El Reino/O έκπτωτος, Φωτογραφία: imdb.com
El Reino/O έκπτωτος, Φωτογραφία: imdb.com
ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Ο Έκπτωτος»: To βραβευμένο πολιτικό θρίλερ του Ροντρίγκο Σορογκόγιεν στις αίθουσες

Αυτή την εβδομάδα, μια υπόθεση πολιτικής διαφθοράς από την Ισπανία, μια ρομαντική κομεντί στη γειτονιάς της Μικρής Ιταλίας του Καναδά, και τρεις μαφιόζες στο Χελς Κίτσεν της δεκαετίας του ‘70, πρωταγωνιστούν στις νέες κυκλοφορίες.

  • Ο Έκπτωτος (El Reino)

Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκόγιεν

Παίζουν: Αντόνιο Ντε Λα Τόρε, Μόνικα Λόπεζ, Γιοσέπ Μαρία Που

Περίληψη: Ο κόσμος ενός διεφθαρμένου πολιτικού καταρρέει, καθώς η πολιτική κρίση μιας ολόκληρης χώρας αποκαλύπτεται μπροστά στα έντρομα μάτια των πολιτών. Το νέο πολιτικό θρίλερ του Ροντρίγκο Σορογκόγιεν («Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει»), που απέσπασε επτά Βραβεία Γκόγια (μεταξύ των οποίων κι αυτά της Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Α’ και Β’ Ανδρικής Ερμηνείας) εμπνέεται από τα πολιτικά σκάνδαλα της Ισπανίας -κι όχι μόνο.

Ο Μανουέλ είναι ένας διεφθαρμένος πολιτικός, που επί σειρά ετών κατασπαταλούσε δημόσια χρήματα μαζί με τους πολιτικούς του συμμάχους σε κότερα, πάρτι και προκλητικές πολυτέλειες. Όταν θα πρέπει να υπερασπιστεί έναν από τους παλιούς του φίλους, θα γίνει ο αποδιοπομπαίος τράγος του κόμματός του και θα έρθει αντιμέτωπος με την παράνοια ενός καφκικού μηχανισμού, που ο ίδιος και οι όμοιοί του δημιούργησαν. Χωρίς να δείχνει μεταμέλεια για τα όσα έχει πράξει, ο Μανουέλ θα ξεκινήσει τον δικό του αγώνα για να αποκαλύψει την αλήθεια και να καταλάβει τελικά την ηθική και πολιτική κρίση που κυριαρχεί στη χώρα.

Ο Ροντρίγκο Σορογκόγιεν δεν βασίζεται σε αληθινά γεγονότα -αν και η υπόθεσή του μοιάζει αρκετά με το σκάνδαλο Γκιούρτελ, που έριξε την κυβέρνηση Ραχόι στην Ισπανία- εμπνέεται, όμως, από την πραγματικότητα μιας χώρας σε οικονομική κρίση, και χωρίς να περιγράφει ξεκάθαρα πρόσωπα ή πολιτικές παρατάξεις, αφηγείται μια τυπική ιστορία πολιτικής διαφθοράς που θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε σημείο του πλανήτη, προκειμένου να αποκαλύψει ένα σαθρό σύστημα στο οποίο παγιδεύονται, ακόμα κι όσοι συμμετείχαν στην οικοδόμησή του.

Οι χαρακτήρες του Μαδριλένου σκηνοθέτη και κυρίως ο βασικός πρωταγωνιστής του είναι αρνητικά φορτισμένοι, καθώς ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται για μια ψυχολογική προσέγγιση παρά για μια πολιτική καταγγελία.

Όμως αν και σε επίπεδο σκηνοθεσίας, κρατάει ένα σπιντάτο ρυθμό, κινηματογραφώντας ως επί το πλείστον με την κάμερα στο χέρι και πολλά κοντινά πλάνα που δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τα πρόσωπά του, ο Σορογκογιέν δεν αποφεύγει τις κοινοτυπίες. Με άλλα λόγια, η ιστορία του Μανουέλ δεν διαφέρει σε τίποτα από χιλιάδες άλλες που έχουμε ακούσει ή απλώς εικάσει, και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο δεν έχει να προσθέσει τίποτα στα ήδη γνωστά σκάνδαλα, ή στη λαϊκή μυθολογία περί διεφθαρμένων πολιτικών.

