Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ BOVARY

Γιώργος Μιχαλακόπουλος: «Η σχέση με τη γυναίκα μου είναι ό,τι καλύτερο έχω στη ζωή μου»

Εξήντα χρόνια θέατρο. Εξήντα χρόνια με την ίδια γυναίκα. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος είναι μια μοναδική περίπτωση, γι΄αυτά και για πολλά ακόμα. Σταθερός σε πρόσωπα και πράγματα, πιστός σε αξίες και ιδανικά, συνδυάζει την πλούσια εμπειρία στη δουλειά και τη ζωή με ένα εφηβικό κέφι. Με το χιούμορ, τη σοβαρότητα και μια γοητευτική ειρωνεία που τον διακρίνει ερμηνεύει άλλον έναν ρόλο, παίζει με τα εγγόνια του, μιλάει για τον Κουν, θυμάται τη χούντα και πάει παρακάτω. Και στις 28 Φεβρουαρίου του 2018 θα κλείσει τα ογδόντα.... 

«Γεννήθηκα στην Αθήνα. Λεωφόρος Αλεξάνδρας - Γκύζη - Εξάρχεια, αυτή ήταν η περιοχή μου. Πήγαινα στο 5ο Γυμνάσιο Αρρένων. Το 5ο Γυμνάσιο τότε είχε ευτυχήσει να έχει μια τάξη με ανθρώπους που αργότερα είχαν να κάνουν με την τέχνη. Ο Γιάννης Φέρτης, ο Διαγόρας Χρονόπουλος, ο Θόδωρος Καλλιφατίδης, o Λυμπερόπουλος, το μετέπειτα βιολί της κρατικής ορχήστας, ο Ασημακόπουλος, ο κιθαρίστας, εγώ, συμμαθητές όλοι. Παιδιά των Εξαρχείων ήμασταν, το σχολείο ήταν στα Εξάρχεια. Εκεί έγιναν οι πρώτες παραστάσεις του 5ου Γυμνασίου Αρρένων, που όταν παίζονταν στο θέατρο Κεντρικόν, χάλαγε ο κόσμος. Παίζαμε όλοι μαζί ως μαθητές -ο καθένας από το πόστο του. Οι εισπράξεις πήγαιναν στο σχολείο».

Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου

«Εκεί γεννήθηκε η πρώτη μαγιά. Είχαμε έναν μουσικό, τον Χάγιο, ο οποίος μας είχε οργανώσει, μαζί με κάποιους φιλόλογους, και φτιάχτηκαν οι παραστάσεις. Είχε γίνει θεσμός, η 7η και η 8η τότε και μαζεύονταν όλα τα άλλα γυμνάσια να μας δουν. Είχαμε πολύ σουξέ...

Ημασταν όλοι ανύποπτοι τότε. Δεν ήξερα τι θα κάνω μετά το σχολείο, δεν το σκεφτόμουν καθόλου. Ο πατέρας μου ήταν μαρκόνης, ασυρματιστής, και κάθε τόσο μου έλεγε να φύγουμε στα καράβια, αλλά εγώ ούτε να το ακούσω...
Δεν ήμουν καλός μαθητής. Μέτριος ήμουν. Ούτε ιδιαίτερα διάβαζα. Θέατρο πήγαινα, λίγο. Αλλά δεν ήμουν διαβαστερός. Περισσότερο ήμουν ζωηρός, με παρέες στη γειτονιά, μπόλικος πετροπόλεμος. Ηταν εκείνα τα χρόνια, μετά την Κατοχή, κι ήμασταν παιδιά ζωηρά. Γεννήθηκε όμως στο Γυμνάσιο ένα σπέρμα περίεργο. Και πήγα και έδωσα στον Κουν, όπως και οι περισσότεροι από εμάς και σαν συνεννοημένοι βρεθήκαμε όλοι στο Θέατρο Τέχνης.

