Ονειρα σε Ψηλοτάκουνες Γόβες
Ονειρα σε Ψηλοτάκουνες Γόβες
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Ονειρα σε ψηλοτάκουνες γόβες»: Μια ανατρεπτική διάσταση στη σημασία της ομορφιάς

Aυτή την εβδομάδα, o Τάρον Έτζερτον απογειώνει τη μουσική βιογραφία του Έλτον Τζον, ένας αξιολάτρευτος σκύλος περνάει ανενόχλητος την «Πράσινη γραμμή», μια plus size έφηβη κάνει την δική της επανάσταση λαμβάνοντας μέρος στα τοπικά καλλιστεία, ενώ, ο θρυλικός Γκοτζίλα επιστρέφει για μια υπερθεαματική μάχη που θα κρίνει το μέλλον της ανθρωπότητας.

  • Rocketman

Σκηνοθεσία: Ντέξτερ Φλέτσερ

Παίζουν: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Μπελ, Ρίτσαρντ Μάντεν, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ

Περίληψη: H άνοδος του Έλτον Τζον στην κορυφή, σε ένα «φανταστικό» μιούζικαλ για τα πρώτα ξέφρενα χρόνια της καριέρας του. Η εγκεκριμένη από τον Έλτον Τζον βιογραφία του (μάλιστα έχει και το ρόλο του executive producer) μετατρέπεται σε ένα glamorous μιούζικαλ, που απογειώνει τον Τάρον Έτζερτον.

Εστιάζοντας στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, ίσως και τα λιγότερο γνωστά- αν υπάρχει κάτι από τη ζωή του Έλτον Τζον που έχει μείνει κρυφό-, η ταινία βασικά παρακολουθεί τη μεταμόρφωση του Ρέτζιναλντ Ντουάιτ, ενός ντροπαλού πιανίστα από μια προβληματική οικογένεια, στον παγκόσμιο σταρ που σημάδεψε την ιστορία της μουσικής, όχι μόνο με τα τραγούδια αλλά και με τις εκρηκτικές του εμφανίσεις.

Με πάσα ειλικρίνεια, ο σερ Έλτον Τζον επιτρέπει να μιλήσουν για όλους και για όλα, σχεδόν με μια διάθεση συγχωρητική απέναντι στον πατέρα του, χωρίς να αποκρύπτει τις πιο σκοτεινές σελίδες της ζωής του- τον εθισμό του στα ναρκωτικά και την ομοφυλοφιλία. Τελικά όμως, αν και τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους , παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην βαραίνει το κλίμα αυτού του φαντεζί μιούζικαλ, που ταιριάζει στη σκηνική τουλάχιστον ιδιοσυγκρασία του κεντρικού του ήρωα. Ίσως το άγρυπνο μάτι του Έλτον Τζον σαφώς και δεν αφήνει πολλά περιθώρια στον Ντέξτερ Φλέτσερ που ανέλαβε να ολοκληρώσει και τα γυρίσματα του «Bohemian Rhapsody» μετά από την απομάκρυνση του Μπράιαν Σίνγκερ, κι έτσι εκ των πραγμάτων ακολουθεί τον δρόμο μιας ωραιοποίησης της πραγματικότητας, φροντίζοντας τις πιο δύσκολες σκηνές να τις ξεπερνάει μέσα από μουσικά ιντερμέδια, όπως μάλλον έκανε σε όλη τη ζωή του και ο ίδιος ο Τζον.

Ενδιαφέρον έχουν οι χορογραφίες που ξεφεύγουν από το show και στην ουσία ακολουθούν μια θεατρική λογική, αφηγούμενες γεγονότα που δεν βλέπουμε στην ταινία, εν αντιθέσει με τις ψυχαναλυτικές σκηνές όπου ο πρωταγωνιστής, έρχεται αντιμέτωπος με τα φαντάσματά του και τον μικρό του εαυτό. Τελικά αν και το θέμα της ταινίας είναι ένας από τους πιο αντισυμβατικούς καλλιτέχνες της παγκόσμιας σκηνής, λείπει κάτι από την ιδιοφυή τρέλα του Βρετανού σταρ. Πάντως, ο καταπληκτικός Τάρον Έτζερτον («Kingsman», «Ρομπέν των Δασών») , ο οποίος ερμηνεύει και τα τραγούδια της ταινίας, δίνει ένα ρεσιτάλ που θα συζητηθεί.