Η μουσική υπόκρουση που επιβάλλει ένα συναίσθημα αγωνίας, η εκπληκτική ερμηνεία του Αντόνιο Ντε Λα Τόρε και η άρτια σκηνοθεσία του συγκαταλέγονται στα θετικά της ταινίας, όμως αν ο Σορογκογιέν είχε προσέξει περισσότερο τη σεναριακή πλοκή, σίγουρα θα είχε καταφέρει να προσπελάσει τους σκοπέλους μιας χιλιοειπωμένης, αν και πραγματικής ιστορίας.

  • Χελς Κίτσεν: οι Βασίλισσες του εγκλήματος (The kitchen)

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Αντρέα Μπερλόφ

Παίζουν: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ελίζαμπεθ Μος, Τίφανι Χάντις, Ντόμναλ Γκλίσον, Τζέιμς Μπατζ Ντέιλ, Μπράιαν ντ’ Άρσι Τζέιμς, Μάργκο Μαρτιντέιλ, Μπιλ Καμπ

Περίληψη: Νέα Υόρκη, 1978. Τα είκοσι οικοδομικά τετράγωνα με τα ενεχυροδανειστήρια, τους οίκους ανοχής και τα διαβόητα μπαρ ανάμεσα στην 8η Λεωφόρο και τον ποταμό Χάντσον που ανήκουν στην ιρλανδική μαφία και είναι γνωστά ως Χελς Κίτσεν, δεν είναι το πιο εύκολο μέρος να ζει κανείς. Ή το πιο ασφαλές.

Όταν τρεις μαφιόζοι μπαίνουν φυλακή, οι γυναίκες τους θα πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, συνεχίζοντας το «έργο» τους. Έτσι πρωτοστατούν στις κομπίνες και αναγνωρίζονται ως άξια μέλη της τοπικής μαφίας.

Η Αντρέα Μπερλόφ, (υποψήφια για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου της βιογραφίας «Straight Outta Compton») στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το graphic novel της, Vertigo.

Στο περιβόητο Χελς Κίτσεν τη δεκαετία του ’70, τρεις διαφορετικές γυναίκες, η Κάθι, η Ρούμπι και η Κλερ, όταν οι αρχιμαφιόζοι σύζυγοί τους καταλήγουν στη φυλακή, αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να αναλάβουν τις «επιχειρήσεις» τους, προκειμένου να επιβιώσουν. Όταν, όμως, αποδειχθούν περισσότερο ικανές από τους άντρες τους, τα πράγματα θα πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Με φεμινιστική διάθεση, η Μπερλόφ αντιμετωπίζει την ιστορία των τριών γυναικών που κρατούν στο χέρι τη μαφία, και μάλιστα τη δεκαετία του ’70, αλλά πέραν τούτου δεν καταφέρνει πολλά περισσότερα. Αν και στα χέρια της έχει ένα πλούσιο δραματουργικό υλικό, με φοβερές ανατροπές και δραματικές εντάσεις, η Μπερλόφ τις ξεπετάει βιαστικά και μένει σε μια ανούσια κι άνευρη καταγραφή γεγονότων, χωρίς ούτε για μια στιγμή να δημιουργήσει μια στοιχειώδη ατμόσφαιρα.

Αντίθετα, ακολουθώντας τη λογική ενός φτηνού σήριαλ, αρκείται τόσο σε μια γραφική αναπαράσταση του υποκόσμου και της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’70, όσο και επιφανειακή «Me too» προσέγγιση, που τελικά ούτε δικαιώνει τις ηρωίδες της ούτε όμως μπορεί να λειτουργήσει σε επίπεδο περιπέτειας.