Δεν ήμουν και τύπος των περίεργων ομάδων και του παρασκηνίου. Κάτι με έσπρωχνε γενικά, συν την όποια αξιοσύνη είχα. Και προχώρησα
 

Ο πατέρας μου δεν δημιούρησε κανένα θέμα. Από την οικογένειά μου δεν είχα πρόβλημα. Είχα τρεις αδελφές, μεγαλύτερες. Ημουν ο κανακάρης, ο χαϊδεμένος της οικογένειας».

«Το κυρίως θέατρο το ανακάλυψα με τον δάσκαλό μου, τον Κουν. Ο Κουν ήταν ένα φαινόμενο. Ευτύχησα να πέσω σε μια τέτοια συγκυρία, εκεί λίγο πριν το ΄60, όπου έζησα τους «Ορνιθες», τις παραστάσεις στο Παρίσι, το Θέατρο των Εθνών. Επαιξα στα «Νέα Παιδιά» του Αντρέ Ζοζέ Λακούρ, στον «Αρτούρο Ούι», στους «Ορνιθες»... Εμεινα δύο χρόνια στο Τέχνης αφού τελείωσα τη σχολή κι ύστερα έφυγα.  Αισθάνθηκα ότι ό,τι είχα να πάρω το πήρα και θεώρησα καλό να βγω στον ελεύθερο στίβο. Και πήγα στον Μουσούρη αμέσως μετά, που τότε ήταν το τελωνείο του ελληνικού θεάτρου. Οποιος πέρναγε από τον Μουσούρη, ήταν πια επαγγελματίας ηθοποιός.
 

Δεν μπορώ να πω ότι αισθάνθηκα δυσκολίες στην αρχή. Ποτέ δεν πήγα σε οντισιόν, ποτέ δεν πήρα τηλέφωνο. Πότε η Λαμπέτη, πότε η Καρέζη, πότε ο Χορν, τα τηλεφωνήματα έπεφταν συνέχεια. Δεν ήμουν και τύπος των περίεργων ομάδων και του παρασκηνίου. Κάτι με έσπρωχνε γενικά, συν την όποια αξιοσύνη είχα. Και προχώρησα.
 
Τι είναι ταλέντο ούτε τώρα το ξέρω. Αισθανόμουν όμως καλά και ήξερα ότι αυτή είναι η δουλειά μου. Αφιερώθηκα και προχώρησα. Εχω παίξει όλο τον Αριστοφάνη, όλο το παγκόσμιο ρεπρτόριο, δεν μου έχει μείνει τίποτα, εξήντα χρόνια τώρα, δεν έχω αφήσει τίποτα».

Φωτογραφία: BOVARY
Φωτογραφία: BOVARY

«Στον Αριστοφάνη, η πρώτη στροφή στην πορεία μου ήταν με τον Μίνω (σ.σ. Βολανάκη) στον Λυκαβηττό με τη Συνοδινού στις «Εκκλησιάζουσες». Μετά ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Συνέχεια ήμουν μέσα στο ρεπερτόριο. Ερχόντουσαν τα πράγματα. Δεν ήμουν παιδί που είχα σχέσεις με κέντρα εξουσίας -γιατί τέτοια κέντρα πάντα υπήρχαν. Κάπου μάθαιναν ότι ένας ψηλός, αδύνατος, τα λέει και με φώναζαν. Ετσι προχώρησα.
 
Κινηματογράφο δεν έκανα πολύ -δεν άφηνε και ο Κουν. Εχει μείνει βασικά από μένα ο ποιητής Φανφάρας, του Ψαθά. Μετά στην τηλεόραση πρώτα ήταν το «Εκείνος κι εκείνος» και μετά οι σειρές του Κώστα Κουτσομύτη.

