Φωτογραφία: IMDb
Φωτογραφία: IMDb
«ΒORDER»

«Σύνορα»: Ο Αλί Αμπάσι αναρωτιέται τι είναι αυτό που τελικά μας κάνει ανθρώπους στην ταινία που βραβεύτηκε στις Κάννες

Aυτή την εβδομάδα, οι X-Men καλούνται να αντιμετωπίσουν τον πλέον επικίνδυνο εχθρό τους, ο Βενσάν Λιντόν ερμηνεύει τον θρυλικό Καζανόβα στην πιο ευάλωτη φάση της ζωής του και η Μαριόν Κοτιγιάρ υποδύεται μια αλκοολική μητέρα ενός μικρού κοριτσιού.

X-Men: Ο Μαύρος Φοίνικας (X-Men: Dark Phoenix)

Σκηνοθεσία: Σάιμον Κίνμπεργκ

Παίζουν: Τζέιμς ΜακΑβόι, Μάικλ Φασμπέντερ, Τζένιφερ Λόρενς, Νίκολας Χουλτ, Σόφι Τέρνερ, Τάι Σέρινταν, Αλεξάντρα Σιπ, Κόντι Σμιτ-ΜακΦι, Έβαν Πίτερς, Τζέσικα Τσαστέιν.

Περίληψη: Κατά τη διάρκεια μιας επικίνδυνης αποστολής διάσωσης στο διάστημα, η Τζιν βάλλεται από μια κοσμική δύναμη που τη μεταμορφώνει στην πιο ισχυρή μεταλλαγμένη που έχει υπάρξει ποτέ. Παλεύοντας με την ασταθή και αυξανόμενη δύναμή της, αλλά και τους προσωπικούς της δαίμονες, η Τζιν βγαίνει εκτός ελέγχου και φέρνει στο χείλος της διάλυσης την οικογένεια των X-Men, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη.

Η πρώτη ταινία των X-Μen με πρωταγωνίστρια γυναίκα θα φέρει τους μεταλλαγμένους αντιμέτωπους με τον πιο επικίνδυνο εχθρό τους.

Η Τζιν Γκρέι κατά τη διάρκεια μιας αποστολής διάσωσης στο διάστημα, δέχεται επίθεση από μια μυστηριώδη κοσμική δύναμη, που την καθιστά εξαιρετικά ισχυρή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η Τζιν δεν μπορεί να ελέγξει τις δυνάμεις της και χάνει τον εαυτό της, θέτοντας σε κίνδυνο την οικογένειά της. Οι πράξεις της εκθέτουν την ομάδα της στα μάτια της κοινής γνώμης και οι X-Μen πρέπει να βρουν έναν τρόπο να ανατρέψουν την εικόνα που έχουν οι άνθρωποι γι’ αυτούς και να σώσουν τον πλανήτη από εξωγήινες δυνάμεις που θέλουν να μετατρέψουν αυτή τη δύναμη σε όπλο και να κυριαρχήσουν στον γαλαξία.

Το κόμικ «Ο μαύρος Φοίνικας» στο οποίο βασίζεται και το επιστέγασμα του επικού franchise, έχει γράψει ο θρύλος του χώρου Κρις Κλερμόντ, όμως στα χέρια του Σάιμον Κίνμπεργκ μάλλον δεν ευτυχεί. Οι χαρακτήρες μοιάζουν αποδυναμωμένοι, οι φιλοσοφικές και πολιτικές διαστάσεις του κόμικ εξοβελίζονται χάριν της δράσης και των εντυπωσιακών εφέ, ενώ η προσπάθειά του να προσδώσει μια αληθοφάνεια στην ιστορία, κινηματογραφώντας συχνά με την κάμερα στο χέρι δεν επιτυγχάνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, αν και η πρόθεση της δημιουργικής ομάδας είναι να φτιάξουν την πιο συναισθηματική ταινία της σειράς- άλλωστε γι’ αυτό βάζουν μια γυναίκα ηρωίδα να παλεύει με τους εσωτερικούς της δαίμονες- από το σενάριο λείπουν οι συγκρούσεις, που θα δημιουργούσαν δραματικές εντάσεις, ενώ η περιζήτητη λόγω «Game of Thrones» Σόφι Τέρνερ δείχνει αγχωμένη και θαμπή για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ένα Αγγελικό Πρόσωπο (Gueule d' Ange/ Angel Face)