  • Χαλαρώστε Κύριε Αλέν! (Un Homme Pressé/A Man in a Hurry)

Σκηνοθεσία: Ερβέ Μιμράν

Παίζουν: Φαμπρίς Λουκινί, Λέιλα Μπεκτί, Ιβ Ζακ

Παίζουν: O Αλέν είναι ένας ισχυρός και σεβαστός επιχειρηματίας, που δεν σπαταλά τον χρόνο του σε ανούσια ζητήματα, όπως η οικογένεια, οι φίλοι και η διασκέδαση. Όταν ένα σοβαρό εγκεφαλικό επηρεάζει την ομιλία του, όλα όσα λέει είναι από ακατανόητα έως ξεκαρδιστικά. Προκειμένου, λοιπόν, να σώσει την καριέρα του, θα ζητήσει τη βοήθεια μιας νεαρής λογοθεραπεύτριας. Όμως, καθώς η διαδικασία της αποκατάστασης χρειάζεται χρόνο και υπομονή, ο Αλέν αρχίζει να συνειδητοποιεί πως το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του τον προσπέρασε.

Ο υποψήφιος για Σεζάρ Ερβέ Μιμράν εμπνέεται από την αληθινή ιστορία του Κριστιάν Στερφ- επικεφαλή της Peugeuot που μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο απολύθηκε -και υπογράφει μια δραμεντί για το νόημα της ζωής.

Ο Αλέν, όπως και ο Στρεφ, εργάζεται σε μια μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, είναι χήρος, οι σχέσεις του με την κόρη του είναι σχεδόν ανύπαρκτες, κι ετοιμάζεται να λανσάρει ένα νέο μοντέλο στην αγορά. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, όμως, θα επηρεάσει τα κέντρα της γλώσσας και της μνήμης του. Αναζητώντας μια διέξοδο στα προβλήματά του, καθώς σύντομα θα πρέπει να παραστεί σε μια μεγάλη έκθεση στη Γενεύη και να παρουσιάσει το σχέδιό του, ο Αλέν αρχίζει συνεδρίες λογοθεραπείας. Όμως οι προσπάθειές του θα αποβούν άκαρπες και τότε θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσει τη ζωή του.

Ο Μιμράν, έχοντας μιλήσει με τον ίδιο τον Στερφ προφανώς συνέλεξε αρκετά στοιχεία γύρω απ την αποκατάσταση ενός ανθρώπου μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και σίγουρα καταγράφει με ακρίβεια τις θεραπευτικές συνεδρίες, αποφεύγοντας να φορτώσει την ιστορία του με δραματικές εντάσεις και σκοτεινά σημεία. Αυτό, όμως, έχει ως αποτέλεσμα να μην βρίσκει πολλά γεγονότα για να γεμίσει τον χρόνο, οπότε αναγκάζεται να εφεύρει την προσωπική ιστορία της λογοθεραπεύτριας για να δημιουργήσει μια στοιχειώδη δραματουργία. Οι παράλληλες τελικά ιστορίες του Άλεν και της θεραπεύτριάς του, αν και συναντιούνται μέσα από μια εύκολη σεναριακή λύση, ένουν επί της ουσίας ασύνδετες, οπότε ούτε οι χαρακτήρες ούτε και η μεταξύ τους σχέση ολοκληρώνεται.

Έτσι το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, που διασώζεται χάρη στη λεπτή ερμηνεία του Φαμπρίς Λουκινί, αναλώνεται σε μαθήματα και μια πεζοπορία στα Πυρηναία, αποδεικνύοντας ότι το πραγματικό δεν αποτελεί πάντα μια δυναμική βάση για μια καλλιτεχνική δημιουργία.

  • Έρωτας αλά Ιταλικά (Little Italy)

Σκηνοθεσία: Ντόναλντ Πέτρι

Παίζουν: Έμα Ρόμπερτς, Χέιντεν Κρίστενσεν, Ντάνι Αγιέλο, Αντράα Μάρτιν

Περίληψη: Η Νίκη, μια νέα όμορφη σεφ, επιστρέφει στην πατρίδα της στους δρόμους της Μικρής Ιταλίας για να ανανεώσει τη βίζα της, και ξεκινάει μια σχέση με τον παιδικό της φίλο Λίο, έναν μάγειρα ειδικό στην πίτσα, με όνειρο να φτιάξει το δικό του εστιατόριο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι γονείς τους έχουν ανταγωνιστικά εστιατόρια, το ένα ακριβώς δίπλα στο άλλο, και είναι θανάσιμοι εχθροί.