Mε την Αθηνά είμαστε μαζί, εξήντα χρόνια, ίσως και παραπάνω. Είναι ο άνθρωπος της ζωής μου

 Με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, που ήταν καθηγητής στη σχολή του Κουν, γνωριστήκαμε και συνδεθήκαμε στο θεατρικό «Ω τι κόσμος μπαμπά». Είχαμε μεγάλο σύνδεσμο, φιλικό, αδελφικό. Μέσα από τη δουλειά έκανα φίλους. Δεν ήμουν ηθοποιός της καμαρίλας, να κυνηγάω το παρασκήνιο. Ο Γιώργος Μοσχίδης είναι για μένα το έτερον ήμισυ. Είναι ένας ηθοποιός με τον οποίο έχω παίξει πάρα πολλά πράγματα, τον εκτιμώ, είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Ηξερε τους κώδικές μου και ήξερα τους δικούς του όταν βρισκόμαστε πάνω στη σκηνή. Οπως και με τον Μίμη τον Χρυσομάλλη, που ήμασταν συμμαθητές από τον Κουν.
 
Θιασάρχης έγινα επί χούντας. Αλλά ας μην μιλάμε για ηρωικές στιγμές γιατί έχει καταντήσει μαστίχα αυτή η ιστορία. Με το «Ω τι κόσμος μπαμπά» έγινα συνθιασάρχης με τον Βασίλη (σ.σ. Διαμαντόπουλο) και το πλήρωσα στα ΙΚΑ, δώδεκα χρόνια... Κι αν δεν υπήρχε η Αθηνά, η γυναίκα μου, δεν θα είχα καθαρίσει με τα χρέη».

«Γνώρισα την Αθηνά (σ.σ. Αθηνά Μιχαλακοπούλου) στη Σχολή του Κουν. Ημουν στο τρίτο έτος, έβγαινα, κι εκείνη ήταν στο πρώτο, έμπαινε. Από τότε είμαστε μαζί, εξήντα χρόνια, ίσως και παραπάνω. Είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Συνέχεια τον ανακάλυπτα και τον ανακαλύπτω. Δεν έχει σταματήσει αυτός ο διάλογος. Οχι, δεν είναι καθόλου κουραστικό να είσαι με τον ίδιο άνθρωπο, μια χαρά είναι.

Πιστεύω ότι θα της ήταν δύσκολο να αφήσει τη δική της πορεία στο θέατρο -δεν το ομολόγησε ποτέ. Εκανε πίσω για να αφήσει εμένα

 Παντρευτήκαμε όταν έπαιζε η Αθηνά, στον Πειραιά με τον Αλεξανδράκη, στο «Εγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, σε σκηνοθεσία του Σεβαστίκογλου και έκανε τη Σόνια. Μας πάντρεψε η Βουγιουκλάκη και ο Παπαμιχαήλ. Είχα πέσει τότε πάνω σε θιάσους που φώναζαν ποιος θα μας παντρέψει. Ηταν να μας παντρέψει η Δέσπω (σ.σ. Διαμαντίδου) αλλά τελικά κουμπάροι έγιναν η Αλίκη και ο Δημήτρης. Δεν κάναμε μετά παρέα -είχαμε παίξει λίγο μαζί με την Αλίκη, στο «Καμπαρέ».
 
Ημουν με την Αριστερά αλλά ποτέ σε κόμμα, ποτέ με ταυτότητα. Μας κυνήγησε όμως η χούντα, όπως κυνήγησε όλο τον ελληνικό λαό. Θυμάμαι, με το «Ω τι κόσμος μπαμπά» του Μουρσελά, μας είχε καλέσει ο στρατηγός ο Ραφαηλάκης στο στρατηγείο, στον σταθμό Λαρίσσης, να μας πει ότι το έργο πρέπει να κατέβει. Είχε έρθει εντολή από τη Θεσσαλονίκη -γιατί είχε πρώτα ανέβει στο Κρατικό. «Και πολύ παίξατε», μας είπε, «κόβεται».... Για να μην κοπεί, με άλλη άδεια, το πήρα και το πήγα περιοδεία, στην Κρήτη, κι έγινε σεισμός...»

