«Αμπρακατάμπρα»: Η ταινία του Πάμπλο Μπέργκερ θέτει το δίλημμα: «όμορφο ψέμα ή άσχημη αλήθεια;»
ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Αμπρακατάμπρα»: Η ταινία του Πάμπλο Μπέργκερ θέτει το δίλημμα: «όμορφο ψέμα ή άσχημη αλήθεια;»

Μια « υπνωτιστική» μαγική κωμωδία από την Ισπανία, και μια από τις πιο αποτυχημένες ληστείες όλων των εποχών πρωταγωνιστούν στις επιλογές αυτής της εβδομάδας.

  • Αμπρακατάμπρα (Abracadabra)

Σκηνοθεσία: Πάμπλο Μπέργκερ

Παίζουν: Μαριμπέλ Βερντού, Αντόνιο ντε λα Τόρε, Πρισίλα Ντελγκάδο

Περίληψη:

Η Κάρμεν ζει στα προάστια της Μαδρίτης με τον σύζυγο της, Κάρλος. Εκείνη είναι μια γυναίκα αφοσιωμένη στην οικογένειά της. Εκείνος είναι ένας εργάτης οικοδομών και οπαδός του ποδοσφαίρου, που ζει και αναπνέει για τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Μια μέρα, όμως, η ρουτίνα τους θα ανατραπεί, όταν στη δεξίωση του γάμου του ξαδέλφου της Κάρμεν, ο Πέπε, ένας ερασιτέχνης υπνωτιστής, θα εφαρμόσει τις «τεχνικές» του στον Κάρλος. Ο αντισυμβατικός Βάσκος σκηνοθέτης Πάμπλο Μπέργκερ μάς συστήθηκε το 2013 με τη δική του λυρική εκδοχή της «Χιονάτης» ( Blancanieves ), η οποία ήταν η επίσημη πρόταση της Ισπανίας για Ξενόγλωσσο Όσκαρ. Αυτή τη φορά επιστρέφει με μια υπνωτιστική μαύρη κωμωδία, γεμάτη μουσικές από τη δεκαετία του ’80 και ρετρό αισθητική.

Η ζωή μιας νοικοκυράς που ταλαιπωρείται από τον αυταρχικό της σύζυγο Κάρλος αλλάζει άρδην, όταν εκείνος σε μια ύπνωση καταλαμβάνεται από ένα παράξενο πνεύμα. Από εκείνη τη μέρα και μετά, η Κάρμεν έχει να αντιμετωπίσει έναν στοργικό σύντροφο και καλό πατέρα, που όμως δεν είναι αυτός που παντρεύτηκε, αλλά ένας μανιακός δολοφόνος. Έτσι ξεκινάει μια σουρεαλιστική περιπέτεια προκειμένου να φέρει πίσω τον Κάρλος.

Αν και σεναριακά ο Μπέργκερ φαίνεται επηρεασμένος από τον Γούντι Άλεν ( το θέμα της ύπνωσης και της αλλαγής προσωπικότητας το έχουμε δει και στην  Κατάρα του πράσινου σκορπιού»), κινηματογραφικά ακολουθεί την ισπανική παράδοση του μαγικού ρεαλισμού, συνδυάζοντάς την με ποπ στοιχεία, μια διάθεση παρωδίας, που όμως κάποιες φορές- ειδικά σε δευτερεύοντες ρόλους- φτάνει στα όρια μιας εξεζητημένης θεατρικότητας και κορεσμένα χρώματα σ’ αντίθεση με την ασπρόμαυρη «Χιονάτη» του.