Ο Ντόναλντ Πέτρι («Μις με το Ζόρι», «Πώς να Χωρίσετε σε 10 Μέρες») ανακατεύει έρωτες, οικογενειακές έριδες και συνταγές για πίτσα, αλλά το αποτέλεσμα θυμίζει...ξαναζεσταμένο φαγητό.

Μια επίδοξη νεαρή σεφ, η Νίκη, που σπουδάζει μαγειρική σε μια από τις καλύτερες σχολές του Λονδίνου, επιστρέφει στο Τορόντο και στη γειτονιά της, την «Μικρή Ιταλία», για να ανανεώσει τη βίζα της. Εκεί θα δουλέψει για λίγο στην πιτσαρία των γονιών της, ενώ ταυτόχρονα θα έρθει και πάλι σε επαφή με τον παιδικό της έρωτα, τον Λίο. Το πρόβλημα όμως είναι πως η δική του οικογένεια του έχει μια ανταγωνιστική επιχείρηση, γεγονός που θα περιπλέξει τις ζωές των δυο νέων.

Η τέλεια πίτσα χρειάζεται καλή ζύμη, σωστό ψήσιμο και χειροποίητη σάλτσα, λέει η γιαγιά της Νίκης και κρατάει επτασφράγιστο το μυστικό της. Ο Πέτρι θα έπρεπε να γνωρίζει πως και οι ρομαντικές κομεντί έχουν την δική τους συνταγή, αφού και ο ίδιος έχει δοκιμαστεί πολλάκις στο είδος, που προϋποθέτει αν μη τι άλλο τη χημεία των δυο πρωταγωνιστών, μια τρυφερή ατμόσφαιρα έστω κι αν στηρίζεται σε στερεότυπα, και λίγο χιούμορ. Εδώ όμως φαίνεται να αδιαφορεί ακόμα και για τα βασικά, οπότε το όλο εγχείρημά του θυμίζει περισσότερο νεανική κωμωδία για βιντεοκασέτα, παρά μια καλοκαιρινή ταινία που θα έβλεπε κανείς χωρίς μεγάλες προσδοκίες μεν, αλλά με χαμόγελο κάτω από ένα αγιόκλημα.

  • Ζυλ και Τζιμ (Jules et Jim)

Σκηνοθεσία: Φρανσουά Τριφό

Παίζουν: Ζαν Μορό, Οσκαρ Βέρνερ, Ανρί Σερ, Μαρί Ντιμπουά

Περίληψη: Λίγο πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο δύο φίλοι, ο Γερμανός Ζιλ και ο Γάλλος Τζιμ, ερωτεύονται το ίδιο κορίτσι, την Κατρίν. Εκείνη παντρεύεται τον Ζιλ και πηγαίνει να ζήσει μαζί του στη Γερμανία. Όμως, ο πόλεμος που ξεσπά τους χωρίζει. Όταν ξανασυναντιούνται αργότερα, αυτό το ερωτικό τρίγωνο θα καταλήξει σε τραγωδία.

Μια ταινία-ορόσημο στην ιστορία της Νouvelle vague, επαναπροβάλλεται σε νέες κόπιες.

Ο Ζυλ, ένας ντροπαλός συγγραφέας από την Αυστρία, και ο Γάλλος φίλος του Τζιμ, γνωρίζουν την Κατρίν, μια παρορμητική και απόλυτα ελεύθερη κοπέλα. Μοιραία ανάμεσά τους θα δημιουργηθεί ένα ερωτικό τρίγωνο, μποέμικο αλλά και τραγικό ταυτόχρονα, με φόντο την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Βασισμένος σεναριακά σε ένα ημι-αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Ανρί – Πιέρ Ροσέ, ο Τριφό στην τρίτη του σκηνοθεσία -κι αυτή που ουσιαστικά απογείωσε την καριέρα του- πραγματεύεται το αρχετυπικό κινηματογραφικό ménage a trois. Με αισιοδοξία καταρχάς και ρομαντική διάθεση, όπως αντιστοιχεί στην παρισινή Μπελ Εποκ λίγο πριν τελειώσει απότομα εξαιτίας της έκρηξης του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, η ταινία εξελίσσεται σε ένα ψυχολογικό πινγκ πονγκ ανάμεσα σε τρεις ανθρώπους, που τα παίζουν για τον έρωτα και τη φιλία.