«Κάπου μέσα στο έργο έλεγε ο Μουρσελάς «Πιστεύετε σ΄εμάς, πιστεύετε σ΄εμάς, πιστεύετε σ΄εμάς» και οι Κρητικοί φώναζαν «όι, όι, όι».... Την άλλη μέρα πήγαμε να φάμε με το Βασίλη σε ένα χωριό, και όπως γυρίζαμε, φτάνοντας στην παράσταση, μας πρόλαβε ο μηχανικός του θεάτρου για να μας πει να μην πάμε στο θέατρο. Είχε μπει το ΕΑΤ ΕΣΑ και τα είχε κάνει λίμπα. Μας διέλυσαν τα πάντα, μηχανήματα, σκηνικά, το σύμπαν, πλήρης καταστροφή. Κι εγώ με έναν θίασο στην πλάτη μου, δεκατέσσερα άτομα. Τότε ο στρατιωτικός διοικητής του Ηρακλείου μου είπε να κάτσω με την καρέκλα έξω από το θέατρο και να επιστρέφω τα εισιτήρια -γιατί είχαμε μεγάλη προπώληση. Την άλλη μέρα, κάθομαι στην καρέκλα, πίσω μου δύο σαν παλαιστές, κι να έρχονται οι κρητικοί να δώσουν πίσω  το εισιτήριο για να τους επιστρέψω τα λεφτά. Κι έτσι, εκεί, μπροστά στους ασφαλίτες, έλεγα «όι, όι, όι».... Αυτό το «όι, όι» το κρητικό μου έχει μείνει....

Δεν έχω εκπορνευθεί με ένα ρεπερτόριο που δεν πίστεψα. Δούλεψα πολύ, δουλεύω πολύ

 Μου κόστισε το θέατρο. Με τη γυναίκα που είχα, δώσαμε μαζί τις μάχες, και καταφέραμε και βγήκαμε στον αφρό.
 
Πιστεύω ότι θα της ήταν δύσκολο να αφήσει τη δική της πορεία στο θέατρο -δεν το ομολόγησε ποτέ. Εκανε πίσω για να αφήσει εμένα. Φυσικά και δεν της το ζήτησα εγώ, για όνομα του θεού. Ηταν και τα παιδιά, η οικογένεια, αλλά κυρίως ήταν για μένα...»

Φωτογραφία: NDP
Φωτογραφία: NDP

«Στο Εθνικό έμεινα για μια δεκαετία -ήμουν καθηγητής στη σχολή τότε. Και μετά πάλι έξω, στο ελεύθερο θέατρο. Ευτύχησα να παίξω με τον Χορν στον «Δον Ζουάν». Οι επιλογές μου ήταν πάντα καλές. Δεν ξέρω αν θα με πιστέψεις, αλλά με κυνήγησαν οι επιλογές, δεν τις κυνήγησα. Μου ερχόντουσαν σαν λουκούμι. Δεν έκανα πράγματα που δεν μου άρεσαν, ούτε ελαφρά...

Δεν θυμάμαι στιγμές ιστορικές κατά τις οποίες να ήμασταν σε μια ανάταση, πέραν της περιόδου του Πολυτεχνείου

 Δεν είναι μόνο θέμα σύμπτωσης και τύχης. Είναι και οι προσωπικές αντιστάσεις μου που έπαιξαν ρόλο σ΄όλο αυτό, το προσωπικό μου γούστο και η ανατροφή μου από το δάσκαλο, από τον Κουν. Ολα αυτά με επηρέασαν. Από τον Κουν μου έμεινε αυτό που μας έλεγε, ότι η δουλειά είναι το κυρίαρχο στο θέατρο, η επιμονή, να είσαι σχεδόν ασκητής σ΄ αυτό που κάνεις. Μας τα είχε μπολιάσει αυτά. Και παρ΄όλο που ήμουν στο εμπορικό θέατρο, πάντα μπροστά μου είχα μια βεντάλια επιλογών ρεπερτορίου και την ίδια πορεία κράτησα. Δεν έχω εκπορνευθεί με ένα ρεπερτόριο που δεν πίστεψα. Δούλεψα πολύ, δουλεύω πολύ. Δεν έχω άλλη δουλειά, αυτή έκανα, αυτή κάνω.
 

