Η Eμα Τόμσον στο «Νόμος περί τέκνων»
Η Eμα Τόμσον στο «Νόμος περί τέκνων»
EMMA THOMPSON

«Νόμος περί τέκνων»: H σπουδαία ερμηνεία της Έμα Τόμσον ανοίγει τον δρόμο για τα Όσκαρ

Μεγάλες ερμηνείες αυτή την εβδομάδα από την Έμα Τόμσον που υποδύεται την δικαστή Φιόνα στο «Νόμος περί τέκνων», αλλά και τον Μπενίσιο Ντε Τόρο που γίνεται ο Τσε Γκεβάρα, ενώ η έκτη «Επικίνδυνη αποστολή» του Τομ Κρουζ είναι πιο συναρπαστική από ποτέ.

Νόμος Περί Τέκνων

(The Children Act)

Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Έιρ

Παίζουν: Έμα Τόμσον, Στάνλεϊ Τούτσι, Μπεν Τσάπλιν

Περίληψη: Η Φιόνα είναι μια διακεκριμένη δικαστής, ειδική σε περίπλοκες υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Ο υπέρογκος φόρτος εργασίας τής έχει στοιχήσει στην προσωπική της, αφού ο γάμος της με τον Αμερικανό σύζυγό της Τζακ βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, η Φιόνα καλείται να αποφασίσει για την πολύ επείγουσα υπόθεση ενός νεαρού μάρτυρα του Ιεχωβά, που πάσχει από λευχαιμία, αλλά αρνείται τη μετάγγιση αίματος.

Ακόμα ένα βιβλίο του Ίαν ΜακΓιούαν μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη με την Έμα Τόμσον, σε μια σπουδαία ερμηνεία που θα είναι έκπληξη αν δεν βρεθεί στις οσκαρικές υποψηφιότητες.

H Βρετανή δικαστής Φιόνα, ειδική σε οικογενειακές υποθέσεις περνάει μια προσωπική κρίση όταν ο Αμερικανός σύζυγός της και καθηγητής πανεπιστημίου τής ανακοινώνει ότι δεν είναι πλέον ικανοποιημένος από τον γάμο τους, ζητώντας τη συγκατάθεσή της να συνάψει μια εξωσυζυγική σχέση. Την ίδια περίοδο μια υπόθεση που έχει βρεθεί στα φώτα της δημοσιότητας, την απασχολεί ιδιαίτερα: ένας ανήλικος μάρτυρας του Ιεχωβά που πάσχει από λευχαιμία και χρειάζεται άμεσα μετάγγιση αίματος που θα του σώσει τη ζωή, αρνείται τη θεραπεία. Στο πλευρό του και οι γονείς του, που ρισκάρουν τη ζωή του γιου τους εν ονόματι της πίστης τους. Η Φιόνα τότε αποφασίζει να τον επισκεφτεί στο νοσοκομείο και να συζητήσει μαζί του, γεγονός που θα σταθεί καθοριστικό για τον νεαρό ασθενή, αλλά και για την ίδια, μιας και θα της ξυπνήσει κρυμμένα συναισθήματα.

Μια απλή θεωρητικά υπόθεση, λαμβάνει απρόσμενες διαστάσεις στο μυθιστόρημα του Ιαν ΜακΓιούναν και ο Ρίτσαρντ Έιρ ακολουθεί κινηματογραφικά δυο παράλληλες στην ουσία ιστορίες, που όμως αφορούν το ίδιο πρόσωπο, χωρίς να ξεκαθαρίζει τελικά ποιο είναι το κρυφό νήμα που τις ενώνει. Καταγράφοντας όμως σκηνές από την επαγγελματική και την προσωπική ζωή της Φιόνα, αφήνει τον θεατή να αποφασίσει τελικά για τα κίνητρα που οδηγούν την κεντρική του ηρωίδα.