  • Αναζητώντας τον Χέντριξ (Smuggling Hendrix)

Σκηνοθεσία: Μάριος Πιπερίδης

Παίζουν: Άνταμ Μπουσδούκος Βίκυ Παπαδοπούλου, , Φατίχ Αλ, Οζγκούρ Καραντενίζ, Γιάννης Κόκκινος, Βαλεντίνος Κόκκινος, Τόνυ Δημητρίου, Κωνσταντίνος Τσιώλης, Γεωργία Κωνσταντίνου

Περίληψη: Το σχέδιο του Γιάννη για να φύγει από την Κύπρο ανατρέπεται όταν ο σκύλος του, ο Τζίμι, διασχίζει τη Νεκρή Ζώνη που χωρίζει τις ελεύθερες περιοχές από τα κατεχόμενα. Επειδή η μεταφορά ζώων από την «άλλη πλευρά» απαγορεύεται, ο Γιάννης αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια κάποιων «εκλεκτών» χαρακτήρων για να τον φέρει πίσω.

Ο Μάριος Πιπερίδης στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο περνάει την «Πράσινη γραμμή» με τη βοήθεια ενός αξιολάτρευτου σκύλου και κερδίζει το πρώτο βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα και το βραβείο Ίρις Σεναρίου της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Ο Γιάννης, ένας αποτυχημένος μουσικός, στα σαράντα τρία του αναζητάει μια λύση στα προβλήματά του. Η κοπέλα του τον έχει εγκαταλείψει, οι «δανειστές» του τον πιέζουν. Ο ίδιος έχει αποφασίσει να φύγει το συντομότερο από την Κύπρο μαζί με τον αγαπημένο του σκύλο, τον Τζίμι. Όταν όμως ο σκύλος το σκάει προς την τουρκοκρατούμενη πλευρά του νησιού, ο Γιάννης έχει να αντιμετωπίσει μια ευρωπαϊκή νομοθεσία που απαγορεύει τη διέλευση ζώων στις ελεύθερες περιοχές. Εγκλωβισμένος στα κατεχόμενα αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια της πρώην φιλενάδας του, καθώς επίσης και του Χασάν, ενός Τούρκου έποικου, για να φυγαδεύσουν τον Τζίμι, πίσω στις ελεύθερες περιοχές.

Εμπνευσμένος από ένα πραγματικό γεγονός, ο Πιπερίδης μελετάει μέσα από μια χαριτωμένη κομεντί το ακανθώδες Κυπριακό ζήτημα, αλλά και την οικονομική κρίση, αφήνοντας κατά μέρος το παρελθόν και εστιάζοντας στο παρόν, αλλά και στο πως τελικά αυτές οι δυο πλευρές συνυπάρχουν. Το πέρασμα του Τζίμι στα κατεχόμενα μοιάζει φυσικό, γιατί ένας σκύλος δεν υπακούει στον παραλογισμό της πολιτικής, απλώς περπατάει. Και με αυτό τον απλό αλλά καθόλου απλοϊκό τρόπο, ο Πιπερίδης φέρνει τα δυο στρατόπεδα κοντά, αποδεικνύοντας ότι τελικά η συνεργασία και η συμβίωση δεν είναι ανέφικτη. Εδώ άλλωστε οι Τούρκοι δεν είναι ξένοι, αλλά γείτονες, μοιράζονται ακριβώς τον ίδιο πόνο με τους συμπατριώτες του και δεν κατανοούν γιατί στον τόπο που γεννήθηκαν θεωρούνται εχθροί.

Αν και πολλές ταινίες έχουν γίνει σε σχέση με το Κυπριακό, ο Πιπερίδης τολμάει μέσα από μια έξυπνη και καλοκουρδισμένη κωμωδία, από την οποία δεν λείπει και το ρομαντικό στοιχείο, να θίξει με ευαισθησία ένα φλέγον ζήτημα με ψυχραιμία και λογική, κρατώντας τις ισορροπίες , κατανοώντας και τις δυο πλευρές. Έτσι δίνει τη δική του απάντηση, κινηματογραφώντας τον αξιολάτρευτο Τζίμι να βολτάρει ανέμελος, αδιαφορώντας για σύνορα και γραμμές, ενώ ο Άνταμ Μπουσδούκος (γνωστός από τις ταινίες του Φατίχ Ακίν) με το επικοινωνιακό του χάρισμα εκπροσωπεί το δράμα του κυπριακού λαού με αμεσότητα και ειλικρίνεια, μακριά από επικούς τόνους και εξάρσεις.