Μικρές σκηνές όπως αυτή με το μεσήλικο ζευγάρι των swingers που έχουν φτιάξει ειδικά δωμάτια στα πρότυπα του ΙΚΕΑ, θα μπορούσαν να λειτουργούν και ως αυτόνομοι κωμικοί αυτοσχεδιασμοί, που ουσία σατιρίζουν την ισπανική κοινωνία, ενώ τα ηθικά διλήμματα της Κάρμεν που καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε ένα όμορφο ψέμα και μια άσχημη αλήθεια, αποτελούν τη βάση του αιρετικού σκηνοθέτη. Αναμειγνύοντας είδη και ρεύματα- το θρίλερ συναντάει το φανταστικό και το δράμα την κωμωδία, - ο Μπέργκερ με αυτή την ιδιαίτερη κωμωδία αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι είναι ένας δημιουργός με πρoσωπικό ύφος, που ξέρει να αφομοιώνει δημιουργικά τις επιρροές του, αν και με μια μεγαλύτερη προσοχή στις λεπτομέρειες θα μπορούσε να είχε αποφύγει κάποιες ατυχείς επιλογές.

  • Μια Αμερικάνικη Ληστεία (American Animals)

Σκηνοθεσία: Μπαρτ Λέιτον

Παίζουν: Έβαν Πίτερς, Αν Ντάουντ, Μπάρι Κέογκαν, Μπλέικ Τζένερ, Ούντο Κίερ

 

Περίληψη:

Ένα απρόβλεπτο κι ατίθασο αγόρι, τον Γουόρεν κι ο επίδοξος καλλιτέχνης Σπένσε, μαζί με δυο φίλους από το Λέξινγκτον, συνειδητοποιώντας ότι μπορεί ποτέ να μην γίνουν σημαντικοί στο μέλλον, διοργανώνουν μια ριψοκίνδυνη ληστεία σημαντικών βιβλίων από τη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου του Σπένσερ- ανάμεσά τους ένα αντίτυπο των «Πουλιών της Αμερικής» του Οντιμπόν, αξίας 10 εκ. δολαρίων.

Με πρεμιέρα στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Σάντανς 2018, η ταινία του Μπαρτ Λέιτον είναι η αληθινή ιστορία τεσσάρων φίλων που θρασύτατα κι εντελώς άσκεπτα επιχείρησαν να διαπράξουν μια από τις πιο ριψοκίνδυνες ληστείες στην ιστορία της Αμερικής.

Τέσσερις νεαροί φερέλπιδες φοιτητές ενός καλού πανεπιστημίου της Αμερικής αποφασίζουν να ληστέψουν από τη βιβλιοθήκη σπάνια χειρόγραφα αξίας πολλών εκατομμυρίων. Ο Γουόρεν, ατίθασος κι απαισιόδοξος σχετικά με το μέλλον του, ο Σπένσερ, καλλιτέχνης που αναζητάει εμπειρίες και βιώματα, μαζί με δυο ακόμα συμφοιτητές τους, σχεδιάζουν ακολουθώντας οδηγίες που βρίσκουν στο ίντερνετ και παρακολουθώντας ταινίες, μια ληστεία που πρέπει να έχει μείνει στα χρονικά ως η πιο εύκολη υπόθεση του FBI, μιας και οι επίδοξοι ληστές έκαναν το ένα λάθος πίσω από το άλλο.

Ο Λέιτον, που έρχεται από τον χώρο του ντοκιμαντέρ αναμειγνύει την ιστορία των τεσσάρων νεαρών με τις αφηγήσεις των αληθινών πρωταγωνιστών, συνδυάζοντας τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, και προσπαθεί να ρίξει φως στα αληθινά κίνητρα των κεντρικών του ηρώων. Με πικρό χιούμορ περιγράφει τις ατυχείς τους προσπάθειες και με μια μελαγχολική διάθεση καταγράφει τις εξομολογήσεις, αποκαθηλώνοντας έτσι το όνειρο της αστικής τάξης που ελπίζει ότι η ανώτερη μόρφωση θα σώσει τα παιδιά της. Αντίθετα οι δικοί του ήρωες αν και φοιτούν σε ένα καλό πανεπιστήμιο και τους περιμένει θεωρητικά μια σημαντική καριέρα, αρχίζουν να συνειδητοποιούν τη ματαιότητα, και λίγο από επιπολαιότητα ή ακόμα και έλλειψη σοβαρών στόχων στη ζωή, καταλήγουν στην « εύκολη λύση» μιας ληστείας. Έτσι ο Λέιτον ασχολείται με την ψυχολογία αυτών των παιδιών κι όχι τόσο με τη ληστεία, επενδύοντας αφενός στην ανατροπή μιας τυπικής heist movie, αλλά κυρίως εστιάζοντας στο πώς και γιατί μια ολόκληρη γενιά χάνει τον προσανατολισμό της.