Σκηνοθεσία: Βανέσα Φίλο

Παίζουν: Μαριόν Κοτιγιάρ, Αιλίν Ακσού - Ετέξ, Αλμπάν Λενουάρ

Περίληψη: Η Μαρλέν, μια νεαρή μητέρα, ζει και μεγαλώνει μόνη την οκτάχρονη κόρη της Έλι. Όταν γνωρίζει έναν γοητευτικό άνδρα, αποφασίζει να τον ακολουθήσει άνευ όρων, αδιαφορώντας για το ανήλικο παιδί της. Η μικρή Έλ, αρχίζει έναν αγώνα επιβίωσης και προσπάθειας για να ενωθεί και πάλι με τη μητέρα της.

Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Βανέσα Φιλό που συμμετείχε στο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του 71ου Φεστιβάλ Καννών, δίνει την ευκαιρία στην Μαριόν Κοτιγιάρ για μια ακόμα ερμηνεία-έκπληξη.

Η Μαρλέν, μια νεαρή μητέρα από τη λαϊκή τάξη, τη μέρα του γάμου της απατάει τον σύζυγό της με έναν άγνωστο. Έκτοτε η ζωή της παίρνει την κάτω βόλτα, με εκείνη να πίνει μέχρι τελικής πτώσεως και τη μικρή της κόρη να έχει αναλάβει ουσιαστικά τη φροντίδα της. Όταν ένα βράδυ η Μαρλέν μετά από ένα ξέφρενο πάρτι φεύγει με το νέο της εραστή, η μικρή Αγγελένια, όπως όλοι την αποκαλούν, θα μείνει μόνη της, προσπαθώντας να επιβιώσει. Οι κακές συνήθειες της μητέρας της όμως ακολουθούν το μικρό κορίτσι, που ως άλλη Μπλανς Ντι Μπουά βουλιάζει στο ποτό, φορώντας τα σατέν νυχτικά της απούσας μάνας, ενώ ένας Ισπανός πρώην πρωταθλητής των καταδύσεων εμφανίζεται στον δρόμο της.

Μάλλον η Βανέσα Φιλό έχει λατρέψει το «Florida» και επιχειρεί με τη γαλλική του εκδοχή, να καταγράψει την εξαθλίωση του προλεταριάτου και τις συνέπειες που βιώνει ένα μικρό αθώο κορίτσι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η Γαλλίδα δημιουργός εστιάζει περισσότερο στα γεγονότα, τα οποία ενίοτε παρουσιάζονται με έναν ηδονοβλεπτικό χαρακτήρα, παρά στις αιτίες που τα προκαλούν. Έτσι η συμπεριφορά της Μαρλέν μοιάζει απλώς ένα καπρίτσιο μιας ανεύθυνης μητέρας, ο κοινωνικός περίγυρος , αν και ενδυματολογικά μιμείται μια λούμπεν αισθητική, στην ουσία, δεν έχει αποτύπωμα, κι έτσι η αδύναμη ιστορία αφήνεται σε στυλιζαρισμένα πλάνα, και ένα ακόμα πιο παρωχημένο φινάλε.

Η Μαριόν Κοτιγιάρ εγκαταλείπει με γενναιότητα την εύθραυστη και ντελικάτη εικόνα της και μετουσιώνεται με εντυπωσιακό τρόπο, όμως δυστυχώς το σενάριο δεν της αφήνει πολλά περιθώρια να εξελίξει τον χαρακτήρα της Μαρλέν.

Ποιος Σκότωσε τη Λαίδη Γουίνσλεϊ; (Who Killed Lady Winsley?)

Σκηνοθεσία: Χινέρ Σαλίμ

Παίζουν: Μεχμέτ Κουρτουλούς, Εργκούν Κουγιουτσού, Εζγκί Μολά, Τουργκάι Αϊντίν, Αρίν Κουσακσιζόγλου, Μεσούτ Ακούστα

Περίληψη: Η Λαίδη Γουίνσλεϊ, μία Αμερικανίδα συγγραφέας, δολοφονείται σε ένα από τα Πριγκηπόνησα. Ο διάσημος επιθεωρητής Φεργκάν, απόμακρος αλλά και μεθοδικός στη δουλειά του, καταφθάνει από την Κωνσταντινούπολη για να αναλάβει την έρευνα. Γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπος με καλά κρυμμένα μυστικά σε αυτό το πανέμορφο νησί, όπου τα ταμπού αφθονούν, οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν δυνατοί και οι παραδόσεις είναι ισχυρότερες απ’ οτιδήποτε άλλο.