Δεν ήμουν ποτέ κλεισμένος στο καβούκι του καλλιτέχνη, ήμουν πάντα μέσα στη ζωή. Εκανα μαθήματα στις φυλακές, ασχολήθηκα με το θέμα των ναρκωτικών, στον δήμο της Αθήνας ήμουν αντιδήμαρχος νεολαίας επί χρόνια, πάντα ασχολιόμουν με τα κοινά. Αλλά ποτέ δεν ασχολήθηκα με τα βουλευτιλίκια. Γιατί πιστεύω ότι ο ηθοποιός που θα ασχοληθεί με την πολιτική, έχει χάσει την ιδιότητά του -αυτό έχω μάθει ιστορικά».

Eκείνος κι εκείνος
Eκείνος κι εκείνος

«Ολοι ανήκουμε σε έναν χώρο -όχι σε κόμμα. Πιστεύω ότι η πλατεία που σε παρακολουθεί από κάτω είναι πολύχρωμη και δεν δικαιούσαι να αποκλείεις ανθρώπους. Ασχολήθηκα σε ανοιχτά πεδία με την πολιτική. Κι ας είχα κρούσεις για να κατέβω στην πολιτική. Γενικώς με απογοητεύει η πολιτική, ειδικά στον καλλιτέχνη δεν κάνει καλό.
 
Σαν πολίτης αισθάνομαι άσχημα είτε αριστερά είναι πάνω είτε δεξιά. Γιατί οι πολιτικές δυνάμεις που τώρα υπάρχουν δεν με αντιπροσωπεύουν. Ξέρω ότι δεν έχουν ούτε όραμα ουσιαστικό, ούτε προοπτικές και γι΄αυτό δεν θα ήθελα να συμμετέχω. Εχω τα εσωτερικά μου πιστεύω αλλά δεν μου αρέσουν οι κομματικές ταυτότητες.

Κάνω τη δουλειά μου με μεράκι δεν την κάνω με αγγαρεία. Είμαι τόσο ανασφαλής όσο δεν μου φαίνεται

 Ναι, είμαστε σε μια κατάπτωση, αλλά δεν θυμάμαι και στιγμές ιστορικές κατά τις οποίες να ήμασταν σε μια ανάταση, πέραν της περιόδου του Πολυτεχνείου, που είχαμε ένα κοινό μέτωπο σ΄αυτό που γινόταν. Μετά καθένας μπήκε στο καβούκι του. Αντιπαλότητες, μιζέριες, μικρότητες, πόζα κομματική, πόζα πολιτική, πράγματα που εμένα δεν με ενδιαφέρουν.
 
Είμαι όμως βαθύτατα πολιτικό ον. Με θυμώνουν πολλά, πάρα πολλά. Σε ό,τι αφορά την παιδεία της δουλειάς μου, είναι ανύπαρκτη. Τι να συγκρίνω με την εποχή μου, όταν υπήρχε ο Κουν, ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, άλλα μεγέθη. Μοιραία εμείς ανατραφήκαμε σε ένα άλλο κλίμα. Τώρα αντίστοιχες προσωπικότητες δεν υπάρχουν. Πάντως δεν περνάμε εποχή με μεγέθη σήμερα, ούτε στην τέχνη ούτε την πολιτική. Μαζί πάνε αυτά, δεν είναι αποκομμένα».