  • SOS Ερχονται οι Βρετανοί (The Brits are Coming)

Σκηνοθεσία: Τζέιμς Χάσλαμ

Παίζουν: Ούμα Θέρμαν, Τιμ Ροθ, Σοφία Βεργκάρα, Άλις Ιβ, Πάρκερ Πόουζι

 

Περίληψη:

Ένα εκκεντρικό ζευγάρι Βρετανών απατεώνων, προσπαθώντας να ξεφύγουν από μία γκάγκστερ που τους καταδιώκει, ταξιδεύουν στο Λος Άντζελες και επιχειρούν να κλέψουν μεγάλης αξίας κοσμήματα με απρόβλεπτες συνέπειες και ξεκαρδιστικά αποτελέσματα.Ο Τζέιμς Χάσλαμ υπογράφει μια άνευρη κωμωδία που δεν σώζεται ούτε από τις εντυπωσιακές παρουσίες των κεντρικών πρωταγωνιστριών του.

Η Xάριετ και ο μόνιμα μεθυσμένος σύζυγός της Πίτερ είναι άσσοι στις απάτες, στις οποίες κι επιδίδονται με μεγάλη επιτυχία προκειμένου να ζουν πολυτελώς. Όταν όμως βρίσκονται να χρωστάνε στην αρχιγκάνγκστερ Ιρίνα, διαφεύγουν στο Λος Άντζελες, όπου προσπαθούν να οργανώσουν την τέλεια ληστεία και να αρπάξουν ένα δαχτυλίδι αμύθητης αξίας από την πρώην σύζυγο του Πίτερ για να πληρώσουν τα χρέη τους.

Άνευροι διάλογοι, αργοί ρυθμοί και κλισέ τύποι παρανόμων με εκκεντρικότητες που έχουμε δει δεκάδες φορές, συμπληρώνουν το καρέ μιας ταινίας με πρωτοκλασάτο καστ, που όμως δεν καταφέρνει ούτε το ενδιαφέρον μας να κεντρίσει ούτε να μας κάνει έστω να χαμογελάσουμε. Το πρόβλημα είναι κυρίως ότι η χιλιοειπωμένη ιστορία που υπογράφει ο Χάσλαμ με τον Κύπριο Άλεξ Μιχαηλίδης δεν προσπαθεί ούτε στο ελάχιστο να εφεύρει μια πρωτότυπη κατάσταση που θα μας έσωζε από την πλήξη.

  • Κηδεία είναι θα περάσει (Señor, Dame Paciencia/ Lord, Give Me Patience)

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Άλβαρο Ντίαθ Λορένθο

Παίζουν: Ρόσι ντε Πάλμα, Χορδί Σάντσεθ, Αντρές Βελενκόσο, Εδουάρδο Καζανόβα, Μέγκαν Μοντανέρ, Σίλβια Αλόνσ

 

Περίληψη:

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο της γυναίκας του, ο Γκρεγκόριο, ένας γκρινιάρης συντηρητικός άντρας και φανατικός οπαδός της Ρεάλ Μαδρίτης πρέπει να εκπληρώσει την τελευταία της επιθυμία: ένα Σαββατοκύριακο με τα παιδιά τους και τους συντρόφους τους στο Σανλούκαρ, για να πετάξουν τις στάχτες της στο ποτάμι. Το επεισοδιακό road trip ενός φανατικά παραδοσιακού πάτερ φαμίλια με τα τρία ενήλικα και αντισυμβατικά παιδιά του με την υπογραφή του βραβευμένου Άλβαρο Ντίαθ Λορένθο .