Ο Χινέρ Σαλίμ ( «My Sweet Pepper Land») επιστρέφει με μια ιστορία γεμάτη εκκεντρικούς χαρακτήρες, άρωμα από Τουρκία και άφθονο μυστήριο γύρω από έναν αναπάντεχο φόνο.

Μια Αμερικανίδα εκκεντρική συγγραφέας δολοφονείται στα Πριγκιπόνησα, όπου έχει μεταβεί για να διεξάγει μια έρευνα σχετικά με το νέο της βιβλίο. Ο αστυνομικός επιθεωρητής από την Κωνσταντινούπολη που αναλαμβάνει την υπόθεση θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κλειστή κοινωνία, όπου όλοι οι κάτοικοι λίγο έως πολύ είναι μεταξύ τους συγγενείς, οι γυναίκες βρίσκονται σε υποδεέστερη μοίρα, το μίσος εναντίον των Κούρδων αφθονεί και φυσικά όλοι κρύβουν πολλά μυστικά.

Ο Σαλίμ, σαφώς επηρεασμένος από τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι και τις νουάρ αμερικανικές ταινίες από τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, προσδίδει στην ιστορία του μια ρετρό ατμόσφαιρα. Επιλέγοντας τα Πριγκιπόνησα για τα γυρίσματά του δημιουργεί την αίσθηση του εγκλωβισμού, ενώ η παρουσία του μορφωμένου και προοδευτικού επιθεωρητή αντιπροσωπεύει την εικόνα μιας σύγχρονης Τουρκίας που παλεύει για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη και δεν φοβάται να συγκρουστεί με την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, που εδώ εκπροσωπούν οι κάτοικοι του νησιού.

Όμως ο κωμικός τόνος τον οδηγεί σε μια σχηματική και αρκετά καρτουνίστικη αντιμετώπιση των δευτερευόντων χαρακτήρων, που στα αστυνομικά όμως έχουν μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της ιστορίας, ενώ οι σκηνές πλήθους του αντιμετωπίζονται με μια παλιομοδίτικη θεατρική λογική που δεν τον βοηθάει να ξεφύγει από την καρικατούρα.

Βέβαια αυτό που κυρίως φαίνεται να απασχολεί τον Σαλίμ δεν είναι να βρεθεί ο δολοφόνος της Αμερικανίδας Λαίδης αλλά κυρίως να μιλήσει για το Κουρδικό ζήτημα – ο ίδιος είναι Κούρδος από το Ιράν, που πλέον όμως ζει στη Γαλλία- με έναν ανάλαφρο τρόπο, προτάσσοντας όμως πάντα την έννοια της συναδέλφωσης και της αρμονικής συνύπαρξης. Μέσα σε όλα αυτά θίγεται και η θέση της γυναίκας σε μια πατριαρχική κοινωνία, το μυστήριο και το θρίλερ εναλλάσσονται με κωμικά γκανγκ και τελικά ο Σαλίμ μοιάζει παγιδευμένος σε έναν κυκεώνα ιδεών, χωρίς να βρίσκει έναν σαφή άξονα για μια ιστορία που αν είχε αρκεστεί στην αστυνομική πλοκή θα ήταν ιδανική για ένα θερινό σινεμά.

Καζανόβα, Τελευταία Αγάπη (Dernier Amour)

Σκηνοθεσία: Μπενουά Ζακό

Παίζουν: Βινσέντ Λιντόν, Στέισι Μάρτιν, Βαλέρια Γκολινό, Τζούλια Ρόι, Νάνσι Τέιτ

Περίληψη: Λονδίνο, 18ος αιώνας. Ο Καζανόβα, διάσημος για το πάθος του για τις απολαύσεις και τον τζόγο, υποχρεώνεται σε εξορία μακριά από το Παρίσι. Μη γνωρίζοντας τίποτα για το Λονδίνο, συναντά μία νεαρή πόρνη, τη Μαριάν ντε Σαρπιγιόν. Τον γοητεύει σε τέτοια βαθμό που αγνοεί τις γυναίκες γύρω του. Ο θρυλικός γόης είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να την αποκτήσει, αλλά η Σαρπιγιόν καταφέρνει να ξεφύγει από τα δίχτυα του με διάφορα τεχνάσματα και συνεχώς τον προκαλεί, λέγοντάς του ότι θα την αποκτήσει μόνο, όταν θα σταματήσει να την ποθεί.