Παράλληλα, το φιλμ έχει θεωρηθεί μια εγκυκλοπαίδεια της γλώσσας του σινεμά, καθώς εδώ ο Τριφό αναμειγνύει σχεδόν κάθε γνώριμο στιλ στην αφήγησή του. Σταθμός για τη γαλλική σχολή της nouvelle vague το «Ζυλ και Τζιμ» περιέχει ένα από τα διασημότερα score του Ζωρζ Ντελερί,, με τη Ζαν Μορό να τραγουδά (και να κάνει παγκόσμια επιτυχία) το κλασικό «Le Tourbillon».

  • La Strada

Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι

Παίζουν: Τζουλιέτα Μασίνα, Άντονι Κουίν, Ρίτσαρντ Μπέιζχαρτ

Περίληψη: Η καλόκαρδη Τζελσομίνα, που την έχει πουλήσει η μητέρα της στον περιπλανώμενο τσιρκολάνο Ζαμπανό, δεινοπαθεί κοντά του, αλλά κάνει υπομονή. Μέχρι που συναντά έναν σχοινοβάτη, ο οποίος την ενθαρρύνει να κερδίσει την ανεξαρτησία της.

Το νεορεαλιστικό αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι που βραβεύθηκε με το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1954, επαναπροβάλλεται σε νέες ψηφιακές κόπιες.

Η Τζελσομίνα, ένα ονειροπαρμένο και καλοκάγαθο πλάσμα πωλείται στην κυριολεξία από τη μητέρα της στον Ζαμπανό, έναν βάρβαρο πλανόδιο «καλλιτέχνη τσίρκου». Εκείνος της συμπεριφέρεται με τον χειρότερο τρόπο και δεν διστάζει να την απατήσει με άλλες γυναίκες. Έπειτα από μια έκρηξη βίας, η Tζελσομίνα αποφασίζει να δραπετεύσει. Σε ένα γειτονικό χωριό βλέπει την παράσταση ενός άλλου περιπλανώμενου, του ισορροπιστή Tρελού, και μένει έκθαμβη. Ο Ζαμπανό όμως τη βρίσκει και την αναγκάζει να τον ακολουθήσει. Οι δυο τους πλέον αποτελούν μέλη του προσωπικού ενός τσίρκου, όπου εργάζεται κι ο ισορροπιστής Τρελός, αυτός που είχε μαγέψει τη Τζελσομίνα με τα ακροβατικά του. Αυτός θα βοηθήσει την Τζελσομίνα να καταλάβει ότι αγαπά τον Ζαμπανό, παρά τα ελλατώματά του. Κι έτσι ενώ θα της δοθούν πολλές ευκαιρίες να σπάσει τα δεσμά της και να ξεφύγει από τον τύραννό της, εκείνη θα παραμείνει δίπλα του στωικά.

To «La Strada» θεωρείται από πολλούς ως ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του 20ου αιώνα, μια ταινία που ρίχνει μια θλιβερή ματιά στη χαμένη αθωότητα και στον δρόμο που ο καθένας από εμάς καλείται να διαλέξει κάποια στιγμή στη ζωή του.