  • Γκοτζίλα ΙΙ: Ο Βασιλιάς των τεράτων (Godzilla II: King of the Monsters)

Σκηνοθεσία: Μάικλ Ντάκερτι

Παίζουν: Μίλι Μπόμπι Μπράουν, Βέρα Φαρμίγκα, Κάιλ Τσάντλερ, Ζανγκ Ζιγί, Κεν Γουατανάμπε, Τσαρλς Ντανς, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ, Τόμας Μίντλντιτς, Αίσα Χιντς

 

Περίληψη: Η Μόναρκ, μια κρυφή ζωολογική ομάδα, έρχεται αντιμέτωπη με τιτάνια τέρατα, συμπεριλαμβανομένου και του Γκοτζίλα, που συγκρούεται με τη Μόθρα, τον Ρόνταν και την απόλυτη νέμεσή του, τον τρικέφαλο Γκιντόρα. Όταν αυτά τα αρχαία τέρατα, που θεωρούνταν απλώς μύθοι, ξυπνήσουν ξανά, θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους για την απόλυτη κυριαρχία, ακόμα και σε βάρος της ανθρωπότητας.

Μετά τον «Γκοτζίλα» και το «Kong: Η νήσος του κρανίου», οι Τιτάνες επιστρέφουν για μια ακόμα μάχη με την υπογραφλη του Μάικλ Ντάκερτι.

Διάσημα τέρατα της ιαπωνικής ποπ κουλτούρας- η Μόθρα, ο Ρόνταν και ο τρικέφαλος Γκιντόρα- θα αντιμετωπίσουν τον Γκοντζίλα, ενώ μια επιστήμονας η Έμμα, προσπαθεί να πείσει την επιστημονική κοινότητα ότι η ειρηνική συνύπαρξη τεράτων και ανθρώπων είναι εφικτή.

Ο Μάικλ Ντάκερτι ( «Krampus»), που εκτός από τη σκηνοθεσία έχει συμβάλει και στο σενάριο, φαίνεται πως γνωρίζει τις αποκρυφιστικές θεωρίες σχετικά με τους Τιτάνες, εξού και δεν λείπουν οι συμβολισμοί και οι παραλληλισμοί που αναμειγνύουν θρησκεία και τελετουργία φύρδην μίγδην, με το απαραίτητο περίβλημα ενός υπερθεάματος, πρόχειρα στημένου. Ο Γκοτζίλα γίνεται βασιλιάς και σωτήρας, τα εφέ και η ψηφιακή τεχνολογία που εδώ θυμίζουν μια κακή αντιγραφή των ιαπωνικών anime δίνουν και παίρνουν κι όλα μοιάζουν χιλιοειπωμένα και ατάκτως ερριμμένα, οπότε όλες αυτές οι αναφορές που προσπαθεί να περάσει ο Ντάκερτι απλώς περισσεύουν. Η δε οικογενειακή ιστορία της Έμμας που λόγω των πιστεύω της έρχεται σε σύγκρουση με την κόρη της και τον πρώην άνδρα της φαίνεται πως υπάρχει απλώς και μόνο για να καλύψει σεναριακά κενά και να συμπληρώσει τον χρόνο, μέχρι ο Γκοτζίλα να ξυπνήσει για να σώσει την ανθρωπότητα.

  • Όνειρα σε Ψηλοτάκουνες Γόβες (Dumplin')

Σκηνοθεσία: Αν Φλέτσερ

Παίζουν: Ντάνιελ Μακντόναλντ, Τζένιφερ Ανιστον, Οντέγια Ρας

Περίληψη: Η Γουίλ είναι η plus size έφηβη κόρη μιας πρώην Βασίλισσας Ομορφιάς. Θέλοντας να κάνει την δική της επανάσταση και να διαμαρτυρηθεί για τα σημερινά πρότυπα δηλώνει συμμετοχή στα τοπικά καλλιστεία. Ξαφνικά πολλές άλλες κοπέλες ακολουθούν το παράδειγμά της και η Γουίλ ανακαλύπτει τη σημασία της πραγματικής ομορφιάς και φιλίας.