Ένας συντηρητικός οικογενειάρχης, ο Γκεργκόριο χάνει απρόσμενα την αγαπημένη του γυναίκα- που την υποδύεται η μούσα του Αλμοδόβαρ Ρόσι ντε Πάλμα. Σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία, οι στάχτες τις πρέπει να διασκορπιστούν στη γενέτειρά της. Έτσι εκείνος ξεκινάει με τα «εκκεντρικά» του παιδιά ένα ταξίδι συμφιλίωσης, αφού πρέπει να αποδειχτεί μια σειρά από καταστάσεις κι « ιδιαιτερότητες». Η κόρη του Σάντρα, που είναι παντρεμένη με έναν Καταλανό και σκληροπυρηνικό οπαδό της Μπαρτσελόνα, θέλει να στείλει το -αγέννητο ακόμα- εγγόνι του σε ένα δίγλωσσο καταλανο-αγγλικό σχολείο στη Βαρκελώνη. Η άλλη κόρη του, Αλίσια, βγαίνει με έναν αναρχικό χίπη και ο γιος του Κάρλος, στον οποίο δεν μιλάει τους τελευταίους έξι μήνες από τότε που αποκάλυψε ότι είναι ομοφυλόφιλος, καταφτάνει με τον Βάσκο μαύρο φίλο του.

Το μοτίβο μιας δυσλειτουργικής οικογένειας που ενώνεται τελικά σε ένα εντελώς προβλέψιμο φινάλε, είναι η βάση του Λορένθο, που χρησιμοποιεί όλα τα στερεότυπα μιας τυπικής family comedy, αντιμετωπίζοντας εύπεπτα σοβαρά ζητήματα κι επιμένοντας σε εγχώρια θέματα, όπως τη διαμάχη Καταλανών και Ισπανών, για τα οποία ένας ξένος θεατής πιθανόν δεν έχει σαφή εικόνα. Ταυτόχρονα, προκειμένου να ελαφρύνει το κλίμα, σκοπίμως παραβλέπει τον λόγο του ταξιδιού- δηλαδή τον θάνατο της μητέρας- πράγμα που αν είχε αξιοποιήσει, θα μπορούσε να προσδώσει στοιχεία μαύρης κωμωδίας σε μια ταινία που οριακά σώζεται από την κοινοτοπία.

Οι δε σκηνές του Γκρέγκοριο που συνομιλεί με την «ζωντανή» φωτογραφία της γυναίκας θυμίζουν παλιό ελληνικό κινηματογράφο.

  • Βάλε τη Γιαγιά στο Ψυγείο (Metti La Nonna In Freeze)

Σκηνοθεσία: Τζιανκάρλο Φοντάνα, Τζουζέπε Τ. Στάζι

Παίζουν: Φάμπιο Ντε Λουίτζι, Μίριαμ Λεόνε, Λουτσία Οκόνε, Μαρίνα Ρόκο

 

Περίληψη:

Είναι αποδεκτό να κλέβουμε το κράτος όταν νιώθουμε ότι μας κλέβει κι εκείνο; Αυτό είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει η Κλαούντια, μια νεαρή συντηρήτρια αρχαιοτήτων που καταφέρνει να τα βγάζει πέρα χάρη στη σύνταξη της γιαγιάς της, καθώς η αρμόδια δημόσια υπηρεσία καθυστερεί να την πληρώσει.