Ο Φελίνι, ο οποίος γεννήθηκε, μεγάλωσε και παρέμεινε στο Ρίμινι της Εμίλια Ρομάνια μέχρι τα δεκαοχτώ του χρόνια, δανείστηκε στοιχεία για τον βίαιο Ζαμπανό από έναν βοσκό, που ζούσε στα μέρη του. Ο βοσκός εκείνος εκτός από το γεγονός ότι αναλάμβανε τον ευνουχισμό γουρουνιών , είχε πλαγιάσει σχεδόν με όλες τις κοπέλες της περιοχής κι φημολογούνταν ότι είχε αφήσει έγκυο μια κοπέλα, για την οποία όλοι έλεγαν ότι έφερε το παιδί του διαβόλου. Ο Ιταλός δημιουργός ονόμασε τον ήρωα Ζαμπανό , εμπνευσμένος από τα ονόματα των ιδιοκτητών μικρών τσίρκων στη Ρώμη, Zamperla και Saltano.

Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί ότι ο Φελίνι ήθελε τον Άντονι Κουίν για τον ρόλο του και ο ηθοποιός δέχτηκε την προσφορά, ζητώντας μερίδιο από τα κέρδη. Όταν ο ατζέντης του το έμαθε, άλλαξε τη συμφωνία, απαιτώντας προπληρωμή. Η ταινία αποτέλεσε όμως την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του σκηνοθέτη, καθώς κι εκείνη που του χάρισε διεθνή αναγνώριση. Ο Κουίν παραδέχτηκε χρόνια αργότερα ότι η απόφαση του ατζέντη του του στοίχισε πάρα πολλά εκατομμύρια δολάρια. Στον ρόλο της αφελούς Τζελσομίνα εμφανίζεται η σύζυγος του Φελίνι, Τζουλιέτα Μασίνα, δίνοντας μια ερμηνεία που παραπέμπει στην τέχνη της παντομίμας και στον Τσάρλι Τσάπλιν. Η μουσική επένδυση του Νίνο Ρότα σε συνδυασμό με την αριστουργηματική φωτογραφία του Οτέλο Μαρτέλι χάρισαν στην ταινία μια θέση στην κινηματογραφική αιωνιότητα.

  • Η Συμμορία των Σικελών (Le Clan des Siciliens)

Σκηνοθεσία: Ανρί Βερνέιγ

Παίζουν: Αλέν Ντελόν, Ζαν Γκαμπέν, Λίνο Βεντούρα

Περίληψη: Μια οικογένεια Σικελών βοηθάει έναν εγκληματία να δραπετεύσει από τη φυλακή, με αντάλλαγμα να κάνουν μαζί μια θεαματική ληστεία διαμαντιών στην Αμερική.

Ένα από τα καλύτερα heist movies όλων των εποχών με μια εξαιρετική πρωταγωνιστική τριπλέτα.

Στο Παρίσι ένας σεσημασμένος κλέφτης κοσμημάτων, ο Ροζέρ Σαρτέ, θα δραπετεύσει κατά τη μεταγωγή του στις φυλακές, με τη βοήθεια των Μαλανέζε, μιας μικρής αλλά καλά οργανωμένης φαμίλιας της σικελικής μαφίας, με επικεφαλή τον Πατριάρχη Βιτόριο Μαλανέζε.

Η φατρία σχεδιάζει ταυτόχρονα μια μεγάλη κλοπή διαμαντιών από μια έκθεση στη Ρώμη. Καθώς η συμμορία οργανώνει το χτύπημα, ένας συνεργάτης του Μαναλέζε από τη Νέα Υόρκη, ο Τόνι Νικόζια, θα προτείνει να καταλάβουν το αεροπλάνο, που θα μεταφέρει τα διαμάντια. Παράλληλα, ο Επιθεωρητής Λε Γκοφ έχει πληροφορηθεί τα σχέδιά τους και δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το κυνήγι, μέχρι να τους πιάσει. Έτσι, θα συνεργαστεί με το FBI ώστε να τους συλλάβει κατά τη διάρκεια της προσγείωσης του αεροπλάνου.

Ο Μαλανέζε, όμως, θα προσγειώσει το αεροπλάνο με τη βοήθεια ενός συνεργάτη του πιλότου, σε έναν αυτοκινητόδρομο της Αμερικανικής Μεγαλούπολης και θα φύγει σαν κύριος μαζί με τα διαμάντια.

