυπία. Δεν ήταν ακριβώς χρονογράφημα αλλά μια απεγνωσμένη ανάμνηση του καιρού της αλληλογραφίας. Έγραφα σα να επρόκειτο για μια μονόδρομη επιστολή σε κάποιο μακρινό εαυτό μου… κάθε Σάββατο. Ήταν μια συγκινητική εκτόνωση για μένα. Σήμερα ο Τύπος είναι προσαρμοσμένος σε νέα ήθη. Όπως και η είδηση δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη στην κλασσική πυραμίδα του ρεπορτάζ ΠΟΙΟΣ, ΠΟΥ, ΠΌΤΕ, ΤΙ, ΓΙΑΤΙ.

Δυστυχώς και η Αριστερά που είχε τόσα αισθηματικά προνόμια στις δεκαετίες του 60 και του 70 σἠμερα θυμίζει… τα παντελόνια καμπάνα

Το χιούμορ δεν είναι κάτι που μαθαίνεται. Και στην Ελλάδα είναι μάλλον επικηρυγμένο ή συμπλέει τραγικά με την βαρυστομαχιά των ανεκδότων, που είναι κατασκευές. Δεν έχω απάντηση, ξέρω όμως ότι οι Έλληνες αποπροσανατολίζονται αν δεν τους δηλώσεις πως αυτό που λες είναι αστείο. Γι’ αυτό ακούω συχνά να λένε «Και τώρα ας κάνουμε λίγο χιούμορ»….από άτομα ανυποψίαστα για τη γελοιότητά τους. Κυρίως πολιτικοί ή άλλοι δήθεν μεγαλοσχήμονες της θανάσιμης πλήξης».

Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης
Φωτογραφία: Bovary/Πάνος Μάλλιαρης

«Τα βιβλία μου είναι σαν κι εμένα. Κουβαλούν τη δική μου συννεφιά και ηλιοφάνεια. Δεν γίνεται διαφορετικά. Όσο για τη μεγάλη φράση «Είμαι συγγραφέας» ή «Δεν είμαι και τόσο συγγραφέας» επιφυλάσσομαι να απαντήσω ώσπου να βρεθούν λέξεις που να καθορίζουν σαφώς ενδιάμεσες καταστάσεις. Η μόνη αλήθεια είναι ότι με συγκινεί ότι οι αναγνώστες μου έκαναν την τιμή να ασχοληθούν μαζί μου και να συμμεριστούν τις προθέσεις μου… (που δεν είναι μεσσιανικές, διδακτικές κι άλλα τέτοια θεάρεστα που αλλάζουν τον ρου της ιστορίας).

Τα τελευταία χρόνια μου αρέσουν πολύ ο Μοντιανό, ο Αλεσσάντρο Πιπέρνο, ο Ζέμπαλντ, πάντα ο Γιόζεφ Ροτ και έλληνες σύγχρονοι

Είμαι 72 ετών και δεν επενδύω και τόσο στην τελειότητα ώστε να απογοητεύομαι με τα κοινά. Έτσι ήταν πάντα τα πράγματα. Απλώς τώρα είναι πιο τρομακτικά χυδαία. Ώσπου να το συνηθίσουμε. Σαν τις μόδες που είναι αφόρητες και γελοίες δυο φορές, όταν πρωτοεμφανίζονται κι όταν γίνονται ντεμοντέ. Δυστυχώς και η Αριστερά που είχε τόσα αισθηματικά προνόμια στις δεκαετίες του 60 και του 70 σἠμερα θυμίζει… τα παντελόνια καμπάνα».

«Το κέντρο της Αθήνας είναι η Αθήνα. Η μόνη Αθήνα και κρίμα που το αφήνουν να καταστρέφεται εξαιτίας βλακωδών ιδεοληψιών. Θέλει μεγάλη αντοχή να βιώνεις την καθημερινότητά του και να ζεις με τις τραγικές παραλήψεις του όπως η ασφάλεια των πολιτών. Ένας Δήμαρχος που θα ταρακουνούσε τα πράγματα είναι το ζητούμενο. Κι όχι απαραίτητα με κλούβες και παλληκάρια δίμετρα, που παίρνουν εντολές να μη κοντράρονται παραπάνω από όσο πρέπει με τους εξεγερμένους με συνταγή γιατρού.
Ο καλλιτέχνης είναι ένας σαλός. Ένας λοξός άνθρωπος, που πιστεύει ότι ευθεία είναι η τεθλασμένη. Κι αυτή είναι η νοστιμιά.

Η ελληνική γλώσσα κάθε τόσο ανανεώνει το ραντεβού της με τον αφανισμό. Εφευρίσκει λέξεις, καταργεί λέξεις ή τις αντικαθιστά με κλισέ. Αυτή την περίοδο, που δεν τη λες και μικρή, βρισκόμαστε πάλι σε έξαρση του επίμαχου ραντεβού. Θα δείξει…
Ομότεχνους δεν ζηλεύω. Τους διαβάζω και τους θαυμάζω… Συμπτωματικά τα τελευταία χρόνια μου αρέσουν πολύ ο Μοντιανό, ο Αλεσσάντρο Πιπέρνο, ο Ζέμπαλντ, πάντα ο Γιόζεφ Ροτ και έλληνες σύγχρονοι που τους τηλεφωνώ για να τους πω μπράβο.

Η καθημερινότητά μου πριμοδοτεί την Αγία Ρουτίνα. Ξεκινώ με κηπουρική, έχω πολλά φυτά στη βεράντα και απορώ κατά πόσο θα ακυρωθούν τα προγνωστικά της μετεωρολογικής υπηρεσίας. Η συνέχεια έχει καφέ και εφημερίδες, κανονικές. Μετά προσπαθώ να μην εκνευριστώ με την βιασύνη της θερινής ώρας… που είναι σα να μου ληστεύει τον χρόνο….»