Με μια κλασική, αρκετά συμβατική, πλην όμως συμπυκνωμένη κινηματογράφηση, ο Έιρ θέτει τελικά ζητήματα πίστης και δικαιοσύνης, που αντιπαραβάλλονται με τις εσωτερικές συγκρούσεις των πρωταγωνιστών του, χωρίς ποτέ να γίνεται διδακτικός. Οι έμμεσες british style αναφορές του και ο τρόπος που χρησιμοποιεί μια απλή κατά τα φαινόμενα δικαστική υπόθεση είναι μια έξυπνη επιλογή, που στην ουσία περιγράφει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, πράγμα που διαχειρίζεται σε ικανοποιητικό βαθμό, αν και σε κάποια σημεία χάνει τον ρυθμό του.

Το ισχυρό βέβαια ατού του Έιρ είναι το καστ του. Η Έμα Τόμσον υποστηρίζει με όλο της το είναι την δικαστή Φιόνα, δημιουργώντας απρόσμενες κορυφώσεις κι εντάσεις με μια δεξιοτεχνία που αξίζει σίγουρα πολλά βραβεία, ενώ στο πλευρό της ο Στάνλει Τούτσι αλλά κι ο Μπεν Τσάπλιν αποδεικνύονται άξιοι συνεργάτες μιας μεγάλης ηθοποιού σε μια από τις αξιομνημόνευτες στιγμές της καριέρας της.

Τσε: Ο Αργεντίνος

(Che: Part One)

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ

Παίζουν: Μπενίσιο ντελ Τόρο, Οσκαρ Αϊζακ, Τζούλια Ορμόντ

 

Περίληψη: Το 1956 ο Φιντέλ Κάστρο σαλπάρει για την Κούβα με ογδόντα αντάρτες. Μαζί τους και ένας νεαρός αργεντινός γιατρός, ο Τσε. Σκοπός όλων η ανατροπή του δικτάτορα Μπατίστα.

Το πρώτο μέρος του έπους του Στίβεν Σόντερμπεργκ για τη θρυλική φιγούρα του Τσε Γκεβάρα - το δεύτερο ονομάζεται «The Guerilla «( ο Επαναστάτης)- που χάρισε το Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών το 2008 στον εκπληκτικό Μπενίσιο ντελ Τόρο.

Ο Σόντεμπεργκ εστιάζει στην περίοδο που ο Φιντέλ Κάστρο με τη βοήθεια του Τσε ανέτρεψε τον Μπατίστα, αφήνοντας απέξω τα όποια βιογραφικά στοιχεία για την καταγωγή, τα παιδικά ή τα νεανικά χρόνια του ήρωά του, ενώ ελάχιστα στοιχεία δίνει για την προσωπική ζωή - ας πούμε το γεγονός ότι είναι παντρεμένος κι έχει ένα παιδί το μαθαίνουμε μετά από μιάμιση ώρα! Έτσι ξεκινάει ουσιαστικά από τις 26 Νοεμβρίου του 1956, όταν ο Φιντέλ Κάστρο φτάνει στην Κούβα με ογδόντα αντάρτες. Ανάμεσά τους είναι κι ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, ένας Αργεντίνος γιατρός που έχει τον ίδιο στόχο με τον Κάστρο: την ανατροπή του διεφθαρμένου δικτάτορα Μπατίστα. Ο Τσε ρίχνεται στον αγώνα και κερδίζει την αναγνώριση των συντρόφων του, αλλά και του Κουβανικού λαού, μέχρι που καταλήγει σε ήρωα της επανάστασης και είδωλο του εικοστού αιώνα.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης κινείται σε δυο παράλληλες αφηγήσεις: από τη μια με έγχρωμη φωτογραφία- εξαιρετική η δουλειά του Πίτερ Άντριους- αφηγείται τα γεγονότα σαν πολεμική ταινία, από την άλλη με ασπρόμαυρο γύρισμα που θυμίζει την κινηματογραφική αισθητική της δεκαετίας του ’60 και το ντοκιμαντέρ, ακούμε μια συνέντευξη του Τσε σε μια δημοσιογράφο, που ουσιαστικά αποκαλύπτει τον αντίκτυπο όλων όσων διαδραματίστηκαν εκείνη την περίοδο.