Μια διαφορετική εκδοχή του θρυλικού Καζανόβα επιχειρεί ο Μπενουά Ζακό, επιλέγοντας στον ομώνυμο ρόλο τον Βινσέντ Λιντόν.

Γεννημένος τον 18ο αιώνα, ο Καζανόβα είναι ένας τυχοδιώκτης από τη Βενετία, τζογαδόρος και γυναικοκατακτητής, αλλά αφόρητα μόνος. Η συμπεριφορά του τον υποχρεώνει σε εξορία κι έτσι θα βρεθεί στο Λονδίνο, όπου θα γνωρίσει μια γυναίκα ελαφρών ηθών, την Μαριάν ντε Σαρπιγιόν. Κι ενώ εκείνη έναντι αμοιβής δίνεται σε πολλούς άνδρες, στον διάσημο Καζανόβα παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι, που θα γεννήσει έναν παθιασμένο έρωτα.

Στην εκδοχή του Ζακό, που εμπνέεται από τα απομνημονεύματα του ίδιου του Καζανόβα, ο μέγας γυναικοκατακτητής αφηγείται τη ζωή και κυρίως την ιστορία της μοναδικής ίσως αγάπης που γνώρισε σε μια αινιγματική γυναίκα που ποτέ δεν αποσαφηνίζεται ποια είναι και γιατί λειτουργεί ως ψυχαναλυτής του. Αναμειγνύοντας τον θρύλο με τη μυθοπλασία, ο Ζακό θέλει να προβάλλει την πιο μοναχική πλευρά του ήρωά του, άρα και του έρωτα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να σκιαγραφήσει την υποκρισία μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στη σεξουαλικότητα.

Ο Καζανόβα εδώ μοιάζει πολύ πιο ηθικός από τον περίγυρό του, σαφώς ανοιχτόμυαλος , αλλά σε καμία περίπτωση διεφθαρμένος, αντίθετα θα λέγαμε ότι παρουσιάζεται ως ένας φιλόσοφος που περισσότερο σκέφτεται παρά δρα. Αυτή η διάσταση σε σχέση με το ανεκπλήρωτο και την κοινωνική υπόσταση των ερωτικών σχέσεων έχει ενδιαφέρον, όμως η εγκεφαλική αντιμετώπιση του Ζακό, αν και σε σημεία σώζεται εξαιτίας της αισθητικής των πλάνων του που θυμίζουν πίνακες της εποχής, δημιουργεί αναπόφευκτα κοιλιές στον ρυθμό και στερείται ερωτισμού. Παρ’ όλα αυτά ο Βινσέντ Λιντόν, - γνωστός από τις πολιτικές ταινίες του Στεφάν Μπριζέ- σε έναν ρόλο που σε πρώτη ανάγνωση θα έλεγε κανείς ότι δεν του ταιριάζει- επιχειρεί μια ανορθόδοξη ανάγνωση του Καζανόβα, προσδίδοντας στον ήρωά του μια λυρική μελαγχολία.

Σύνορα (Border)

Σκηνοθεσία: Αλί Αμπάσι

Παίζουν: Εύα Μέλαντερ, Ίρο Μιλόνοφ

Περίληψη: Η Τίνα έχει την ικανότητα να μυρίζει τα ανθρώπινα συναισθήματα, μια ιδιότητα που τη βοηθάει πολύ ως συνοριοφύλακα. Μια μέρα εμφανίζεται στον δρόμο της ένας μυστηριώδης άντρας χωρίς μυρωδιά. Βαθιά ταραγμένη, η Τίνα θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπη με τον ίδιο της τον εαυτό.

Η ανορθόδοξη ταινία του Αλί Αμπάσι που έκανε μεγάλη αίσθηση στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών κερδίζοντας το μεγάλο Βραβείο στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα».