Όταν όμως η γιαγιά ξαφνικά εγκαταλείπει τον μάταιο τούτο κόσμο, η χρεοκοπία της χτυπάει την πόρτα, οπότε εκείνη, με τη βοήθεια του προσωπικού της, «παγώνει» τη γιαγιά προκειμένου να συνεχίσει να εισπράττει τη σύνταξή της, μέχρις ότου το κράτος τής καταβάλλει αυτά που της οφείλει. Όταν η λύση για όλα τα προβλήματα της Κλαούντια αρχίζει να αχνοφαίνεται, ο Σιμόνε Ρέτσια, ο άφθαρτος - και ίσως λίγο αδέξιος - αξιωματικός της αστυνομίας οικονομικού εγκλήματος, την ερωτεύεται παράφορα.

Ιταλική μαύρη κωμωδία για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, βασισμένη σε μια πραγματική ιστορία.

Μόνο που εδώ πρωταγωνίστρια είναι η Κλαούντια -κι όχι μια οικογένεια, όπως είχε συμβεί στην πραγματικότητα- μια συντηρήτρια αρχαιοτήτων, στην οποία του κράτος οφείλει πολλά χρήματα. Εκείνη δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα και ουσιαστικά ζει από τη σύνταξη της γιαγιάς της. Όταν όμως η τελευταία πεθαίνει, η Κλαούντια βρίσκεται αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία. Τότε οι φίλες της την πείθουν να βάλει τη γιαγιά στο ψυγείο, ώστε να συνεχίσει να παίρνει τη σύνταξη. Ταυτόχρονα όμως η Κλαούντια θα ερωτευτεί έναν νομοταγή αστυνομικό που εργάζεται στη δίωξη οικονομικού εγκλήματος , γεγονός που θα την οδηγήσει σε μια σειρά από περιπέτειες.

Το σκηνοθετικό ζευγάρι των Τζιανκάρλο Φοντάνα και Τζουζέπε Τ. Στάζι, που έγιναν γνωστοί μέσα από ένα βίντεο για τον Μπερλουσκόνι, εκμεταλλεύονται την κρίση του ευρωπαϊκού Νότου και δημιουργούν μια κωμωδία καταστάσεων, με έντονο φαρσικό στοιχείο, που όμως γρήγορα χάνει το μέτρο και υποκύπτει σε σεναριακές ευκολίες και ατυχή γκανγκ. Πάντως, ο ταλαντούχος Φάμπιο Ντε Λουίτζι και η εντυπωσιακή Μίριαμ Λεόνε πάντως κάνουν τα αδύνατα δυνατά και κρατούν τις ισορροπίες σε μια ταινία, που αν είχε παραμείνει στα όρια μιας μεσογειακής ρομαντικής κομεντί θα είχε σίγουρα καλύτερη τύχη.

Σχέδιο Απόδρασης 2: Άδης (Escape Plan 2: Hades)

Σκηνοθεσία: Στίβεν Γ. Μίλλερ

Παίζουν: Σιλβέστερ Σταλόνε, Ντέιβ Μπαουτίστα, Σιαομίνγκ Χουάνγκ, Κέρτις "50 Cent" Τζάκσον, Τζέιμι Κινγκ, Τζέσε Μέτκαλφ, Γουές Τσάταμ, Λύντια Χουλλ

 

Περίληψη:

Ο Ρέι Μπρέσλιν είναι αρχηγός μίας επίλεκτης ομάδας ειδικών ασφαλείας που εκπαιδεύεται στην τέχνη της δραπέτευσης από τις πιο αδιαπέραστες φυλακές του κόσμου. Όταν ο πιο αξιόπιστος πράκτοράς του, Σου Ρεν, πέφτει θύμα απαγωγής και εξαφανίζεται μέσα στην πιο περίτεχνη φυλακή που κατασκευάστηκε ποτέ, ο Ρέι πρέπει να κάνει τα πάντα για να τον εντοπίσει.