Με πολύ καλό ρυθμό στο μοντάζ, που επιλέγει ποτέ να μην ανοίγει προκειμένου να χωρέσει μια πιο προσωπική στιγμή του μεγάλου επαναστάτη και σίγουρα με αίσθημα θαυμασμού τόσο για τον ίδιο τον Τσε όσο και για όσα εκπροσωπεί, ο Σόντεμπεργκ ουσιαστικά καταγράφει τον αγώνα μιας πολιτικής ιδεολογίας να επικρατήσει κατά της τυραννίας, παραλείποντας μάλλον σκόπιμα τα όποια μελανά σημεία της Ιστορίας. Έτσι συχνά η εντυπωσιακή του σκηνοθεσία καταλήγει σε μια αγιογραφία μιας κορυφαίας φυσιογνωμίας, που δεν λαμβάνει πάντα σοβαρά υπόψη της το πολύπλοκο πολιτικό σκηνικό πίσω από τον μύθο.

Ο εξαιρετικός Μπενίτσιο Ντελ Τόρο, πολύ καλά διαβασμένος, γίνεται ο Τσε, αποδίδοντας τη φλόγα και το πάθος του ήρωά του με εσωτερική ένταση, ενώ χειρίζεται εξαιρετικά μικρές λεπτομέρειες της ζωής του, όπως το γεγονός ότι έπασχε από άσθμα, με έναν διοφυή τρόπο, αποκαλύπτοντας έτσι κάποιες από τις ευάλωτες πλευρές μιας εμβληματικής προσωπικότητας.

Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση

(Mission: Impossible – Fallout)

Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ ΜακΚουάρι

Παίζουν: Τομ Κρουζ, Χένρι Κάβιλ, Βινγκ Ρέιμς, Σάιμον Πεγκ, Ρεμπέκα Φέργκιουσον, Σον Χάρις, Άντζελα Μπάσετ, Άλεκ Μπάλντουιν

Περίληψη: Στο «Επικίνδυνη Αποστολή: Η Πτώση», ο Ίθαν Χαντ και τα μέλη της ομάδας IMF συντάσσονται με γνώριμους συμμάχους, καθώς ο χρόνος μετρά αντίστροφα μετά από μια αποστολή που πήγε στραβά.

Ο Τομ Κρουζ επιστρέφει στην έκτη και πιο χορταστική ταινία του επιτυχημένου εισπρακτικά κινηματογραφικού franchise, πιο τολμηρός από ποτέ.

Αυτή τη φορά στο σκηνοθετικό τιμόνι αλλά και στη συγγραφή του σεναρίου βρίσκεται ο Κρίστοφερ ΜακΚουάρι, που έχει διαλέξει μια άλλη οπτική γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα μας αποκαλύπτει την πιο σκοτεινή και ανθρώπινη πλευρά του Ίθαν Χαντ .

Έτσι λοιπόν όλη η IMF κι ο Ίθαν ταξιδεύουν σε μια σειρά από εντυπωσιακές τοποθεσίες ( Ρώμη, Παρίσι, Νορβηγία και Νέα Ζηλανδία, για να αποτρέψουν μια πυρηνική καταστροφή που απειλεί το 1/3 της ανθρωπότητας. Ταυτόχρονα τον Χαντ παρακολουθεί στενά ένας πράκτορας της CIA, ενώ η Ίλσα επιστρέφει από το παρελθόν, παίρνοντας μέρος στην υπόθεση.

Με απίστευτες σκηνές δράσης, άρτια σκηνοθετημένες, μνημειώδη stunts, που κόβουν την ανάσα, και μια υψηλού επιπέδου παραγωγή- ακόμα και τα πιο γρήγορα πλάνα δείχνουν πόση δουλειά έχει γίνει-, ο ΜακΚουάρι και ο Κρουζ ξεπερνούν τον εαυτό τους και δημιουργούν την πιο συναρπαστική ταινία της σειράς.

Σίγουρα σε πολλά σημεία το σενάριο αποδεικνύεται τρομερά προβλέψιμο, όμως η έντονη κάμερα του ΜακΚουάρι και το δυνατό καστ με προεξάρχοντα τον Κρουζ, δημιουργούν τρομερό σασπένς, κάνοντας την «Πτώση » σημείο αναφοράς του εν λόγω franchise , που με απενοχοποιημένη διάθεση προσφέρει μοναδικό θέαμα στους φαν του.