«Νομίζω ότι τα πήγα καλά σαν πατέρας. Τα πολλά εύσημα ανήκουν στην Αθηνά. Εκείνη είναι η βάση της οικογένειας, κι εγώ από κοντά. Επεσα και σε καλά παιδιά... Είμαι ευτυχής που και η Ιωάννα και η Ελένη είναι μια χαρά. Η Ιωάννα είναι σκηνοθέτρια και η Ελένη ζωγράφος. Και οι δύο πήραν το μικρόβιο της τέχνης -ευτυχώς δεν έγιναν ηθοποιοί. Ζήσαν τον πόνο και τις χαρές. Αλλά ο πόνος είναι πιο μεγάλος. Πόνος, κόπος, αγωνία, ανασφάλεια, είναι στοιχεία της δουλειάς του καλλιτέχνη. Εζησα πολλά χρέη. Για να ξεμπλέξω πέρασαν δώδεκα χρόνια. Και το χρωστάω στην Αθηνά που άνοιξε τότε το μαγαζί με τα πλεκτά στο Κολωνάκι, μαζί με την Εξάρχουν και τη γυναίκα του Βασίλη Δημητρίου, το «Λανάρι». Ετσι πληρώσαμε τo ΙΚΑ και όλα τα χρέη.

Υπάρχουν ρόλοι που θα μπορούσα να τους είχα κάνει καλύτερα. Οχι, ποτέ δεν έχω φτάσει στο απόλυτο. Αν είχα φτάσει, θα είχα πεθάνει

Κάνω τη δουλειά μου με μεράκι δεν την κάνω με αγγαρεία. Είμαι τόσο ανασφαλής όσο δεν μου φαίνεται. Το τι έχει πληρώσει η Αθήνα εδώ και επτά μήνες με τον ρόλο μου στο «Τίμημα», μόνο εκείνη το ξέρει. Από την πρώτη ανάγνωση βλέπεις ότι είναι ένα σπουδαίο έργο, ενός πολύ μεγάλου συγγραφέα. Το ήξερα. Δουλεύοντάς το κατάλαβα ότι βρισκόμουν μπροστά σε μια ακτινογραφία της αστικής τάξης εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Συν ο ρόλος που με ερέθισε αρκετά.
 
Πώς χτίζεται ένας ρόλος; Σιγά-σιγά, όπως με την κολύμβηση. Βάζεις το δαχτυλάκι σου, το πόδι σου μετά. Ποτέ δεν πας κατευθείαν στα βαθιά. Πνίγεσαι. Βλέπεις τη θερμοκρασία. Δεν ορμάω. Μου παίρνει πολύ χρόνο, αλλά αυτός ο χρόνος με χτίζει. Κατ΄αρχήν απορρίπτω συνέχεια τον εαυτό μου. Το ότι δεν το εκπέμπω είναι το αποτέλεσμα. Η πορεία είναι απόρριψη στην απόρριψη. Σαν τον συγγραφέα που σβήνει και σβήνει και σβήνει. Αν ξεκινήσεις και πεις «το΄ χω», δεν έχεις τίποτα. Δεν ανακαλύπτεις ούτε σκιές ούτε γωνιές στον ρόλο σου. Τίποτα».

Με την κόρη του και σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου
Με την κόρη του και σκηνοθέτιδα Ιωάννα Μιχαλακοπούλου

«Ελπίζω ότι έχω πάντα τη φλόγα. Στις 28 Φεβρουαρίου κλείνω τα ογδόντα. Είμαι μια ολόκληρη ζωή στο θέατρο. Και δεν είπα ποτέ νισάφι, ποτέ. Ούτε τώρα ούτε παλιότερα.
 
Στη ζωή μου υπάρχει, εκτός από το θέατρο, ένα τεράστιο κομμάτι που λέγεται οικογένεια και ένα άλλο τεράστιο, που λέγεται φίλοι, παρέα. Είμαι κοινωνικό άτομο, όχι με την έννοια των πάρτυ, αλλά έχω τους φίλους μου, την πλάκα μου, το χιούμορ μου, είμαι ανθρώπινος. Δεν είμαι εντός σελοφάν. Βλέπω τι γίνεται γύρω μου. Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να αναπνέω καλά -κι αυτό με πλουτίζει.