Η Αν Φλέτσερ («Η Πρόταση», «27 Φορέματα») μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το εφηβικό best-seller της Τζούλι Μέρφι, δίνοντας μια ανατρεπτική διάσταση στη σημασία της ομορφιάς.

Η Γουίλ, που η μινωνική, μεγαλωμένη ουσιαστικά από τη αντισυμβατική θεία της Λούσυι, αφού η μητέρα της, πρώην Βασίλισσα ομορφιάς του Τέξας, μοιάζει να ντρέπεται για εκείνη. Μια μέρα όμως η Γουίλ θα ανακαλύψει πως η αγαπημένη της θεία είχε προσπαθήσει να πάρει μέρος σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς, πράγμα που τελικά δεν έκανε, φοβούμενη την απόρριψη. Έτσι εκείνη προφασίζει να κάνει τη δική της επανάσταση και δηλώνει μέρος στα τοπικά καλλιστεία, που διοργανώνει η μητέρα της. Το παράδειγμα της ακολουθούν κι άλλες κοπέλες, που σύμφωνα με τα πρότυπα των περιοδικών δεν έχουν θέση σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς, διδάσκοντας τελικά στους κατοίκους της πόλης την αξία της αληθινής φιλίας και πως η ομορφιά βρίσκεται παντού.

Αν και η ταινία μοιάζει να απευθύνεται στο νεανικό κοινό, η Φλέτσερ πάει ένα βήμα παραπέρα, δημιουργώντας μια feelgood movie στα πρότυπα των κλασικών ρομαντικών κομεντί, που όμως ανατρέπει τις συμβάσεις. Η δική της ηρωίδα δεν είναι τέλεια, κι όμως ζει τη ζωή της, έχει κατακτήσεις, φίλες, δεν ανέχεται να γίνει θύμα και τελικά καταφέρνει να πείσει μια ολόκληρη κοινότητα ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.

Υπό τους ήχους των τραγουδιών της Ντόλι Πάρτον που αγαπάει η Γουίλ - η Πάρτον ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να επιβληθεί τη δεκαετία του ’70 στον ανδροκρατούμενο χώρο της country μουσικής- και με μια γλυκόπικρη ρετρό ατμόσφαιρα, αν και η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα, η Φλέτσερ κοιτάζει με καλοσύνη τους ήρωές της, τους κατανοεί και τους συμφιλιώνει με τους εαυτούς τους. Αν και μερικές φορές υποκύπτει στο γλυκερό ύφος που αρμόζει σε μια νεανική ταινία, δημιουργός με όπλο της το χιούμορ φτιάχνει ένα παραμύθι που μπορεί να συμβεί και στην πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα κλίμα ευφορίας και αισιοδοξίας.

Η Ντάνιελ Μακντόναλντ είναι μια αποκάλυψη προσεγγίζοντας με ευαισθησία και σπινθηροβόλο πνεύμα την έφηβη Γουίλ, ενώ και η Τζένιφερ Άνιστον στον ρόλο της μητέρας της, αφήνει στην άκρη την μανιέρα της και κάνει την έκπληξη, φτιάχνοντας το πορτρέτο μιας μητέρας που δεν μπορεί να βρει τις ισορροπίες ανάμεσα στις δικές της επιθυμίες και στο παιδί της.αμά της την αποκαλεί «Λουκουμαδάκι ( Dumplin) εξαιτίας του βάρους της, είναι έξυπνη και κοινωνική, μεγαλωμένη ουσιαστικά από τη αντισυμβατική θεία της Λούσυι, αφού η μητέρα της, πρώην Βασίλισσα ομορφιάς του Τέξας, μοιάζει να ντρέπεται για εκείνη. Μια μέρα όμως η Γουίλ θα ανακαλύψει πως η αγαπημένη της θεία είχε προσπαθήσει να πάρει μέρος σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς, πράγμα που τελικά δεν έκανε, φοβούμενη την απόρριψη. Έτσι εκείνη προφασίζει να κάνει τη δική της επανάσταση και δηλώνει μέρος στα τοπικά καλλιστεία, που διοργανώνει η μητέρα της. Το παράδειγμα της ακολουθούν κι άλλες κοπέλες, που σύμφωνα με τα πρότυπα των περιοδικών δεν έχουν θέση σε έναν διαγωνισμό ομορφιάς, διδάσκοντας τελικά στους κατοίκους της πόλης την αξία της αληθινής φιλίας και πως η ομορφιά βρίσκεται παντού.