Η συνέχεια του «Σχεδίου Απόδρασης» (2013), που σηματοδότησε τη συνεργασία δυο μεγάλων σταρ της δεκαετίας του '80,του Σιλβέστερ Σταλόνε και του Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, μοιάζει τόσο κουρασμένη που σε σημεία καταντάει έως και ασυνάρτητη. Αυτή τη φόρα ο Σλάι μένει μόνος του και ως Ρέι Μπρέσλιν διοικεί μια ομάδα που βοηθά σε αποδράσεις από φυλακές ασφαλείας. Όταν όμως ένας από τους άνδρες του, ο Σου, συλλαμβάνεται σε μια αποστολής προστασίας ενός μεγιστάνα δορυφορικών επικοινωνιών και μεταφέρεται στην τρομερή φυλακή Άδης, τότε εκείνος πρέπει να κάνει το καθετί για να τον βγάλει.

Η προηγούμενη ταινία κινήθηκε στα πλαίσια του θρίλερ, όμως εδώ ο Μίλερ που αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία με γρήγορη κάμερα -μερικές φορές πιο γρήγορη από όσο αντέχει ο θεατής - και μια συνεχή μουσική υπόκρουση αρκετά φλύαρη επιλέγει τον δρόμο των action movies . Όμως το απόλυτο σεναριακό κενό, η βιαστική του σκηνοθεσία και οι μέτριες ερμηνείες των ηθοποιών μάς κάνουν να αναρωτιόμαστε με ποιο σκεπτικό αποφασίστηκε αυτό το sequel. Επίσης ο Σταλόνε , που παροπλισμένος ως επί το πλείστον σε ένα γραφείο μοιάζει σαν βαριεστημένος βετεράνος, αν συνεχίσει έτσι σύντομα θα κάνει το κοινό του να ξεχάσει τον Ρόκι και τον Ράμπο.

Ουρανοξύστης (Skyscraper)

Σκηνοθεσία: Ρόουσον Μάρσαλ Θάρμπερ

Παίζουν: Ντουέιν Τζόνσον, Νιβ Κάμπελ, Νόα Τέιλορ, Ρόλαντ Μιούλερ

 

Περίληψη:

Ο πρώην πράκτορας του FBI, Γουίλ Σόγιερ ζει στον ψηλότερο και πιο ασφαλή ουρανοξύστη του Χονγκ Κονγκ μαζί με την οικογένειά του. Ο ουρανοξύστης αυτός, γνωστός και ως το «Μαργαριτάρι», στεγάζει ολόκληρες κοινωνίες και παρά τις προειδοποιήσεις του Σόγιερ, που είναι ο υπεύθυνος ασφαλείας, τα αφεντικά του επιμένουν πως δεν υπάρχει περίπτωση ατυχήματος. Όταν τρομοκράτες θα επιτεθούν στο κτίριο, ο Σόγιερ θα κάνει τα πάντα για να σώσει την οικογένειά του και να αποδείξει πως δεν βρίσκεται πίσω από την επίθεση. Ο Ντουέιν Τζόνσον πρωταγωνιστεί στην ταινία της Legendary στον ρόλο του Γουίλ Σόγιερ, πρώην επικεφαλή της Ομάδας Διάσωσης Ομήρων του FBI και βετεράνου πολέμου, ο οποίος, μετά από αναγκαστική απόσυρση από την ενεργό δράση λόγω τραυματισμού, προσφέρει υπηρεσίες ασφαλείας σε ουρανοξύστες. Σε μια αποστολή στην Κίνα ενοχοποιείται για την ξαφνική ανάφλεξη τμήματος του ψηλότερου, πιο εξελιγμένου και (θεωρητικά) ασφαλέστερου ουρανοξύστη, την ασφάλεια του οποίου είχε μόλις αναλάβει.