Δεν είμαι καθόλου χαβαλετζής. Δεν ξέρω αν είμαι χαριτωμένος, αλλά είμαι χαρούμενος

Το επόμενο; Αν είναι να΄ρθει, θε να΄ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει. Αλλά πάντα υπάρχει κάτι επόμενο. Σ΄αυτή τη φάση είμαι πλήρης. Δεν έχω απωθημένα γύρω από τη δουλειά μου. Θα ήμουν αχάριστος.
 
Η επιτυχία και το χειροκρότημα, έχει σημασία όταν εσύ αισθάνεσαι καλά. Γιατί μπορεί να χειροκροτούν από κάτω και να ξέρεις ότι δεν ήσουν καλός. Μόνον εσύ ξέρεις τι έχεις πετύχει.... Υπάρχουν ρόλοι που θα μπορούσα να τους είχα κάνει καλύτερα. Οχι, ποτέ δεν έχω φτάσει στο απόλυτο. Αν είχα φτάσει, θα είχα πεθάνει. Αυτή είναι η ομορφιά. Κι αυτό που κάνω τώρα, το ψάχνω, κάθε βράδυ. Κινούμαι ανάμεσα στο γραφικό και το ρεαλιστικό. Ο Σόλομον είναι ανάμεσα στο παρίσταται και στο απουσιάζει. Δουλεύει σε δύο επίπεδα ο ρόλος κι έχει πολύ ενδιαφέρον».

Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου

«Είναι ωραίο να είσαι παππούς. Εχω δύο εγγονούς, έναν από την κάθε κόρη μου. Γίνομαι χειρότερος από τα εγγόνια. Παίζω, με πειράζουν, τα πειράζω, με τσιμπολογάνε. Τα τελευταία χρόνια άφησα το κέντρο και μένω στην Καλλιτεχνούπολη -κοντά και οι κόρες μου. 
 
Οι πειρασμοί στο θέατρο δεν με απασχόλησαν. Εχει να κάνει και με τη γυναίκα μου και με τον ρόλο που έπαιξε στη ζωή μου. Εραστής δεν ήμουν ποτέ. Δεν με πιστεύεις; Δεν λέω ψέματα. Τα ταμπούρια μου ήταν σταθερά. Πράγματι είναι τόσο εύκολο να αναπτύξεις σχέσεις μέσα στο θέατρο, τόσο εύκολο και τόσο εγκληματικό. Ούτε μπήκα ποτέ σε πειρασμούς για χρήματα. Ποτέ. Δεν ξεπουλάω τον εαυτό μου, δεν τον ξεπούλησα ποτέ. Που να μου έδιναν πετρελαιοπηγές...
 
Η σχέση με τη γυναίκα μου είναι ό,τι καλύτερο έχω στη ζωή μου.
Παρ΄όλες τις οχλήσεις της ζωής και της δουλειάς, όλο αυτό έχει να κάνει με το πως είσαι. Εξωτερικά δεν είχα καμία σοβαρότητα, εξωτερικά δίνω την αίσθηση του χαβαλετζή. Αλλά δεν είμαι καθόλου χαβαλετζής. Δεν ξέρω αν είμαι χαριτωμένος, αλλά είμαι χαρούμενος. Από εκεί και πέρα προσέχω. Προσέχω, για να έχω. Ειδάλλως θα τα είχα διαλύσει όλα».

 

 
 
«Το Τίμημα» του Αρθουρ Μίλερ σκηνοθετεί η Ιωάννα Μιχαλακοπούλου στο θέατο Ιλίσια. Παίζουν ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, ο Χρήστος Σαπουντζής, η Ρένια Λουιζίδου.