  • Πριν την Επανάσταση (Prima Della Rivoluzione)

Σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

Παίζουν: Αντριάνα Άστι, Φραντσέσκο Μπαρίλι, Αλέν Μιντζέτε

Περίληψη: Μετά από τον θάνατο ενός φίλου του, ο νεαρός Φαμπρίτσιο συνάπτει ερωτικές σχέσεις με τη θεία του, μια μεγαλύτερη σε ηλικία και ανεξάρτητη γυναίκα, ενώ προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του.

Η πρώτη αμιγώς πολιτική ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, που τη γύρισε όταν ήταν είκοσι δύο χρόνων.

Ένας εικοσάχρονος κομμουνιστής φοιτητής από την Πάρμα, με αστική καταγωγή, ο Φαμπρίτσιο, αμφιταλαντεύεται μεταξύ της μαρξιστικής του ιδεολογίας και της επιβεβλημένης ενσωμάτωσης στο σύστημα, αλλά και μεταξύ καρδιάς και λογικής, καθώς διατηρεί ερωτική σχέση με τη νεαρή θεία του.

Μόλις με τη δεύτερη σκηνοθεσία του, ο Μπερτολούτσι με αυτοβιογραφική διάθεση από τη μία, βασισμένος στο « Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ από την άλλη, παραδίδει ένα μοντέρνο αριστούργημα για μια γενιά, τη δική του γενιά, που αναζητάει μια μεγάλη αλλαγή, εξερευνώντας παράλληλα τις υπαρξιακές κι ερωτικές της αναζητήσεις, λίγο «Πριν την Επανάσταση».

  • Το σπίτι στην Πλατεία Trubnaya (Dom na Trubnoy/ House on Trubnaya Street)

Σκηνοθεσία: Μπόρις Μπαρνέτ

Παίζουν: Βέρα Μαρέσκαγια, Ανέλ Σουντάκεβιτς, Άντα Βόιτσικ

Περίληψη: Ένα κορίτσι από την επαρχία καταφτάνει στη Μόσχα, βρίσκει δουλειά ως καμαριέρα σε ένα σπίτι της οδού Trubnaya και πέφτει θύμα εκμετάλλευσης από τον ιδιοκτήτη-κομμωτή και τη σύζυγό του. Η ιστορία όμως ξεφεύγει από τα συνηθισμένα όταν στο σπίτι εμφανίζεται ένας νεαρός συνδικαλιστής, που κάνει εγγραφές νέων μελών.

Μια κωμωδία για τους κατοίκους ενός διαμερίσματος από τον Μπόρις Μπαρνέτ, έναν από τους πιο σημαντικούς κωμικογράφους της χρυσής εποχής του σοβιετικού σινεμά.

Το σπίτι στην οδό Trubnaya στη Μόσχα σφύζει από φασαρία, κουτσομπολιά και μικροαστισμό. Ένας από τους μισθωτές και ιδιοκτήτης κομμωτηρίου, ψάχνει μια οικονόμο που να μην συνδικαλίζεται. Κατάλληλη υποψήφια φαίνεται να είναι ένα κορίτσι από την επαρχία , η Parasha, την οποία θεώρει πως εύκολα θα εκμεταλλευτεί. Σύντομα όμως η κατάσταση θα ανατραπεί, όταν η Parasha θα γνωρίσει έναν νεαρό και θα εκλεγεί από τη συνδικαλιστική ένωση οικιακών βοηθών.

Μια παραδοσιακή ρώσικη ιστορία, αν και τραγική στην πρωτότυπη μορφή της, ενέπνευσε τον Μπαρνέτ για αισιόδοξη κωμωδία για την αναδυόμενη νέα σοβιετική κοινωνία, που πλέον συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα του βωβού σινεμά και σπάνιο δείγμα εξαιρετικού κινηματογραφικού συντονισμού και επεξεργασίας. Είναι μια επίδειξη των απίστευτων κινήσεων των μηχανών και των διαφόρων τεχνικών, συμπεριλαμβανομένων κομψών travelling, φωτογραφιών μεγάλου μήκους και παρουσίασης του χαοτικού σκηνικού γύρω από το σπίτι στην οδό Trubnaya.