Ονειρεύομαι σε Άλλη Γλώσσα

(Sueño en Otro Idioma/ I Dream in Another Language)

Σκηνοθεσία:Ερνέστο Κοντρέρας

Παίζουν: Φερνάντο Αλβάρεζ Ρεμπέλ, Χοσέ Μανουέλ Πονσέλις, Ελίγιο Μελέντεζ

Περίληψη: Ο Μαρτίν είναι ένας νεαρός, παθιασμένος γλωσσολόγος. Στο πλαίσιο της έρευνάς του, πηγαίνει στην μεξικάνικη ενδοχώρα, σε μια συγκεκριμένη περιοχή, όπου παλιότερα μιλιόταν από τους ιθαγενείς η γλώσσα Ζικρίλ. Πλέον όμως τη μιλάνε μόλις τρεις μεγάλης ηλικίας άνθρωποι: μια γυναίκα και δύο άντρες. Όταν η γυναίκα πεθαίνει, μένουν μόνο ο δον Εβαρίστο και ο δον Ισαύρο, οι οποίοι όμως είναι μαλωμένοι και δεν έχουν ανταλλάξει κουβέντα εδώ και πενήντα χρόνια.

Μια ποιητική προσέγγιση που πραγματεύεται το θέμα της γλώσσας ως σημαίνον στοιχείο της ταυτότητας του ατόμου, που απέσπασε το Βραβείο κοινού στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ του Σάντανς .

Ένας νεαρός γλωσσολόγος, ο Μάρτιν, ταξιδεύει στην μεξικάνικη ενδοχώρα με σκοπό να καταγράψει μια φανταστική γλώσσα, τη Ζίγκιλ, που υποθετικά κάποτε μιλούσαν οι ιθαγενείς. Σήμερα πλέον μόνο τρεις άνθρωποι τη γνωρίζουν, μια γυναίκα που δυστυχώς πεθαίνει, και δυο άνδρες, ο Δον Ίσαυρο κι ο Δον Εβαρίστο, που όμως εξαιτίας ενός καλά κρυμμένου μυστικού δεν μιλάνε πια μεταξύ τους. Οι δυο ηλικιωμένοι κάποτε υπήρξαν καρδιακοί φίλοι, όμως οι φήμες λένε πως ο έρωτας για μια γυναίκα, που τελικά παντρεύτηκε ο Δον Εβαρίστο, τους χώρισε. Ο Μάρτιν με τη βοήθεια της εγγονής του προσπαθεί να φέρει σε επαφή τους δυο χωρικούς, αλλά και να ανακαλύψει την αλήθεια.

Με έντονες επιρροές από τον ποιητικό ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τη λατινοααμερικανική λογοτεχνία, ο Ερνέστο Κοντρέρας μέσα από ονειρικές εικόνες που συνδέουν τον υλικό κόσμο με τον μεταφυσικό, αλλά και τη σύχρονη κοινωνία με την παράδοση αναρωτιέται για το γλωσσικό ζήτημα. Η Ζίγκιλ δεν ανήκει σε αυτόν το κόσμο της παγκοσμιοποίησης, οι καθολικοί ιερείς μαθαίνουν στους νέους ιθαγενείς ισπανικά και ο Δον Ισαύρο που δεν μιλάει καμιά άλλη γλώσσα πέρα από αυτή που έμαθε από μωρό θεωρείται « ένα άγριο ζώο», ή και τρελός. Παρά το γεγονός ότι τα πρόσωπα του Μεξικανού δημιουργού ζουν κοντά στη ζούγκλα, μπορεί να πιστεύουν στον κόσμο των νεκρών και να προσεύχονται σε αυτόν, αναζητούν την ταυτότητά τους σε αυτόν τον καινούργιο κόσμο που διαρκώς αλλάζει, αγαπώντας έστω και με ένα κρυφό τρόπο το παρελθόν τους. Όμως ο Κοντρέρας δεν κάνει μια εξεζητημένη ταινία, ούτε μιλάει με δοκιμιακούς όρους. αλλά τοποθετεί στο κέντρο μια δυνατή ιστορία αγάπης, δημιουργώντας έτσι μια δυνατή κινηματογραφική συνθήκη για να θέσεις τους προβληματισμούς του. Ταυτόχρονα, δομεί με μαεστρία τις σχέσεις των προσώπων, φτιάχνει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και αξιοποιεί με σεβασμό και ταυτόχρονα κομψό χιούμορ την παράδοση της χώρας του, αποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει μέλλον που να μην στηρίζεται στο παρελθόν.