Ο Γουίλ προσπαθεί να βρει τους υπαίτιους της φωτιάς και να σώσει την οικογένειά του που είναι παγιδευμένη μέσα στο κτίριο. Η ταινία εμπνέεται από έναν κινέζικο μύθο που ονομάζεται «Το Μαργαριτάρι Δράκος» κι αφορούσε σε ένα μαργαριτάρι που βρήκε ένα αγόρι και το οποίο, χάρη στις μαγικές του δυνάμεις, έδωσε τέλος στην παρατεταμένη ξηρασία του τόπου. Όταν κάποιοι πήγαν να κλέψουν το μαργαριτάρι από το αγόρι, εκείνο το κατάπιε και μεταμορφώθηκε σε οργισμένο δράκο που εξαφανίστηκε μέσα στα νερά ενός ποταμού κι από εκεί συνεχίζει να προστατεύει το χωριό και τους κατοίκους του.

Το 2016 ο Ντουέιν Τζόνσον και ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ρόουσον Μάρσαλ Θάρμπερ, ολοκληρώνοντας τα γυρίσματα της κωμικής περιπέτειας «Κεντρική Ευφυΐα», ξεκίνησαν να συζητούν για την επόμενη συνεργασία τους, αναζητώντας ένα είδος χαρακτήρα που να μην έχει προσεγγίσει ποτέ ο ηθοποιός μέχρι σήμερα. Και η απόφαση ήταν να δημιουργήσουν έναν ήρωα ευάλωτο συναισθηματικά. Έτσι προέκυψε ο «Ουρανοξύστης», που έχει επηρεαστεί σαφώς από ταινίες όπως το «Πολύ Σκληρός Για Να Πεθάνει», «Ο Φυγάς» και «Ο Πύργος της Κολάσεως».

Ξενοδοχείο για Τέρατα 3: Ώρα για διακοπές (Hotel Transylvania 3: A Monster Vacation)

Σκηνοθεσία: Τζέντι Ταρτακόφσκι

Με τις φωνές των: Άνταμ Σάντλερ, Άντι Σάμπεργκ, Σελένα Γκομέζ, Κέβιν Τζέιμς, Ντέιβιντ Σπέιντ, Στίβ Μπουσέμι / (στα ελληνικά ) Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Νατάσσα Σιδηροκαστρίτου

 

Περίληψη:

Η αγαπημένη μας οικογένεια πάει ταξίδι με ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο για τέρατα. Έτσι ο Ντρακ θα κάνει κι αυτός μια φορά διακοπές, αντί να φροντίζει τις διακοπές όλων των άλλων στο ξενοδοχείο. Όλοι περνούν υπέροχα, παίρνοντας μέρος στις δραστηριότητες που προσφέρονται στο πλοίο, όπως βόλεϊ για τέρατα, εξωτικές εξορμήσεις και φεγγαρο-θεραπεία.

Οι ονειρεμένες διακοπές όμως μετατρέπονται σε εφιάλτη, όταν η Μέϊβις αντιλαμβάνεται πως ο Ντρακ έχει ερωτευτεί τη μυστηριώδη καπετάνιο, την Έρικα, η οποία κρύβει ένα επικίνδυνο μυστικό που θα μπορούσε να καταστρέψει όλα τα τέρατα. Όλοι αξίζουν διακοπές, ειδικά ο εργασιομανής Ντρακ, ο περίφημος ιδιοκτήτης του «Ξενοδοχείου για Τέρατα» και ο πιο τρυφερός πάτερ φαμίλιας για την οικογένεια και τους φίλους του. Στην τρίτη ταινία της σειράς, που έχει σημειώσει τεράστια επιτυχία κι έχει δημιουργήσει φανατικό κοινό, η λατρεμένη δρακουλοπαρέα βάζει αντηλιακό και μαγιό, όπως κάθε φυσιολογική παρέα αυτού του κόσμου, και επιβιβάζεται όλο προσδοκία σε ένα πολυτελές κρουαζιερόπλοιο με εξωτικούς προορισμούς.