Μια γυναίκα, στα 40 της χρόνια, η Τίνα, με ιδιόμορφη εμφάνιση, αποτέλεσμα μια χρωμοσωματικής ανωμαλίας, όπως έχει διδαχθεί από παιδί, έχει την ικανότητα να μυρίζεται την ενοχή, τις τύψεις, τον φόβο, κάτι που την κάνει ιδανική για να δουλεύει στο συνοριακό τελωνείο των επιβατηγών πλοίων της πόλης της. Η ρουτίνα της μοναχικής και καταπιεσμένης ζωής της θα ανατραπεί όταν γνωρίσει έναν άντρα, τον Βορ, που μοιάζει πολύ με εκείνη κι ο οποίος θα της αποκαλύψει ότι τίποτα δεν είναι όπως νόμιζε. Την ίδια στιγμή, η Τίνα θα ανακαλύψει ένα κύκλωμα παιδικής πορνογραφίας αλλά και μερικές αληθινά επώδυνες αλήθειες για την ίδια, τους ανθρώπους που την «αγαπούν», αλλά και την κοινωνία που την ανέχεται.

Ο Ιρανός Αλί Αμπάσι που ζει όμως στη Δανία στη δεύτερη ταινία του εμπνέεται από ένα διήγημα του Τζον Αβίντε Λίντγκβιστ (τον συγγραφέα του «Άσε το Κακό να Μπει»), με τον οποίο συνεργάζεται και στο σενάριο, μια υπογράφει μια προκλητική ιστορία αγάπης, που ξεπερνάει κάθε σύνορο.

Αναμειγνύοντας με μαεστρία κινηματογραφικά είδη- το μεταφυσικό και η επιστημονική φαντασία συναντούν το σκανδιναβικό θρίλερ και το πολιτικό σινεμά- αναρωτιέται ο Αμπάσι τι είναι αυτό τελικά που μας κάνει ανθρώπους. Γι’ αυτό και επιλέγει ως κεντρική ηρωίδα ένα τέρας, που όμως μπορεί να κατανοήσει τα συναισθήματα, σε αντίθεση με τα ανθρωπόμορφα τέρατα που κινούν ένα πορνογραφικό κύκλωμα βρεφών. Η ζωώδης πλευρά και το ένστικτο έρχονται σε αντιπαράθεση με την πνευματικότητα μέσα από μια σκοτεινή παραβολή, έξοχα ερμηνευμένη, που παρασύρει το θεατή σε ένα εφιαλτικό σύμπαν, αν και μερικές φορές δεν είναι τόσο τολμηρή όσο υπόσχεται ο τίτλος της.

Η Κομπίνα (The Hustle)

Σκηνοθεσία: Κρις Άντισον

Παίζουν: Αν Χάθαγουεϊ, Ρέμπελ Γουίλσον, Αλεξ Σαρπ

Περίληψη: Η Τζόσεφιν, μια μοιραία γυναικά που απολαμβάνει μια χλιδάτη ζωή χάρη στις μικροαπατεωνιές που σκαρφίζεται, γνωρίζει την πληθωρική αλλά αδέξια συνάδελφό της Πένι Ραστ. Οι δύο τους συνασπίζονται και βάζουν στο μάτι την περιουσία ενός δισεκατομμυριούχου.

Οι Αν Χάθαγουεϊ και Ρέμπελ Γουίλσον ενώνουν δυνάμεις τους για τη μεγαλύτερη απάτη της ζωής τους με φόντο την γαλλική Ριβιέρα,

Η Τζόσεφιν Τσέστερφιλντ είναι ένα κομψό αρπακτικό, που περνάει τη ζωή της, ξαφρίζοντας διαμάντια και περιουσίες ευκατάστατων αντρών. Στο δρόμο της θα βρεθεί η Πένι Ραστ, η οποία ειδικεύεται σε αυτοσχέδιες μικροκομπίνες, χωρίς στρατηγική και ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Η γοητευτική Τζόσεφιν θα διακρίνει πολλές δυνατότητες στην άξεστη συμπεριφορά της « ανταγωνίστριάς» της και μαζί θα δημιουργήσουν ένα αταίριαστο ντουέτο με στόχο την περιουσία ενός δισεκατομμυριούχου. εξπέρ των υπολογιστών.

Μετά τη θηλυκή εκδοχή της «Συμμορίας των 8», ο ηθοποιός και τηλεοπτικός σκηνοθέτης Κρις Άντισον επιχειρεί ένα γυναικείο remake του «Απατεώνες και Τζέντλεμεν» (1988) με τους Στιβ Μάρτιν και Μάικλ Κέιν, το οποίο με τη σειρά του είναι βασισμένο στην ταινία του 1964 «Bedtime Stories» με τον Μάρλον Μπράντον και τον Ντέιβιντ Νίβεν.