Κοίτα Ποιος Γύρισε

(Sono Tornato)

Σκηνοθεσία: Λούκα Μινιέρο

Παίζουν: Μάσιμο Ποπολίτσιο, Φρανκ Ματάνο

 

 

Περίληψη: Ρώμη, σήμερα. Ογδόντα χρόνια μετά από το θάνατό του, ο Μπενίτο Μουσολίνι επανεμφανίζεται κάτω από παράξενες συνθήκες στην Πιάτζα Βιτόριο. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, η αγαπημένη του Κλάρα έχει χαθεί και τα πάντα φαίνεται να έχουν αλλάξει. Ο Ντούτσε όμως πιστεύει πως μπορεί να κυβερνήσει και πάλι την Ιταλία. Άραγε θα τα καταφέρει;

Mια πολιτική σάτιρα, ριμέικ της γερμανικής ταινίας «Είναι Πάλι Εδώ», που ζωντανεύει τον εφιάλτη του φασισμού στο σήμερα.

Αυτή τη φορά δεν επιστρέφει ο Χίτλερ, αλλά ο Μουσολίνι στη Ρώμη του σήμερα κι έρχεται σε επαφή με έναν νεαρό σκηνοθέτη που προσπαθεί να φτιάξει ένα πιασάρικο ντοκιμαντέρ. Οι άνθρωποι φυσικά δεν μπορούν να πιστέψουν ότι πρόκειται για τον πραγματικό δίδακτρα, αλλά για κάποιον σωσία και αρχικά διασκεδάζουν με τις ιδέες του. Όταν η διευθύντρια ενός τηλεοπτικού σταθμού αποφασίζει να τον χρησιμοποιήσει για να εκτινάξει τα νούμερα της τηλεθέασης, τότε θα αποκαλυφθεί πως ο σπόρος του φασισμού δεν έχει πεθάνει.

Ο Μινιέρο παρουσιάζοντας ακόμα και γοητευτικό το πρόσωπο του Μουσολίνι δείχνει τελικά μέσα από ποιες διαδικασίες επικρατούν όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Με εύστοχο λοιπόν πολιτικό προβληματισμό και χιούμορ καταφέρνει να αποδείξει πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται, συσχετίζοντας τις συνθήκες της εποχής του Μουσολίνι με τις σημερινές. Ταυτόχρονα μιλάει τη γλώσσα της πλειοψηφίας και λέει τα πράγματα τόσο ξεκάθαρα μην αφήνοντας απορίες κι έτσι απευθύνεται στο συλλογικό συνειδητό όχι μόνο των συμπατριωτών του αλλά όλων των Ευρωπαίων, που δεν μπορούν παρά να μην αναγνωρίσουν τις σαφείς ομοιότητες των δυο εποχών.

Ένα φανταστικό σπίτι

(Ideal Home)

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Άντριου Φλέμινγκ

Παίζουν: Πολ Ραντ, Στιβ Κούγκαν, Τζακ Γκορ, Άλισον Πιλ, Τζακ ΜακΝτόρμαν

 

Περίληψη: Ο αυτάρεσκος, εγωκεντρικός και αμετανόητα ανώριμος Εράσμους είναι ο λαμπερός παρουσιαστής μιας επιτυχημένης μαγειρικής εκπομπής με έδρα το εξωτικό Σάντα Φε, της οποίας την παραγωγή έχει αναλάβει ο συζύγος του Πολ. Η ιδιόρρυθμη και μάλλον δυσλειτουργική καθημερινότητα του ζευγαριού θα ανατραπεί, όταν ο δεκάχρονος εγγονός του Εράσμους, Μπιλ μετακομίζει μαζί τους.

Μια συμβατική οικογενειακή κομεντί για μια αντισυμβατική οικογένεια με τους Στηβ Κούγκαν και Πολ Ραντ.