Αν και η ταινία μοιάζει να απευθύνεται στο νεανικό κοινό, η Φλέτσερ πάει ένα βήμα παραπέρα, δημιουργώντας μια feelgood movie στα πρότυπα των κλασικών ρομαντικών κομεντί, που όμως ανατρέπει τις συμβάσεις. Η δική της ηρωίδα δεν είναι τέλεια, κι όμως ζει τη ζωή της, έχει κατακτήσεις, φίλες, δεν ανέχεται να γίνει θύμα και τελικά καταφέρνει να πείσει μια ολόκληρη κοινότητα ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.

Υπό τους ήχους των τραγουδιών της Ντόλι Πάρτον που αγαπάει η Γουίλ - η Πάρτον ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να επιβληθεί τη δεκαετία του ’70 στον ανδροκρατούμενο χώρο της country μουσικής- και με μια γλυκόπικρη ρετρό ατμόσφαιρα, αν και η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα, η Φλέτσερ κοιτάζει με καλοσύνη τους ήρωές της, τους κατανοεί και τους συμφιλιώνει με τους εαυτούς τους. Αν και μερικές φορές υποκύπτει στο γλυκερό ύφος που αρμόζει σε μια νεανική ταινία, δημιουργός με όπλο της το χιούμορ φτιάχνει ένα παραμύθι που μπορεί να συμβεί και στην πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα κλίμα ευφορίας και αισιοδοξίας.

Η Ντάνιελ Μακντόναλντ είναι μια αποκάλυψη προσεγγίζοντας με ευαισθησία και σπινθηροβόλο πνεύμα την έφηβη Γουίλ, ενώ και η Τζένιφερ Άνιστον στον ρόλο της μητέρας της, αφήνει στην άκρη την μανιέρα της και κάνει την έκπληξη, φτιάχνοντας το πορτρέτο μιας μητέρας που δεν μπορεί να βρει τις ισορροπίες ανάμεσα στις δικές της επιθυμίες και στο παιδί της.

Αποκαλύψεις (El Desentierro / The Uncovering)

Σκηνοθεσία Νάτσο Ρουιπέρεζ

Παίζουν: Μίχελ Νόερ, Λεονάρντο Σμπαράλια, Γιάν Κορνέτ

 

Περίληψη: Όταν o Τζόρντι επιστρέφει στο χωριό που μεγάλωσε, μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν είναι, όπως πίστευε, θαμμένος στο νεκροταφείο του χωριού. Αμέσως μετά, διαπιστώνει ότι η Βέρα, μια νεαρή κοπέλα που υποτίθεται ότι είχε σκοτωθεί μαζί με τον πατέρα του, είναι ακόμα ζωντανή. Με αυτά τα νέα δεδομένα, ο Τζόρντι αποφασίζει να μείνει στο χωριό του και να προσπαθήσει να ανακαλύψει την αλήθεια.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Νάτσο Ρουιπέρεζ ακολουθεί μεν την παράδοση του ισπανικού σινεμά που τα τελευταία χρόνια θριαμβεύε στα θρίλερ και στις ταινίες μυστηρίου, αλλά δεν είναι τόσο αποκαλυπτικό όσο υπονοεί ο τίτλος του.

Ο Τζόρντι επισκέπτεται τη γενέτειρά του, την Βαλένθια, μετά από χρόνια παραμονής του στην Αργεντινή, με αφορμή την κηδεία του θείου του, που υπήρξε επιφανής πολιτικός και σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκεί θα ξανασυναντηθεί με τον ξάδερφό του, τον Ντιέγκο, ο οποίος θα του αποκαλύψει πως μια γυναίκα που νόμιζαν νεκρή , η Βέρα, η οποία συνδέεται με τον θάνατο του δικού του πατέρα, εμφανίστηκε ξαφνικά. Έκτοτε οι δυο άντρες θα ξεκινήσουν μια αναζήτηση της αλήθειας που θα τους φέρει αντιμέτωπους με τη μαφία, ένα κύκλωμα πορνείας και μυστικά του παρελθόντος.