Αυτή τη φορά, το επίπεδο animation και θεάματος της ταινίας μάς ταξιδεύει σε φαντασμαγορικά μέρη, μας αποκαλύπτει επιτέλους τι συμβαίνει στο Τρίγωνο των Βερμούδων και πώς μοιάζει η χαμένη Ατλαντίδα. Όλα αυτά σκηνοθετημένα από τον Τζέντι Ταρτακόφσκι, που είχε αναλάβει και τις δύο πρώτες ταινίες και που εδώ βρίσκει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του animation στο έπακρο, συνυπογράφοντας και το σπαρταριστό σενάριο.

Ξένος ανταποκριτής (Foreign Correspondent)

Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ

Παίζουν: Τζόελ Μακ Κρι, Λάρεν Ντέι, Χέρμπερτ Μάρσαλ

 

Περίληψη:

Ένας δημοσιογράφος μπλέκεται άθελά του σε ένα δίκτυο ναζί κατασκόπων κι αγωνίζεται να σώσει έναν ηλικιωμένο επιστήμονα. Υποψήφια για έξι Όσκαρ (ανάμεσά τους και αυτό της Καλύτερης Ταινίας) διασκευή των πολιτικών απομνημονευμάτων του Βίνσετ Σιάαν από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, που αποθεώθηκε για τις ερμηνείες των ηθοποιών, ενώ μέρος της κριτικής τη θεώρησε αρκετά «προπαγανδιστική».

Ο δημοσιογράφος Τζόνι Τζόουνς στέλνεται στην Ευρώπη για να παρακολουθήσει από κοντά τις προσπάθειες ενός σημαντικού «Οργανισμού για την Ειρήνη» που συνεργάζεται με έναν Ολλανδό πολιτικό. Επικεφαλής αυτού του Οργανισμού είναι ο Στίβεν Φίσερ, που στην πραγματικότητα εργάζεται ως πράκτορας των εχθρών και προσπαθεί να εξοντώσει τον Ολλανδό ειρηνιστή. Ο Τζόνι Τζόουνς όμως αντιλαμβάνεται τη συνωμοσία και καταδιώκει τον Φίσερ, σκοπεύοντας να πετύχει μία μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία και παράλληλα να κερδίσει την κόρη του κατασκόπου.

  • Χθες, σήμερα, αύριο (Lerri, Oggi, Domani)

Σκηνοθεσία: Βιτόριο Ντε Σίκα

Παίζουν: Σοφία Λόρεν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι

 

Περίληψη:

Οι ιστορίες τριών γυναικών στην Ιταλία του Μεσοπολέμου. Μια από τις πιο γνωστές και επιτυχημένες ιταλικές κωμωδίες, που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Μέσα από τρεις ιστορίες παντρεμένων γυναικών στην Ιταλία του Μεσοπολέμου, ο Ντε Σίκα και ο μόνιμος σεναριογράφος του Τσέζαρε Ζαβατίνι (πάνω σε ιστορίες του Εντουάρντο Ντε Φίλιπο, του Αλμπέρτο Μοράβια και μία δική του) μιλούν με χιούμορ, αλλά και κριτική ρεαλιστική ματιά για τη θέση της γυναίκας στην ιταλική κοινωνία.

Στη Νάπολη, η Αντζελίνα πουλά λαθραία τσιγάρα για να συντηρεί τον εαυτό της και τον άνεργο σύζυγο της, που της «χαρίζει» το ένα μωρό μετά το άλλο για να αποφύγει τη φυλακή. Στο Μιλάνο, η Άννα, μια σύζυγος της υψηλής κοινωνίας γίνεται έξω φρενών όταν ο νεαρός εραστής της καταστρέφει το πολύτιμο της καμπριολέ αυτοκίνητο. Και στην Τρίτη, η Σοφία Λόρεν, υποδύεται μια πόρνη στη Ρώμη, που με το εκρηκτικό της στριπτίζ ξετρελαίνει κυριολεκτικά, από πόθο, ένα νεαρό που προορίζεται για την Εκκλησία.