Αξιοποιώντας τη χημεία των δυο πρωταγωνιστριών του, της Αν Χάθαγουεϊ που εδώ με επιτυχία υιοθετεί βρετανική προφορά, και της αυστραλής Ρέμπελ Γουίλσον που κλέβει την παράσταση , κινείται στους συμβατικούς δρόμους μιας ανάλαφρης καλοκαιρινής κωμωδίας, χωρίς να κάνει τη διαφορά. Ελάχιστα χαριτωμένα κωμικά γκανγκ και έξυπνες ατάκες σε συνδυασμό με την κοσμοπολίτικη Ριβιέρα κι ένα ανορθόδοξο love story συνδυάζονται βιαστικά, οι επαναλήψεις δημιουργούν προβλήματα στον ρυθμό κι η όλη προσπάθεια πέφτει στο κενό, με τις Χάθαγουεϊ και Γουίλσον να κάνουν ότι μπορούν γα να βγάλουν το φίδι από την τρύπα.

Άγκαθα: Η Εξιχνίαση Ενός Φόνου (Agatha and the Truth of Murder)

Σκηνοθεσία: Τέρι Λόουν

Παίζουν: Ραλφ Ίνεσον, Ρουθ Μπράντλεϊ, Μπίμπι Κέιβ

Περίληψη: Ενώ ο γάμος της περνάει κρίση και η έμπνευση φαίνεται να την εγκαταλείπει, η διάσημη Άγκαθα Κρίστι αναζητάει, όπως οι επιθεωρητές της, τη λύση ενός μυστηριώδους φόνου.

Τηλεταινία με ηρωίδα την Άγκαθα Κρίστι να αναλαμβάνει τον ρόλο επιθεωρητή με σκοπό την εξιχνίαση ενός εγκλήματος.

Η Φλόρενς βρίσκεται νεκρή σε ένα τρένο για το Χέιστιγκς και η έρευνα για τον δολοφόνο που ακολουθεί αποβαίνει άκαρπη. Η νονά της, απελπισμένη απευθύνεται στην Άγκαθα Κρίστι, με την ελπίδα να πετύχει αυτό που η αστυνομία δεν κατάφερε: να βρει τον δολοφόνο. Η νεαρή συγγραφέας προσπαθεί να λύσει το μυστήριο, βασισμένη στις γνώσεις της από τα μυθιστορήματα, σύντομα όμως καταλαβαίνει ότι ο δολοφόνος είναι πολύ πιο κυνικός και επικίνδυνος από οποιοδήποτε φανταστικό της ήρωα.

Το 1926 με την προσωπική της ζωή στη χειρότερη φάση και το συγγραφικό της έργο σε παύση, η νεαρή Άγκαθα Κρίστι εξαφανίστηκε μυστηριωδώς και πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η διάσημη συγγραφέας είχε εμπλακεί στη λύση ενός μυστηριώδους εγκλήματος. Αυτή την εκδοχή διερευνά και η τηλεοπτική εκδοχή του Τέρι Λόουν, συνδυάζοντας ταυτόχρονα και την πραγματική υπόθεση της Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ Σορ, που είχε απασχολήσει την κοινή γνώμη εκείνη την εποχή.

Αντιγράφοντας, αλλά μάλλον άτεχνα όλα τα μυστικά και τρικ της Άγκαθα, ο Λόουν δεν καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς και αγωνία, ούτε να δομήσει μια ιστορία άξια ενδιαφέροντος. Αντίθετα με ευκολία υιοθετεί όλα τα χαρακτηριστικά μιας τυπικής και μάλλον άνευρης τηλεταινίας, ενώ το ερώτημα για ποιο λόγο ένα τηλεοπτικό προϊόν παίζεται στη μεγάλη οθόνη δεν βρίσκει απάντηση μέσα σε μιάμιση ώρα, απογοητεύοντας τους φαν της Κρίστι.