Κινούμενος σε δύο χρόνους και με ένα παράλληλο μοντάζ, ο Ρουιπέρεζ υιοθετεί την αισθητική ενός νέο νουάρ για το παρελθόν και έναν άνευρο ρεαλισμό για το παρόν, χωρίς τελικά να καταφέρνει να βρει ένα σαφές στίγμα. Ταυτόχρονα αναμειγνύει στο ίδιο καζάνι πολιτική, έρωτες, υπόκοσμο και trafficking, χωρίς τελικά να εστιάζει σε κανένα από τα πολλά θέματα που θέτει επί τάπητος , γεγονός που δεν επιτρέπει στον θεατή να συγκεντρωθεί στο μυστήριο που προσπαθεί να τον μυήσει. Έτσι καταλήγει σε μια ευκολοχώνευτη ταινία, που δεν καταφέρνει να εμβαθύνει ούτε σε προβληματικές ούτε όμως και σε χαρακτήρες, οπότε οι όποιες αποκαλύψεις μοιάζουν τελικά άνευ σημασίας.

ΜΑ

Σκηνοθεσία: Τέιτ Τέιλορ

Παίζουν: Οκτάβια Σπένσερ, Νταϊάνα Σίλβερς, Λουκ Έβανς

Περίληψη: Μια μοναχική γυναίκα, η Σου Αν, γνωρίζει μια παρέα εφήβων και τους παραχωρεί το υπόγειο του απομονωμένου σπιτιού της για να κάνουν τα πάρτι τους. Όμως οι κανόνες που τους θέτει σύντομα θα αποκαλύψουν τις αληθινές της προθέσεις.

Η βραβευμένη με Όσκαρ Οκταβία Σπένσερ πρωταγωνιστεί στη νέα ταινία τρόμου της Blumhouse και της Universal Pictures, δίνοντας μια ανατριχιαστική ερμηνεία.

H Σου Αν είναι μια μοναχική γυναίκα που μένει σε μια ήσυχη πόλη του Οχάιο. Όταν η έφηβη Mάγκι τής ζητήσει να αγοράσει αλκοόλ για εκείνη και την παρέα της, η Σου Αν βλέπει μια ευκαιρία να αποκτήσει νέους φίλους. Έτσι προτείνει στους νεαρούς να συναντιούνται στο υπόγειό της, υπό τους όρους να παραμένουν νηφάλιοι, να μη βρίζουν, να μην ανεβαίνουν στο σπίτι και να τη φωνάζουν «Ma». Όταν όμως τα παιδιά αρχίσουν να απομακρύνονται από τη συναναστροφή μαζί της και δεν χρειάζονται πια τη φιλοξενία της, η μυστηριώδης γυναίκα γίνεται εμμονική και αυτό που αρχικά φάνταζε ως το τέλειο εφηβικό όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Ο Τέιτ Τέιλορ («Υπηρέτριες») δεν χρησιμοποιεί ένα αρχέτυπο από τη μυθολογία του φανταστικού τρόμου, αλλά αντλεί το συναίσθημα της αγωνίας από τη μορφή μιας καθημερινής γυναίκας που μπορεί όλοι μας να γνωρίζουμε και να ζούμε δίπλα της. Άλλωστε οι ανείπωτοι φόβοι προκαλούνται πιο συχνά από το «κακό» της διπλανής πόρτας, όταν το ψυχολογικό τραύμα πάρει σκοτεινές διαστάσεις και εκφραστεί με τη μορφή της βίαιης εκδίκησης. Έτσι δομεί σασπένς μέσα από την απρόσμενη και απρόβλεπτη, ψυχωτική συμπεριφορά μιας κατά τα φαινόμενα συνηθισμένης γυναίκας, η οποία έχει άγνωστα κίνητρα και μυστηριώδεις σκοπούς.

Χορεύοντας με την Μάργκο (Bailando con Margot)

Σκηνοθεσία: Αρτούρο Σαντάνα

Παίζουν: Μίρτα Ιμπάρα, Έντουιν Φερνάντεζ, Γενίσε Σόρια

Περίληψη: Παραμονές της κουβανικής Επανάστασης ένα πίνακας εξαφανίζεται. Η έρευνες θα αποκαλύψουν όχι μόνο την ιστορία των ιδιοκτητών του, αλλά κι ολόκληρης της χώρας, ενώ ο αντάρτες πλησιάζουν.

Το πρώτο φιλμ νουάρ από την Κούβα, καταγράφει την ιστορία της Αβάνας από το 1918 έως το 1959, παρακολουθώντας τη ζωή μιας ιδιαίτερης γυναίκας.