Η ζωή ενός ομοφυλόφιλου ζευγαριού αναστατώνεται, όταν έ ένα μικρό αγόρι εμφανίζεται στην πόρτα τους, λέγοντας ότι είναι ο εγγονός του ένας εκ των δύο, του Εράσμους. Ο παππούς λοιπόν, που παρουσιάζει ένα σόου μαγειρικής και φημίζεται για την ξέφρενη ζωή του, θα αναλάβει τις ευθύνες του, γεγονός που προκαλεί καταρχάς τη δυσαρέσκεια του συντρόφου του Πολ.

Ο Άντριου Φλέμινγκ («Οι Μάγισσες») γράφει και σκηνοθετεί μια προσωπική του εμπειρία, χωρίς όμως αυτοβιογραφικό τόνο, που στην ουσία αφιερώνει σε όλες τις αντισυμβατικές οικογένειες, υμνώντας την αγάπη και τη διαφορετικότητα.

Ο Φλέμινγκ όμως, αν κιαιμεταχειρίζεται όλα τα κλισέ τους είδους, χρησιμοποιεί δυο καθ’ όλα εκκεντρικούς πρωταγωνιστές που ζουν και συμπεριφέρονται με όλα τα στερεότυπα που η κοινωνία μας έχει για τους γκέι, αναγνωρίζοντάς τους την ικανότητα αλλά και το δικαίωμα να μεγαλώνουν ένα παιδί, χωρίς να αλλάζουν στο ελάχιστο.

Έτσι με την ανάλαφρη κομεντί του, που διαθέτει όμως δυο πολύ καλούς ηθοποιούς με καλή χημεία, θέτει ένα βασικό ερώτημα που απασχολεί σήμερα τις δυτικές κοινωνίες και δίνει μια δική του αρκετά συναισθηματική, πλην όχι όμως μελοδραματική απάντηση.

Upgrade

Σενάριο-Σκηνοθεσία: Λι Γουανέλ

Παίζουν: Λόγκαν Μάρσαλ Γκριν, Μπένεντικτ Χάρντι, Στιβ Ντάνιελσεν, Μπέτι Γκάμπριελ

 

Περίληψη: Μετά από την άγρια δολοφονία της γυναίκας του κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά βίαιης ληστείας που άφησε και τον ίδιο παράλυτο, ο Γκρέι Τρέις δέχεται την πρόταση ενός δισεκατομμυριούχου εφευρέτη για μια πειραματική θεραπεία που θα «αναβαθμίσει» το σώμα του. Η θεραπεία είναι στην ουσία ένα εμφύτευμα τεχνητής νοημοσύνης, που δίνει στον Γκρέι μοναδικές ικανότητες, καθώς και τη δυνατότητα να πάρει εκδίκηση τόσο για τη δολοφονία της γυναίκας του όσο και τη δική του παράλυση.

Η εταιρεία παραγωγής BLUMHOUSE (Τρέξε!» και «Η Κάθαραση » και ο Λι Γουανέλ («Σε βλέπω», «Παγιδευμενη ψυχή») δημιουργούν ένα άνισο δυστοπικό θρίλερ που από scifi περιπέτεια καταλήγει σε μια άνευρη ιστορία εκδίκησης.

Σε ένα κοντινό μέλλον, όπου ο κόσμος ελέγχεται αποκλειστικά από τα κομπιούτερ, ένας άνδρας που δεν εμπιστεύεται καθόλου την τεχνολογία χάνει τη γυναίκα του κατά τη διάρκεια μιας ληστείας, ενώ ο ίδιος μένει καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Όταν του προτείνουν μια πειραματική θεραπεία, κατά την οποία θα αποκτήσει ένα εμφύτευμα που θα τον εξουσιάζει απόλυτα δίνοντάς του απεριόριστες δυνατότητες, εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη θα αποδεχτεί την προσφορά προκειμένου να εκδικηθεί.