Αντίο Φίλε (Adieu l'ami‎)

Σκηνοθεσία Ζαν Ερμάν

Παίζουν: Αλέν Ντελόν, Τσαρλς Μπρόνσον, Μπριζέτ Φοσέ

Περίληψη: Ο Αλέν Ντελόν και Τσαρλς Μπρόνσον σε ένα κλειστοφοβικό θρίλερ, που έγινε μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Μετά από τον Πόλεμο της Αλγερίας, δύο λεγεωνάριοι φτάνουν στη Μασσαλία για να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή τους. Ο Ντίνο Μπαράν, γιατρός της Λεγεώνας των Ξένων, θα πεισθεί να βοηθήσει μια μυστηριώδη γυναίκα, την Ιζαμπέλ, να τοποθετήσει κάποια κλεμμένα ομόλογα μέσα στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας όπου εργάζεται. Θα προσληφθεί στην εταιρεία ως γιατρός, με βοηθό μία νεαρή που την αποκαλούν «Βατερλώ». Τα Χριστούγεννα επιδιώκει να διαρρήξει το χρηματοκιβώτιο, αλλά βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλο λεγεωνάριο, αντίπαλό του, τον Φραντς Προπ. Κλειδωμένοι στο υπόγειο, τελικά ανοίγουν το χρηματοκιβώτιο, για να ανακαλύψουν ότι τους έχουν εξαπατήσει και τους έχουν στήσει ενέδρα

Το «Αντίο φίλε» είναι ένας ύμνος στην ανδρική φιλία. Η εκπληκτική μουσική του μετρ Φρανσουά Ντε Ρουμπέ, η πολύ καλή φωτογραφία του Ζαν- Ζακ Ταρμπέ και οι δύο δυναμικοί ρόλοι συνθέτουν μια από τις πιο ψυχαγωγικές ταινίες του ’60, απευθυνόμενη και στο μαζικό κοινό αλλά και στους σινεφίλ.

Destiny (Der Müde Tod)

Σκηνοθεσία: Φριτς Λανγκ

Παίζουν: Λιλ Νταγκόβερ, Βάλτερ Γιάνσεν, Μπέρνχαρντ Γκέτζκε

Περίληψη: Μια νέα γυναίκα τρομοκρατείται όταν ο αρραβωνιαστικός της πεθαίνει. Η φιγούρα όμως του Θανάτου τής προσφέρει μια συμφωνία. Θα μεταφερθεί σε τρεις διαφορετικές εποχές, την Περσία, τη Βενετία του 15ου αιώνα και την Κίνα. Αν μπορεί σε κάποιες από αυτές να σώσει τη ζωή του αγαπημένου της, ο Θάνατος θα την αποπληρώσει.

Εμπνευσμένο από ένα ινδικό παραμύθι του Savitri, το βωβό αριστούργημα του Φριτς Λανγκ, σκιαγραφεί τις τραγικές ιστορίες τριών ειδυλλίων στη Μέση Ανατολή, τη Βενετία και την Κινεζική Αυτοκρατορία.

Ο Θάνατος δίνει σε μια νεαρή γυναίκα τρεις ευκαιρίες για να πάρει πίσω τον αγαπημένο της, ως μια άλλη Ευρυδίκη. Έτσι εκείνη «ταξιδεύει» στον χρόνο, περνάει από τη Βαγδάτη, τη Βενετία και την Κίνα, προσπαθώντας να σώσει τουλάχιστον μία ανθρώπινη ζωή που κινδυνεύει.

Η ταινία- που αρχικά είχε τον τίτλο «Der Müde Tod» (Ο κουρασμένος Θάνατος), ένα βαθύ μυστηριώδες τραγικό μελόδραμα φιλοδοξεί επίσης να είναι μια εξπρεσιονιστική σάτιρα, μια παράλογη όπερα για την καθημερινή πεποίθηση ότι με τη νεότητα, την υγεία και τη δύναμη, μπορούμε να εξουδετερώσουμε τον Θάνατο. «Οι ταινίες μου», έλεγε ο Φριτς Λανγκ, «δείχνουν τη μάχη του ατόμου ενάντια στις συνθήκες - αυτόν τον αιώνιο προβληματισμό των αρχαίων Ελλήνων - τη μάχη ενάντια στους θεούς, τη μάχη του Προμηθέα. Με τον ίδιο τρόπο σήμερα μαχόμαστε νόμους, πολεμάμε τα πρέπει που δεν μας φαίνονται ούτε καλά ούτε δίκαια για την εποχή μας... Πάντα αγωνιζόμαστε».