Ο Σαντάνα μας μεταφέρει στην πρωτεύουσα της χώρας την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1958, δηλαδή λίγο πριν από την Κουβανική Επανάσταση. Ένας σπάνιος πίνακας εξαφανίζεται από το σπίτι μιας όμορφης πλούσιας χήρας στην Αβάνα. Η έρευνα για την ανεύρεσή του και μια σειρά από απροσδόκητα γεγονότα αποκαλύπτει σιγά-σιγά την ιστορία τόσο του σπιτιού, όσο και της ίδιας της οικογένειας. Η άφιξη όμως των γενειοφόρων επαναστατών στην Αβάνα, αλλάζει την μοίρα όλων.

Εκτός από την επιτυχημένη καριέρα του ως σκηνοθέτης μουσικών βίντεο, ντοκιμαντέρ αλλά και μικρού μήκους ταινιών, ο Σαντάνα με αυτή την ταινία κάνει ουσιαστικά ένα μικρό αφιέρωμα στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς αναμειγνύει με δεξιοτεχνία διάφορα είδη, ενώ παράλληλα με λυρικό τρόπο αφηγείται την ιστορία της χώρας του. Από το νεονουάρ στο μελόδραμα, το «Χορεύοντας με την Μάργκο» είναι ένα νοσταλγικό ρετρό φιλμ, γεμάτο μουσική, με μια ενδιαφέρουσα πολιτική διάσταση.

Επαναπροβολή:

Τριστάνα (Tristana/1970)

Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ

Παίζουν: Κατρίν Ντενέβ, Αντόνιο Κάσας, Βισέντε Σολέρ, Καντίντα Λοσάντα, Λόλα Γκάος, Μαίρη Παζ Ποντάλ, Τζίσους Φερνάντεζ, Φερνάντο Ρέυ, Φερνάντο Σεμπριάν, Φράνκο Νέρο, Χοακίν Παμπλόνα, Χοζέ Μαρία Καφαρέλ, Χοσέ Κάλβο.

 

Περίληψη: Αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας της, η Τριστάνα, μια νεαρή και αθώα γυναίκα, καταλήγει στο σπίτι του μεσήλικα κηδεμόνα της. Σύντομα γίνεται ερωμένη του, τον εγκαταλείπει, αλλά τελικά εκείνος βρίσκει την ιδανική ευκαιρία να την αιχμαλωτίσει στο σπίτι.

Η ιστορία μιας διαταραγμένης ψυχικά και σωματικά σχέσης από τον σπουδαίο Λουίς Μπουνιουέλ με τη μούσα του Κατρίν Ντενέβ στον πρωταγωνιστικό ρόλο επανακυκλοφορεί σε ψηφιακή έκδοση.

Η Τριστάνα μετά από το θάνατο της μητέρας της πηγαίνει να ζήσει με τον κηδεμόνα της. Στην αρχή όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά, αλλά η κατάσταση θα αλλάξει όταν εκείνος την κάνει ερωμένη του. Τελικά, τον εγκαταλείπει για έναν ζωγράφο, ξαναγυρνώντας ωστόσο πίσω βαριά άρρωστη και με όγκο στα γόνατα. Οι γιατροί για να την σώσουν της κόβουν το πόδι, πράγμα που την καθιστά αιχμάλωτη του Δον Λόπε. Όταν όμως εκείνος αρρωσταίνει, η Τριστάνα τον αφήνει ασυγκίνητη να πεθάνει.

To κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις ηρωίδες του Μπουνιουέλ είναι ο καταπιεσμένος μαζοχισμός τους. H όμορφη Τριστάνα θέλει να κάνει το καλό, όμως σε αντάλλαγμα το μόνο που εισπράττει είναι ένας συνεχής ψυχικός και σωματικός βιασμός. Αυτό αρκεί να τη μετατρέψει σε έναν ψυχρό εκδικητή, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος εντός ενός σαθρού συστήματος. Ο μεγάλος σκηνοθέτης σε μια από τις κορυφαίες του στιγμές με το σουρεαλιστικό του πνεύμα και την αντισυμβατική του ματιά καταφέρνει να μεταμορφώσει μια ρομαντική ιστορία σε μια αιχμηρή σάτιρα, που βάζει στο στόχαστρο την αστική τάξη και τη θρησκεία, χωρίς φόβο αλλά με πάθος.