Αν κι Λι Γουανέλ ξεκινάει από μια καλή ιδέα που έχει κάνει με την αλόγιστη χρήση της τεχνολογίας και φαίνεται πως μπορεί να δημιουργήσει ένα hi tech σύμπαν με νουάρ στοιχεία- πράγμα που συνηθίζεται πολύ τον τελευταίο καιρό- γρήγορα εγκαταλείπει τους όποιους προβληματισμούς και οδηγείται σε ένα συμβατικό και γεμάτο κλισέ revenge story που απλώς εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον επιστημονικής φαντασίας,

Έτσι χάνει την ευκαιρία να αξιοποιήσει τις σκηνοθετικές του ικανότητες και αρκείται σε μια αδιάφορη τελικά περιπέτεια, που αν και με καλές στιγμές και κυρίως μια αρκετά δυνατή έναρξη, απογοητεύει.

Η Εξομολόγηση της Δασκάλας του Πιάνου

(Beri/ The Confession)

Σκηνοθεσία: Ζάζα Ουρουσάτζε

Παίζουν: Ντιμίτρι Τατισβίλι, Τζόζεφ Κβεντελίτζε, Σοφία Σεμπισβεράτζε

 

 

Περίληψη: Ο ιερέας Γκιόργκι παίρνει δυσμενή μετάθεση σε ένα όμορφο αλλά απομονωμένο ορεινό χωριό. Προκειμένου να αποκτήσει επαφή με τους πιστούς και καθώς στο παρελθόν έχει σπουδάσει σκηνοθεσία, αποφασίζει να οργανώσει προβολές ταινιών σε έναν αυτοσχέδιο κινηματογράφο. Εκεί όλοι του μιλούν για την Λίλη, τη δασκάλα του πιάνου, και την ομοιότητά της με την Μέριλιν Μονρόε. Όταν οι δυο τους τελικά συναντηθούν, η γνωριμία τους θα αποβεί μοιραία.

Η νέα ταινία του Γεωργιανού σκηνοθέτη Ζάζα Ουρουσάτζε, που έγινε γνωστός με την πολυβραβευμένη ταινία του «Mανταρίνια» υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης Ξένης Ταινίας και Χρυσή Σφαίρα το 2015.

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι « Εξομολόγηση και στην ουσία αφορά στις εσωτερικές συγκρούσεις ενός ιερέα που βρίσκεται να υπηρετεί σε ένα ορεινό χωριό της Γεωργίας. Λάτρης του κινηματογράφου και πρώην σκηνοθέτης, προσπαθεί να μυήσει τους πιστούς όχι μόνο στον λόγο του Θεού αλλά και στη μαγεία της μεγάλης οθόνης. Έτσι κάθε βράδυ προβάλλει κλασικά αριστουργήματα, όποτε και μαθαίνει για μια δασκάλα πιάνου που μοιάζει με την Μέριλιν Μονρόε. Όταν τελικά γνωρίσει τη γοητευτική Λίλη κι ανακαλύψει το ένοχο μυστικό της, η ζωή του θα ανατραπεί.

Ο Ουρουσάτζε με επιδεξιότητα κινηματογραφεί τη διαδρομή διαφορετικών ανθρώπων και καταγράφει τις κοινωνικές συμβάσεις μια μικρής κοινωνίας, χωρίς όμως να καταφέρνει να ξεκαθαρίσει τον δραματουργικό του άξονα. Από τη μία, η πίστη του ιερέα κι ο υλικός κόσμος που πιθανόν εκπροσωπεί η Λίλη μοιάζουν να έλκονται για να καταλήξουν σε μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση, ενώ το θέμα της εξομολόγησης και της θρησκείας διατρέχει συνεχώς την ιστορία του. Με μερικές πολύ δυνατές στιγμές, ο Γεωργιανός δημιουργός δημιουργεί υψηλές προσδοκίες και ανοίγει έναν διάλογο με τον θεατή. Από την άλλη όμως καταλήγει σ' ένα φινάλε εντελώς ασύμβατο με τον τόνο της όλης του ταινίας, δημιουργώντας απορίες σχετικά με τους στόχους του. Πραγματικά η τελευταία σκηνή μοιάζει τόσο ασύνδετη και παιδαριώδης, που πραγματικά σου δίνει την αίσθηση ότι ο Ουρουσάτζε έκανε όλη την ταινία μόνο και μόνο επειδή βρήκε μια ηθοποιό που απλώς κάπως μοιάζει με την Μέριλιν.